«Ο γερμανικός λαός έχει υποφέρει για τόσο πολύ καιρό που είναι έτοιμος να αποδεχθεί τις υποσχέσεις οποιουδήποτε εκφράζει κάποια ελπίδα για το μέλλον» παραδέχεται με προβληματισμένο ύφος ο φερόμενος ως ανταποκριτής στην Ευρώπη, αμερικανικού δικτύου ενημέρωσης.

 

Το απόσπασμα, αν και κάλλιστα θα μπορούσε να είναι τηλεοπτική αναμετάδοση, δεν αποτελεί παρά σκηνή από την «χαμένη» μέχρι πρότινος ταινία του 1933 με τίτλο «Χίτλερ: Ηγεμονία του Τρόμου». Η ταινία εντοπίστηκε τον περασμένο Απρίλιο σε ένα σκονισμένο ράφι της Βασιλικής Ταινιοθήκης του Βελγίου στις Βρυξέλλες και ο New Yorker εξασφάλισε το παρακάτω υλικό:

 

 

Συνδύαζε ειδησεογραφικό υλικό αρχείου με αυθεντικό υλικό ντοκιμαντέρ που είχε γυριστεί σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης από τον βαθύπλουτο κληρονόμο Κορνήλιο Βάντερμπιλτ με τη βοήθεια δύο Γάλλων κάμεραμεν. Ο Βάντερμπιλτ, που ένιωθε να «πλήττει ανάμεσα σε μουντούς, βαρετούς και απελπισμένα συμβατικούς ανθρώπους» του κύκλου του, ξεκίνησε μια περιπετειώδη αναζήτηση της αλήθειας πίσω από τις πολιτικές τάσεις που αναδύονταν εκείνη την περίοδο στην Ευρώπη.

 

Έχοντας καταταγεί και πολεμήσει και ο ίδιος στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Βάντερμπιλτ αφενός ενδιαφερόταν για  το μέλλον της Ευρώπης και αφετέρου αναζητούσε μια συναρπαστική εμπειρία. Έχοντας το πλεονέκτημα της ιδιαίτερα μεγάλης οικονομικής άνεσης και των διασυνδέσεων, σε παγκόσμιο επίπεδο κατόρθωσε να βρεθεί εκεί όπου κανείς από τους ανταποκριτές της εποχής δεν είχε την δυνατότητα να πάει.

 

Είχε ήδη πάρει συνέντευξη από τον Μπενίτο Μουσολίνι και τον Ιωσήφ Στάλιν όταν αποφάσισε να προσεγγίσει στο Βερολίνο, τον πρώην πρίγκιπα του στέμματος της Γερμανίας και να τον ρωτήσει πώς είναι δυνατόν να μπορεί εύκολα κανείς να πάρει συνέντευξη από τον ίδιο, αλλά να μην μπορεί να πλησιάσει καν τον Αδόλφο Χίτλερ.

 

Στις 5 Μαρτίου 1933 τα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν ενώπιον του θα απαντούσαν πλήρως στο ερώτημά του. Ο Χίτλερ εξελέγη και απηύθυνε  τον πανηγυρικό του στο υστερικό πλήθος που είχε γεμίσει το Sports Palace στο Βερολίνο. Στα παρασκήνια ο Βάντερμπιλτ είχε μια πολύ σύντομη συνάντηση μαζί του. Εκεί, σύμφωνα με τον ίδιο πάντα, ο νεοεκλεγείς του είπε: «Πες στους Αμερικάνους ότι η ζωή πάει μπροστά, αναπόφευκτα μπροστά. Πες τους ότι ο Αδόλφος Χίτλερ είναι στο προσκήνιο, όχι επειδή έχει αναδειχθεί σε Καγκελάριο αλλά επειδή κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να αναδειχθεί σε αυτή τη θέση.  Πες τους ότι είναι απεσταλμένος του Παντοδύναμου σε ένα έθνος που έχει απειληθεί με αποσύνθεση και απώλεια της τιμής του για περισσότερα από 15 χρόνια» και στη συνέχεια ετοιμάστηκε να αποχωρήσει.

 

Στην ερώτηση «Τι θα γίνει με τους Εβραίους;», ο φύρερ τον αγνόησε επιδεκτικά λέγοντας «Με περιμένει ο λαός μου». Δύο εβδομάδες αργότερα ο Βάντερμπιλτ θα έφθανε στη Ν. Υόρκη, θα προσλάμβανε τον σκηνοθέτη Μάικ Μίντλιν και τον αφηγητή και δημοσιογράφο Έντουιν Χίλλ για να δημιουργήσει μια ταινία που σύμφωνα με δημοσίευμα της Motion Picture Daily αναμενόταν να «συγκεντρώσει την οργή εναντίον του Χίτλερ όταν διανεμηθεί σε αυτή τη χώρα η απεικόνιση της καταπίεσης των Εβραίων».

 

Ο ίδιος ο Βάντερμπιλτ θα ενσάρκωνε έναν νέο δημοσιογράφο που κατόρθωσε να «τραβήξει την κουρτίνα και να ξεσκεπάσει το πιο σοκαριστικό γεγονός στην ιστορία εκθέτοντας την ναζιστική απειλή» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε το τρέιλερ της ταινίας.

 

Ως ιδιότυπη κινηματογραφική σύνθεση που περιελάμβανε ειδησεογραφικό υλικό, τις σκηνές που γυρίστηκαν στην Νέα Υόρκη αλλά και τα ντοκουμέντα από την Ευρώπη που παρουσίαζαν διωγμένους Εβραίους, μελανοχίτωνες στους δρόμους της Γερμανίας και της Βιέννης, πλήθη σε παραφροσύνη να καίνε βιβλία και στη συνέχεια να παρελαύνουν κρατώντας πυρσούς στην Γερμανία,  ομιλίες στη διάρκεια διαμαρτυρίας  στο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν εναντίον του ναζισμού και μια συνέντευξη με την Έλεν Κέλερ, το διάρκειας 65 λεπτών φιλμ «άνοιξε» με μεγάλη επιτυχία στις 30 Απριλίου του 1934 στο ανεξάρτητο Mayfair του Μπρόντγουεϊ.

 

Η κριτική που δημοσιεύθηκε την επόμενη ημέρα στους New York Times έκανε λόγο για «Στηλίτευση των μεθόδων του Χίτλερ από τους Βάντερμπιλτ και Χιλλ. Οι λέξεις τους ωστόσο θα μπορούσαν να είναι απεριόριστα πιο αποτελεσματικές αν επιχορηγούνταν με μια δόση αβρότητας και αίσθηση του χιούμορ». Η έλλειψη «τακτ» ήταν που εξόργισε τον Γερμανό Πρέσβη στην Ουάσινγκτον και τους υπολοίπους Γερμανούς αξιωματούχους στις ΗΠΑ οι οποίοι ισχυριζόμενοι ότι η ταινία «δεν υπηρετεί καλό σκοπό» πίεσαν τους τοπικούς φορείς και κατάφεραν να «κόψουν» την ταινία από όλα τα συμβούλια λογοκρισίας της χώρας. Αντιμέτωπος με κατηγορίες που έκαναν λόγο για «ψεύτικο υλικό» ο Βάντερμπιλτ πήγε ξανά στην Ευρώπη για επιπλέον γυρίσματα, χωρίς όμως να καταφέρει να δείξει καν την ταινία  στα μεγάλα στούντιο της εποχής.

 

Από τότε η ταινία χάθηκε οριστικά, μέχρι πριν από μερικά χρόνια που ο καθηγητής Τόμας Ντόχερτι ξεκίνησε έρευνα για το βιβλίο του «Χόλυγουντ και Χίτλερ, 1933-1939». Αν και είχε κατορθώσει να βρει αρκετές ταινίες από την ίδια περίοδο με θέμα τον ναζισμό, δεν κατάφερε να ανακαλύψει ούτε ίχνος της ταινίας αυτής. «Η παντελής αναφορά της από οπουδήποτε ήταν που μου κίνησε έντονα το ενδιαφέρον. Ακόμη πιο περίεργο ήταν το γεγονός ότι δεν αναφερόταν καν στα επίσημα χειρόγραφα του εμπνευστή της στο πανεπιστήμιο Βάντερμπιλτ. Φαινόταν να είναι μια αυθεντικά χαμένη ταινία». Μετά από λίγο καιρό ήρθε σε επαφή με τη Βασιλική Ταινιοθήκη των Βρυξελλών, όπου είχε εντελώς τυχαία βρεθεί η κόπια της ταινίας.

 

Η πιο πιθανή εξήγηση για την σχεδόν 80ετή εξαφάνιση  της ταινίας, είναι ότι κάποιος Βέλγος διανομέας ταινιών παρήγγειλε την κόπια λίγο πριν την κατάκτηση του Βελγίου από τους Γερμανούς. Η ταινία όμως παρέμεινε στα αζήτητα του  τελωνείου μέχρι να καταλήξει πολλά χρόνια αργότερα στην ταινιοθήκη και να αναγνωριστεί η αξία της μετά την πρόσφατη ταυτοποίησή της. Σήμερα, σύμφωνα με τους New York Times θεωρείται πιθανό η ταινία αυτή να αποτελεί την πρώτη αμερικανική αντιναζιστική ταινία.

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr