Με απόφαση της ειδικής επιτροπής της Unesco, η τζαμαϊκανή ρέγκε μουσική βρίσκεται από σήμερα στον κατάλογο της Άυλης Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας. 

 

Η Unesco επισημαίνει «την συμβολή» αυτής της τζαμαϊκανής μουσικής στην αφύπνιση των συνειδήσεων παγκοσμίως «για θέματα αδικίας, αντίστασης, αγάπης και ανθρωπισμού» καθώς και «την εγκεφαλική, κοινωνικο-πολιτική, αισθαντική και πνευματική διάστασή της».

 

Η ρέγκε, την υποψηφιότητα της οποίας κατέθεσε στην Unesco η Τζαμάικα, εμφανίσθηκε στην δεκαετία του 1960 κι είναι ένα μουσικό στιλ βγαλμένο από το ska και το rocksteady, που ενσωμάτωσε τις επιρροές της jazz & blues της Αμερικής.

 

«Η ρέγκε είναι αποκλειστικά τζαμαϊκανή. Είναι μία μουσική που δημιουργήσαμε και διείσδυσε παντού στον κόσμο», σχολίασε η Ολίβια Γκραντζ, η υπουργός Πολιτισμού της Τζαμάικα πριν από την ψηφοφορία. 

 

Ο Μπομπ Μάρλεϊ.
Ο Μπομπ Μάρλεϊ.

 

Η μουσική έγινε πολύ γρήγορα δημοφιλής στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου την εισήγαγε το πλήθος των τζαμαϊκανών μεταναστών, οι οποίοι πήγαν στην χώρα μετά τον B' Παγκόσμιο Πόλεμο. Εμφανίσθηκε ως η μουσική των καταπιεσμένων, που θίγει κοινωνικά και πολιτικά θέματα, την φυλακή, τις ανισότητες.

 

Είναι αναπόσπαστη από τον ρασταφαρισμό, το πνευματικό κίνημα που θεοποιεί τον αυτοκράτορα της Αιθιοπίας Χαϊλέ Σελασιέ και εξυψώνει την χρήση της ganja (της μαριχουάνα).

 

Το 1968, το κομμάτι «Do the Reggay» των Toots and the Maytals ήταν το πρώτο που χρησιμοποίησε την ονομασία reggae. Και έπειτα ήρθαν τα μεγάλα κλασικά κομμάτια του Bob Marley και των Wailers, όπως το «No Woman, No Cry» και το «Stir It Up», που την έκαναν γνωστή σε όλον τον κόσμο.

 

Με πληροφορίες από ΑΠΕ- ΜΠΕ