Μπούκλες και κούκλες Κριτική της παράστασης «Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν;»

Μπούκλες και κούκλες Κριτική της παράστασης «Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν;» Facebook Twitter
Δεν αρκεί πενήντα πέντε χρόνια μετά την κυκλοφορία της καλτ πλέον ταινίας του Ρόμπερτ Όλντριτς, να εξασφαλίσει κανείς τα δικαιώματα της θεατρικής μεταφοράς. Δεν αρκεί να επιλέξει τις πρωταγωνίστριες ή τα κοστούμια τους. Πρέπει προπαντός να αναλογιστεί τι είναι αυτό που τον αγγίζει από το πρωτότυπο και πώς μπορεί να το μετουσιώσει σε θέατρο με λεξιλόγιο σύγχρονο που να μας αφορά – είτε αποφασίσει να τονίσει τα στοιχεία του θρίλερ είτε της παρωδίας. Φωτο: Σταύρος Χαμπάκης
0

Η εικόνα της Μπέτι Ντέιβις ως Μπέιμπι Τζέιν στο ψυχολογικό θρίλερ του 1962 θα στοιχειώνει για πάντα το φαντασιακό των σινεφίλ. Τόσο η παρουσία όσο και η ερμηνεία της σπουδαίας ηθοποιού συνιστούν, ακόμη και σήμερα, μία από τις εντυπωσιακότερες ενσαρκώσεις της έννοιας του γκροτέσκου στον κινηματογράφο. Η παχιά στρώση λευκού μέικ-απ, τα κόκκινα χείλη και, προπαντός, οι κοριτσίστικες μπούκλες από αραιωμένες τρίχες που πλαισιώνουν το πρόσωπό της συγκρούονται συνταρακτικά με το μαραμένο δέρμα, τα πεσμένα μάγουλα, τα αυλάκια των ρυτίδων γύρω από τα μάτια. Ο θεατής μένει άφωνος, σαστισμένος μπροστά σε αυτήν τη γριά μπεμπέκα: είναι γελοίο το θέαμα ή τρομακτικό;


«Για να χαρακτηριστεί κάτι γκροτέσκο, οφείλει να εγείρει τριών ειδών αντιδράσεις. Το γέλιο και η έκπληξη είναι δύο από αυτές· η τρίτη είναι η απέχθεια ή ο τρόμος» γράφει ο Τζέφρι Χάρφαμ στο δοκίμιό του «The Grotesque: First Principles».


Η ηλικιωμένη Τζέιν επιμένει να συμπεριφέρεται σαν να είναι ακόμη το αλλοτινό κορίτσι-θαύμα της σόουμπιζ και το καμάρι του μπαμπά της. Περιφέρεται με λευκά φορεματάκια, καταπίνοντας λίτρα ουίσκι, μέσα στη χολιγουντιανή έπαυλη, βιώνοντας εδώ και δεκαετίες μια σχέση αρρωστημένης εξάρτησης από την ανάπηρη αδελφή της (στην ταινία την υποδύεται η Τζόαν Κρόφορντ). Ένα είδος μπανάλ φρίκης αναδύεται όσο την παρακολουθούμε να συνομιλεί με την κούκλα-ομοίωμά της από τα παλιά ή να χορεύει, σηκώνοντας επιδεικτικά τη φούστα της μπροστά στον άγνωστο καλεσμένο της. Όπως σταδιακά ανακαλύπτουμε, το γερασμένο αυτό κορίτσι είναι ικανό να ξεκάνει όχι μόνο καναρίνια αλλά και ανθρώπους, προκειμένου να προστατέψει την ψευδαίσθηση που με απροσμέτρητο κόπο έχτισε ως άμυνα απέναντι στην αλήθεια της ζωής της.

Το ζητούμενο είναι το στίγμα της προσωπικής ανάγνωσης, όχι η στείρα αντιγραφή που οδηγεί σε κακέκτυπα.


Δεν ταξινομείται εύκολα το γκροτέσκο, πόσο μάλλον που κάθε εποχή έχει τη δική της αντίληψη γι' αυτό. Κάθε φορά, όμως, «απειλεί ή διαλύει τις συμβάσεις ανοίγοντας την πόρτα σε ιλιγγιώδεις νέες προοπτικές, όπως η καταστροφή της λογικής και η παλινδρόμηση στο υποσυνείδητο – την τρέλα, την υστερία ή τον εφιάλτη» συνεχίζει ο Χάρφαμ. Σε αυτά τα σκοτεινά μονοπάτια μάς οδηγεί η Μπέιμπι Τζέιν της Μπέτι Ντέιβις και δεν είναι τόσο εύκολο να βρούμε διέξοδο μέσα από το γέλιο της απόρριψης ή την κωμωδία. «Εγώ θα μείνω για πάντα παιδί. Το ίδιο δεν θέλετε κι εσείς; Να, λοιπόν!» μοιάζει να μας φωνάζει η γριά κλόουν, κλείνοντας το σακουλιασμένο μάτι της όλο νόημα, νάζι και μάσκαρα.


Έγραφε ο Τόμας Μαν σε ένα από τα δοκίμιά του: «... Αισθάνομαι ότι επί της ουσίας η μοντέρνα τέχνη έχει πάψει να αναγνωρίζει τις κατηγορίες του τραγικού και του κωμικού. Βλέπει τη ζωή ως τραγικωμωδία, με αποτέλεσμα το γκροτέσκο να συνιστά την πιο αυθεντική έκφρασή της». Πράγματι, στη δική μας εποχή του τρόμου και των παραμορφώσεων, όπου η στρέβλωση της πραγματικότητας προκαλεί τερατογενέσεις σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, το γκροτέσκο θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ο νέος ρεαλισμός: ποια άλλη αισθητική κατηγορία δύναται να συλλάβει τους φρικώδεις «μπέμπηδες» που μας απειλούν κρατώντας υπό μάλης τον κόσμο σαν παιχνίδι που τους χαρίστηκε για να το καταστρέψουν; Κι αν δεν φτάνει να μας τρομάξει ο νέος πλανητάρχης Τραμπ ή ο Κιμ Γιονγκ Ουν της Βόρειας Κορέας, έχουμε επιπλέον πλήθη σακατεμένων να παρελαύνουν με δάδες, θούριους και συνθήματα μίσους ανά την υφήλιο...

Μπούκλες και κούκλες Κριτική της παράστασης «Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν;» Facebook Twitter
Η Ρούλα Πατεράκη αναλαμβάνει την Μπέιμπι Τζέιν, έναν ρόλο που της ταιριάζει και θα μπορούσε να τον φέρει εις πέρας με πειθώ. Πράγματι, το παρουσιαστικό της, το πρόσωπο-μάσκα μιας αφύσικης παιδούλας, εκπέμπει τη δόνηση του γκροτέσκου. Η ερμηνεία της, όμως, δεν επιτυγχάνει την ίδια ένταση με το μακιγιάζ της. Φωτο: Σταύρος Χαμπάκης


Δεν αρκεί, λοιπόν, σήμερα, πενήντα πέντε χρόνια μετά την κυκλοφορία της καλτ πλέον ταινίας του Ρόμπερτ Όλντριτς, να εξασφαλίσει κανείς τα δικαιώματα της θεατρικής μεταφοράς. Δεν αρκεί να επιλέξει τις πρωταγωνίστριες ή τα κοστούμια τους. Πρέπει προπαντός να αναλογιστεί τι είναι αυτό που τον αγγίζει από το πρωτότυπο και πώς μπορεί να το μετουσιώσει σε θέατρο με λεξιλόγιο σύγχρονο που να μας αφορά – είτε αποφασίσει να τονίσει τα στοιχεία του θρίλερ είτε της παρωδίας.


Καμία τέτοια προσπάθεια, προς καμία κατεύθυνση, δεν αντιληφθήκαμε στην παράσταση που φιλοξενείται στο θέατρο Σφενδόνη. Ολόκληρο το εγχείρημα προδίδει απουσία στόχου, ενώ ηχηρά παρούσα αποδεικνύεται μονάχα η διάθεση παπαγαλίστικης αναπαράστασης: από τα «αληθινά» έπιπλα αντίκες, τις απλίκες και τα σερβίτσια ως τις δαντέλες και τα γιακαδάκια, η όψη δίνει αμέσως το στίγμα ενός παλιομοδίτικου νατουραλισμού ή, ακόμη χειρότερα, μιας αφελούς πεποίθησης ότι όσο πιο πιστή η αναπαραγωγή του πρωτότυπου, τόσο μεγαλύτερη η επιτυχία της «μεταφοράς».


Το ζητούμενο, όμως, είναι το στίγμα της προσωπικής ανάγνωσης, όχι η στείρα αντιγραφή που οδηγεί σε κακέκτυπα.

 
Η Ρούλα Πατεράκη αναλαμβάνει την Μπέιμπι Τζέιν, έναν ρόλο που της ταιριάζει και θα μπορούσε να τον φέρει εις πέρας με πειθώ. Πράγματι, το παρουσιαστικό της, το πρόσωπο-μάσκα μιας αφύσικης παιδούλας, εκπέμπει τη δόνηση του γκροτέσκου. Η ερμηνεία της, όμως, δεν επιτυγχάνει την ίδια ένταση με το μακιγιάζ της. Τον περισσότερο καιρό μοιάζει «μουτρωμένη». Εμμένει στον θυμό και στη βλοσυρότητα, στοιχεία που δεν οικοδομούν, έτσι μεμονωμένα, ένα ολοκληρωμένο πορτρέτο μιας σύνθετης προσωπικότητας. Χωρίς ρίσκο δεν σπάει το δίχτυ ασφαλείας.


Η Ρένη Πιττακή στον ρόλο της Μπλανς Χάντσον, ξεπεσμένης σταρ που υφίσταται ενοχικά τον σαδισμό της αδελφής της, δεν μεταδίδει παρά μόνο περιγραφικά την αγωνία της ηρωίδας.


Η απουσία σκηνοθετικής καθοδήγησης και αντίληψης καθίσταται πασιφανής: το χαοτικό σκηνικό –απλωμένο σε όλο το μήκος της αίθουσας και σπαρμένο με δεκάδες αντικείμενα–, σε συνδυασμό με την άγνοια της έννοιας του θεατρικού χρόνου, συνθέτουν μια φλύαρη κατάσταση, γεμάτη «διακοσμητικά» ανίκανα να οργανωθούν σε ένα πειστικά εμμονικό σύμπαν. Κάθε φορά που η Πατεράκη διασχίζει το «σπίτι» για να πάει από τη μια άκρη στην άλλη, από το δωμάτιο της αδελφής της ως την κουζίνα, νιώθουμε σαν να περνάει αιώνας. Στο σινεμά, οι μεταβάσεις αυτές είτε κόβονται στο μοντάζ είτε υλοποιούνται με τη συνδρομή υποβλητικών, κοντινών πλάνων που μεταδίδουν πλούτο ερεθισμάτων στον θεατή. Το θέατρο, ως γνωστόν, είναι άλλη υπόθεση... Έχει τους δικούς του χρόνους.


Μοναδικό στήριγμα της παράστασης ξεμένει η πλοκή και οι ανατροπές της. Θα τη γλιτώσει ο πιανίστας; Θα ξεκάνει την ανάπηρη αδελφή της η Μπέιμπι Τζέιν; Ποιος ευθύνεται τελικά για το μοιραίο ατύχημα που κατέστρεψε τη σπονδυλική στήλη της πρώτης κ.ο.κ. Ένα πρωτόλειο σασπένς καταντάει το ισχνό «τυράκι» που μας ωθεί μέχρι τη λήξη. Και είναι πραγματικά να γελάει κανείς με τη βαρυσήμαντη δήλωση που περιλαμβάνεται στο Δελτίο Τύπου, ότι «η πρεμιέρα του έργου στην Ελλάδα λαμβάνει χώρα πριν από τις αντίστοιχες πρεμιέρες του έργου στο Λονδίνο και στην Αμερική». Λες και το θέατρο είναι αγώνας δρόμου και όχι αγώνας με τις ερμηνείες και τη σκηνοθεσία, που λαχταρά να φωτίσει λίγο περισσότερο τον άνθρωπο – είτε αυτός βρίσκεται πάνω είτε κάτω από τη σκηνή.

Info:

Tι απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν;

Θέατρο Σφενδόνη

Μακρή 4, Μακρυγιάννη

14/12-9/04

Τετ.-Παρ. 21:00, Σάβ. 18:30 & 21:30, Κυρ. 21:00

Ερμηνεύουν οι

Ρούλα Πατεράκη: Μπέιμπι Τζέιν

Ρένη Πιττακή: Μπλανς

Στέλλα Γκίκα: Έντνα

Πηνελόπη Μαρκοπούλου: Κυρία Μπέιτς – Ντήλια

Αλέξιος Διαμαντής: Έντουιν

Θέατρο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου

Οι Αθηναίοι / Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου: «H νέα μου ζωή άρχισε στο ΚΑΤ»

Ήρθε από την Τασκένδη, ήθελε να γίνει νευροεπιστήμονας αλλά τελικά την κέρδισε η ηθοποιία. Ένα ατύχημα έκοψε τη ζωή της στα δύο. Ξεκίνησε πάλι, δεν είδε ποτέ την αναπηρία της μοιρολατρικά και έγινε μια από τις πιο αγαπημένες ηθοποιούς της Ελλάδας. Η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου αφηγείται τη ζωή της στη LifO.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Άρης Μπαλής

Θέατρο / Άρης Μπαλής: «Το ζήτημα είναι πώς βλέπεις το προνόμιό σου και πώς το μαζεύεις»

Ο ηθοποιός μιλάει για την πρόκληση που συνιστά το να υποδύεται έναν διάσημο συνθέτη μέσα στο περιβάλλον της δεκαετίας του ’50, στο πλαίσιο της σχέσης του με μια καταξιωμένη συνθέτρια.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
«Ιβάνοφ» ή «Ιβάνοφ!»: Ζοφερή κωμωδία ή ξεκαρδιστικό δράμα;

Θέατρο / «Ιβάνοφ» ή «Ιβάνοφ!»: Ζοφερή κωμωδία ή ξεκαρδιστικό δράμα;

Μια σειρά από συμβάντα που μοιάζουν καθημερινά και την ίδια στιγμή τόσο εξωπραγματικά συγκροτούν το αριστουργηματικό έργο του Τσέχοφ που κάνει πρεμιέρα στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά στις 23 Ιανουαρίου.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
ΕΠΕΞ Waacking: Ο street χορός της κουίρ κοινότητας σε ένα φεστιβάλ στην Αθήνα

Χορός / Το waacking είναι γκέι, στρέιτ, κουίρ, αγκαλιάζει τα πάντα

Χορογράφος και βασική συνεργάτιδα της Μαρίνας Σάττι, η Ειρήνη Δαμιανίδου διοργανώνει το πανευρωπαϊκό φεστιβάλ Follow the Waack, συστήνοντας στο ελληνικό κοινό το είδος που γεννήθηκε στα αμερικανικά γκέι κλαμπ.
M. HULOT
Γιατί ο «Οιδίποδας» κάνει απανωτά sold-out;

The Review / Γιατί ο «Οιδίποδας» κάνει απανωτά sold-out;

Μετά τον θρίαμβο σε Λονδίνο και Νέα Υόρκη, ο Ρόμπερτ Άικ σκηνοθετεί με Έλληνες ηθοποιούς τη σύγχρονη διασκευή της τραγωδίας του Σοφοκλή στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση – και ο θρίαμβος συνεχίζεται, με παράταση των παραστάσεων ως τις αρχές Φεβρουαρίου. Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητά με τη Στεφανία Γουλιώτη για το έργο και την παράσταση, τον σκηνοθέτη και το ρίσκο που συνιστούν πάντα οι διασκευές αρχαίου δράματος.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Όταν ο Αγγελάκας συναντά τον Μικρό Πρίγκιπα

Θέατρο / Γιάννης Αγγελάκας: «Έχουμε τσαλαπατήσει το παιδί μέσα μας»

Το σύμπαν του «Μικρού Πρίγκιπα» και του δημιουργού του, Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί, ζωντανεύει στη σκηνή της Στέγης από τον Έλληνα τραγουδοποιό με στόχο να υπενθυμίσει την αξία της χαμένης μας παιδικότητας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Γιώργος Κοτσιφάκης

Χορός / Γιώργος Κοτσιφάκης: «Θέλω και στη ζωή να κάνω όσα συμβαίνουν στη σκηνή»

Του είπαν «δεν θα γίνει χορευτής με τίποτα» – σήμερα θεωρείται από τους καλύτερους χορευτές της Ευρώπης. Ξεκίνησε την καριέρα του συμμετέχοντας στο «2» του Δημήτρη Παπαϊωάννου, και σήμερα κάνει διεθνή περιοδεία με το «My fierce ignorant step».
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Ο takis ξεκίνησε από το Κιάτο και έφτασε στα κορυφαία θέατρα του κόσμου

Θέατρο / Ο takis ξεκίνησε από το Κιάτο και έφτασε στα κορυφαία θέατρα του κόσμου

Έχει υπογράψει μερικά από τα πιο τολμηρά ανεβάσματα των τελευταίων ετών. Έφτασε στην πεντάδα υποψηφιοτήτων των Διεθνών Βραβείων Όπερας 2025. Ποιος είναι ο ταλαντούχος Έλληνας σκηνογράφος και ενδυματολόγος;
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ