Κάθε οικογένεια κληροδοτεί στα παιδιά της κάτι περισσότερο από ένα επίθετο. Άλλες αφήνουν σπίτια, άλλες φωτογραφίες, άλλες σιωπή. Η οικογένεια του Ερίκ Σακούρ τού κληροδότησε μια ολόκληρη χώρα. Μια Αίγυπτο που δεν έζησε ποτέ, αλλά την άκουσε τόσες φορές να αναδύεται στα οικογενειακά τραπέζια, ώστε κάποια στιγμή αποφάσισε να την ξαναχτίσει με λέξεις. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε το βιβλίο του «Όσα ξέρω για σένα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και αποτελεί μια ωδή στη δύναμη της κουίρ αγάπης.
Ένα μυθιστόρημα για τον έρωτα, την οικογένεια, την ταυτότητα και την απώλεια, αλλά και για εκείνες τις πατρίδες που συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα από τις αφηγήσεις όσων τις εγκατέλειψαν. Εδώ, λοιπόν, κυριαρχεί η Αίγυπτος. Κοσμοπολίτικη, πολυπολιτισμική και αντιφατική, αναδύεται μέσα από τις αναμνήσεις μιας κοινότητας και γίνεται το σκηνικό μιας βαθιά ανθρώπινης ιστορίας. Όταν οι αναγνώστες γνωρίζουν τον Τάρεκ, τον κεντρικό ήρωα του βιβλίου, νιώθουν άνετα με την προβλεπόμενη εξέλιξη: θα γίνει γιατρός όπως ο πατέρας του, θα παντρευτεί και θα κάνει παιδιά. Όταν όμως ο Τάρεκ ερωτεύεται τον γιο μιας ασθενούς του, τον Άλι, η ζωή του ανατρέπεται καθώς συνειδητοποιεί τη σεξουαλικότητά του, με φόντο την πολιτική αναταραχή στο Κάιρο της δεκαετίας του 1980. Έκτοτε ένα φιλί αρκεί για να προκαλέσει μια έκρηξη.
Ο Σακούρ είναι γεννημένος στο Μόντρεαλ από Αιγύπτιους γονείς και μεγάλωσε ακούγοντας ιστορίες για μια χώρα που δεν γνώρισε ποτέ όπως τη γνώρισαν οι δικοί του άνθρωποι. Χρειάστηκε δεκαπέντε χρόνια για να ολοκληρώσει το πρώτο του μυθιστόρημα, ένα βιβλίο που απέσπασε σημαντικές λογοτεχνικές διακρίσεις, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και τον καθιέρωσε ως μία από τις πιο ενδιαφέρουσες νέες φωνές της γαλλόφωνης λογοτεχνίας. Όπως θα μου πει, στην εφηβεία του ανακάλυψε το πάθος του για τη λογοτεχνία γράφοντας στίχους τραγουδιών.
Ήμουν μόλις λίγων μηνών όταν η μητέρα μου με πήγε για πρώτη φορά στην Αίγυπτο. Ίσως ήθελε να χαράξει μέσα μου κάτι από εκείνη τη χώρα. Πέθανε όταν ήμουν δεκαοκτώ ετών και άρχισα να γράφω αυτό το μυθιστόρημα λίγα χρόνια αργότερα. Θα ήθελα όσο τίποτε άλλο να μπορούσα να της το δώσω στα χέρια και να της πω: «Να το, λοιπόν. Αυτή είναι η χώρα που με έμαθες να αγαπώ...»
Τον συναντώ στα Χανιά, στο πλαίσιο του 5ου Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων, λίγες ώρες πριν από την εμφάνισή του στο κοινό. Η συζήτησή μας ξεκίνησε από την Αίγυπτο της μνήμης και έφτασε στις οικογένειες που αγαπούν χωρίς να ξέρουν πάντα πώς να το πουν, στους έρωτες που δεν πρόλαβαν να υπάρξουν και γι’ αυτό μένουν για πάντα ζωντανοί, αλλά και στη λογοτεχνία ως μια προσπάθεια να φωτίσεις τη ζωή των ανθρώπων χωρίς να την κρίνεις.
— Γεννηθήκατε στο Μόντρεαλ, έχετε αιγυπτιακές ρίζες και μεγαλώσατε ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους. Ήταν το «Όσα ξέρω για σένα» ένας τρόπος να επιστρέψετε σε μια πατρίδα που δεν ζήσατε ποτέ πραγματικά ή να φανταστείτε μια πατρίδα που νιώθατε πως σας έλειπε;
Υπήρχε μια Αίγυπτος που δεν θα γνωρίσω ποτέ, κι όμως ήταν πάντα μέρος της ζωής μου. Ήταν η Αίγυπτος που αναδυόταν στο τέλος των οικογενειακών γευμάτων, όταν οι γονείς μου, οι φίλοι τους, οι θείοι και οι θείες μου άρχιζαν να θυμούνται τα παιδικά τους χρόνια. Ήταν μια Αίγυπτος πολύ διαφορετική από εκείνη που συνήθως περιγράφουν οι άνθρωποι ή από τη χώρα που γνώρισα στις πολλές επισκέψεις μου εκεί· και αυτή ακριβώς η διαφορά με γοήτευε. Ήταν η Αίγυπτος μιας συρολιβανέζικης κοινότητας, κατά κύριο λόγο γαλλόφωνης, χριστιανικής και στραμμένης προς τη Δύση. Ένας κόσμος που συνυπήρχε με Ιταλούς, Έλληνες, Αρμένιους και Εβραίους, ανθρώπους που, όπως και οι ίδιοι, είχαν συχνά γεννηθεί εκεί και διατηρούσαν μια έντονη αίσθηση πολιτισμικής ταυτότητας. Ήθελα να ξαναβρώ εκείνο το φως που έβλεπα τόσες φορές στα μάτια όσων μου μιλούσαν γι’ αυτήν την εποχή.
— Ας πάμε στον Ταρέκ, ο οποίος περνά μεγάλο μέρος της ζωής του προσπαθώντας να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των άλλων. Πόσο οικεία είναι αυτή η εμπειρία για εσάς; Πιστεύετε ότι εξακολουθεί να καθορίζει τη ζωή πολλών ανθρώπων σήμερα;
Οι αναγνώστες συχνά αναζητούν ομοιότητες ανάμεσα σε ένα βιβλίο και τον συγγραφέα του. Τις περισσότερες φορές κάνουν λάθος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, ίσως να έχετε δίκιο. Όπως ο Ταρέκ, έχω κι εγώ γνωρίσει την αίσθηση ότι η ζωή μπορεί να είναι εύκολη και άνετη, αρκεί να συμμορφώνεσαι με όσα περιμένουν οι άλλοι από εσένα. Μέχρι που έρχεται η στιγμή που συνειδητοποιείς πως μια εύκολη και άνετη ζωή έχει ελάχιστη αξία, αν δεν είναι πραγματικά δική σου.
— Στο μυθιστόρημα η επιθυμία μοιάζει συχνά με πολιτική πράξη. Πιστεύετε ότι σε ορισμένες κοινωνίες το να αγαπά κανείς το «λάθος» πρόσωπο εξακολουθεί να αποτελεί μορφή αντίστασης;
Το μυθιστόρημά μου δεν είναι ένα πολιτικό μανιφέστο. Δεν καταγγέλλει τίποτε και δεν διεκδικεί τίποτε. Απλώς αφηγείται μια ιστορία, παραμένοντας πιστό στο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται. Όμως ναι, φυσικά. Όταν μια κοινωνία λέει στους ανθρώπους ότι αυτό που αισθάνονται στα πιο βαθιά στρώματα του εαυτού τους αποτελεί προσβολή προς την κοινότητά τους, την πατρίδα τους ή τον θεό τους, τότε τους μετατρέπει σε πολιτικά υποκείμενα χωρίς ποτέ να το έχουν επιλέξει. Κάποιοι ίσως αποφασίσουν να αντισταθούν. Πριν όμως από αυτό, όλοι έχουν αναγκαστεί να απαντήσουν σε ένα ακόμη πιο θεμελιώδες ερώτημα: πώς μπορεί κανείς να επιβιώσει;
— Γράφετε για την ομοφυλοφιλία χωρίς συνθήματα ή διδακτισμό. Σας ενδιέφερε περισσότερο η σεξουαλική ταυτότητα του Ταρέκ ή η μοναξιά του ως ανθρώπου;
Για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι καν βέβαιος ότι ο Ταρέκ είναι ομοφυλόφιλος. Αν καλούνταν να περιγράψει τον εαυτό του με το λεξιλόγιο της εποχής μας, νομίζω πως πιθανότατα θα έλεγε ότι είναι αμφιφυλόφιλος. Και όταν κάτι δεν είναι απολύτως ξεκάθαρο στο μυαλό ενός χαρακτήρα, ίσως είναι καλύτερο να μην είναι απολύτως ξεκάθαρο ούτε στο μυαλό του συγγραφέα.
— Ποιος ήταν όμως ο σκοπός σας;
Αυτό που ήθελα πάνω απ’ όλα να αφηγηθώ ήταν ο ίλιγγος ενός ανθρώπου που, έστω και για μια στιγμή, αντικρίζει τη ζωή που θα μπορούσε να είναι δική του, μόνο και μόνο για να τη δει να χάνεται μέσα στην ίδια εκείνη αστραπή φωτός που του την αποκάλυψε. Αυτή ήταν η τραγωδία που είχα στο μυαλό μου όσο αναζητούσα τις σωστές λέξεις.
— Το Κάιρο είναι κάτι πολύ περισσότερο από το σκηνικό του μυθιστορήματος. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στο να ανασυνθέσετε μια πόλη που ουσιαστικά κληρονομήσατε μέσα από ιστορίες, μνήμες και την οικογενειακή σας ιστορία;
Το ταξίδι μου στην Αίγυπτο για την προώθηση αυτού του βιβλίου υπήρξε μία από τις πιο συγκινητικές εμπειρίες της ζωής μου. Συνάντησα μαθητές λυκείου, πανεπιστημιακούς, εκπαιδευτικούς, βιβλιοπώλες και αναγνώστες. Επισκέφθηκα το Κάιρο, όπου γεννήθηκε ο πατέρας μου, και την Αλεξάνδρεια, όπου μεγάλωσε η μητέρα μου. Στην αρχή ένιωθα μια κάποια αμηχανία όταν μιλούσα με ανθρώπους που είχαν γνωρίσει το Κάιρο εκείνης της εποχής. Φοβόμουν μήπως δεν αναγνώριζαν πραγματικά την πόλη τους μέσα στο μυθιστόρημά μου. Συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Μου έλεγαν: «Μα είναι δυνατόν; Στο βιβλίο σου ήξερες ακόμη και το όνομα της κολόνιας που χρησιμοποιούσαμε!» Οι αντιδράσεις τους παραμένουν από τις πιο συγκινητικές που έχω δεχτεί ποτέ.
— Οι οικογένειες στο μυθιστόρημά σας αγαπούν βαθιά, όμως επικοινωνούν ελάχιστα. Πιστεύετε ότι οι βαθύτερες οικογενειακές πληγές γεννιούνται από όσα λέγονται ή από όσα μένουν για πάντα ανείπωτα;
Μια μέρα, μετά από μια παρουσίαση στον Καναδά, ένας άνδρας με πλησίασε. Ήταν Αιγύπτιος και ήθελε να μου πει πόσο σημαντικό είχε υπάρξει το μυθιστόρημα για εκείνον. Αυτό που του άρεσε περισσότερο ήταν η μητέρα του Ταρέκ, κάτι που αρχικά με εξέπληξε, αφού δεν είναι και ο πιο συμπαθητικός χαρακτήρας του βιβλίου. Μου είπε: «Λάτρεψα τον τρόπο που τη σκιαγραφήσατε. Κατάλαβα ότι δεν την κάνατε να συμπεριφέρεται έτσι από σκληρότητα, αλλά από αγάπη για τον γιο της».
— Πολύ ωραίο σχόλιο και είναι αλήθεια.
Εκείνη τη στιγμή ήταν φανερό πως δεν μιλούσε πια για τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος. Αναφερόταν άραγε σε κάποιο συγγενικό του πρόσωπο, σε κάποιον δικό του άνθρωπο ή ακόμη και στον ίδιο του τον εαυτό; Δεν θα το μάθω ποτέ. Έμοιαζε όμως ανακουφισμένος που κατάλαβε πως, κάτω από όλες τις σιωπές και τις παρεξηγήσεις ανάμεσα σε εκείνη τη μητέρα και τον γιο της, υπήρχε αγάπη. Δεν είναι η σιωπή που μας πληγώνει. Είναι το νόημα που επιλέγουμε να της αποδώσουμε, είτε σωστά είτε λανθασμένα.
— Η απουσία είναι ίσως το πιο ισχυρό θέμα του μυθιστορήματος. Τι σας ελκύει στους χαρακτήρες που φεύγουν, εξαφανίζονται ή εγκαταλείπουν τη ζωή που κάποτε γνώριζαν;
Ίσως απλώς έχω διαβάσει υπερβολικά πολλά μυθιστορήματα στα οποία οι μεγαλύτερες ιστορίες αγάπης είναι εκείνες που δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να υπάρξουν πραγματικά. Υποψιάζομαι όμως ότι υπάρχει μια αλήθεια σε αυτό. Επειδή αυτές οι ιστορίες ζουν μόνο στη φαντασία μας, τις εξιδανικεύουμε αναπόφευκτα και τις κάνουμε μεγαλύτερες απ’ όσο θα μπορούσαν ποτέ να γίνουν στην πραγματικότητα. Βέβαια, αυτή η ψευδαίσθηση γίνεται λίγο πιο δύσκολο να διατηρηθεί έπειτα από δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια γάμου, όταν, στο τέλος ενός καβγά, νιώθεις καμιά φορά την παρόρμηση να πετάξεις το σάντουιτς με το καπνιστό κρέας στο κεφάλι του συντρόφου σου (υποθέτω ότι το ίδιο ισχύει και για τον μουσακά).
— Το μυθιστόρημα είναι διαποτισμένο από μια αίσθηση νοσταλγίας, χωρίς όμως ποτέ να εξιδανικεύει το παρελθόν. Όταν νιώθουμε νοσταλγία, τι είναι αυτό που πραγματικά μας λείπει: ένας τόπος, ένας άνθρωπος ή μια εκδοχή του εαυτού μας που δεν υπάρχει πια;
Πολύ όμορφη ερώτηση. Δεν πιστεύω ότι το μυθιστόρημά μου είναι νοσταλγικό. Δεν νομίζω πως μπορεί κανείς να νοσταλγεί μια εποχή που δεν έζησε ποτέ. Γράφτηκε, όμως, ύστερα από χρόνια, ακούγοντας τις αναμνήσεις ανθρώπων που την έζησαν. Και ναι, πολλές φορές νόμιζα πως διέκρινα στα μάτια τους μια βαθιά νοσταλγία, χωρίς ποτέ να ξέρω αν αφορούσε την πατρίδα τους ή την ίδια τους την παιδική ηλικία.
— Το επαγγελματικό σας υπόβαθρο είναι στα οικονομικά και στη χρηματοοικονομική. Πώς συνυπάρχουν μέσα σας ο οικονομολόγος και ο μυθιστοριογράφος; Έρχονται ποτέ σε σύγκρουση;
Συνυπήρχαν αρκετά αρμονικά όσο έγραφα το βιβλίο, αν και οι απαιτήσεις της δουλειάς μου εξηγούν πιθανότατα γιατί χρειάστηκα δεκαπέντε χρόνια για να ολοκληρώσω το μυθιστόρημα. Όταν όμως το βιβλίο άρχισε να γνωρίζει επιτυχία, η ισορροπία ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους έγινε πολύ πιο δύσκολη. Για ενάμιση χρόνο έλεγα συνεχώς στον εαυτό μου: «Συμβαίνει κάτι σημαντικό, αλλά αργά ή γρήγορα όλο αυτό θα κοπάσει». Ώσπου συνειδητοποίησα ότι δεν ήθελα, κοιτάζοντας κάποτε πίσω, να θυμάμαι εκείνη την εξαιρετική περίοδο της ζωής μου και να αισθάνομαι πως δεν είχα το θάρρος να ανέβω στο τρένο τη στιγμή που έφευγε από τον σταθμό. Δεν ήταν εύκολη απόφαση. Δεν είμαι άνθρωπος που αγαπά την περιπέτεια και, για να είμαι ειλικρινής, η προοπτική της ζωής ενός καλλιτέχνη με φόβιζε. Πιστεύω όμως πως ήταν η καλύτερη απόφαση που έχω πάρει ποτέ. Και χάρη σε αυτήν μπορώ σήμερα να βρίσκομαι εδώ και να συναντώ τους Έλληνες αναγνώστες.
Δεν πιστεύω ότι το μυθιστόρημά μου είναι νοσταλγικό. Δεν νομίζω πως μπορεί κανείς να νοσταλγεί μια εποχή που δεν έζησε ποτέ. Γράφτηκε, όμως, ύστερα από χρόνια, ακούγοντας τις αναμνήσεις ανθρώπων που την έζησαν.
— Οι ταξικές διαφορές διαμορφώνουν τη σχέση του Ταρέκ και του Άλι όσο και η ίδια η επιθυμία. Σας ενδιέφερε επίσης να εξερευνήσετε εκείνα τα αόρατα κοινωνικά σύνορα που καθορίζουν ποιος «επιτρέπεται» να αγαπήσει και ποιος όχι;
Αυτό που με ενδιέφερε ήταν ότι όλα έμοιαζαν να χωρίζουν τον Ταρέκ και τον Άλι: η κοινωνική τους τάξη, η θρησκεία τους, η οικονομική τους κατάσταση, το οικογενειακό τους περιβάλλον, το επάγγελμά τους, ακόμη και η ηλικία τους. Στο τέλος, δεν έχουν σχεδόν τίποτε κοινό, παρά μόνο το γεγονός ότι είναι δύο άνδρες που ζουν στην Αίγυπτο στα τέλη του 20ού αιώνα. Και, παραδόξως, αυτό το μοναδικό κοινό στοιχείο είναι που τους καταδικάζει περισσότερο από όλες τις υπόλοιπες διαφορές τους. Μέσα σε αυτή την ιστορία αγάπης, θα μπορούσαν ίσως να τους είχαν συγχωρήσει τα πάντα, εκτός από το ότι ήταν δύο άνδρες, σε εκείνον τον τόπο και εκείνη την εποχή.
— Πολλοί αναγνώστες έχουν μιλήσει για την τρυφερότητα αυτού του μυθιστορήματος. Σε μια εποχή που συχνά επιβραβεύει τον κυνισμό, θεωρείτε την τρυφερότητα λογοτεχνική αρετή ή πράξη θάρρους;
Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι, αν ζητούσατε από την τεχνητή νοημοσύνη να συνοψίσει το μυθιστόρημά μου, με όλα τα πένθη, τις ασθένειες και τους ανεκπλήρωτους έρωτές του, θα έδινε την εντύπωση ενός εξαιρετικά σκοτεινού βιβλίου. Κι όμως, εγώ ήθελα να είναι γεμάτο φως, χιούμορ και τρυφερότητα. Ίσως αυτά να είναι ακόμη τα στοιχεία που μας σώζουν από τις μηχανές. Πίστευα πως είχα γράψει κάτι εντελώς παλιομοδίτικο. Η ιστορία διαδραματίζεται σε έναν μακρινό τόπο, σε μια περασμένη εποχή, και είναι γραμμένη σε ένα μάλλον κλασικό ύφος. Γι’ αυτό ήμουν ο πρώτος που εξεπλάγην όταν το βιβλίο τιμήθηκε στη Γαλλία με το Prix Femina des Lycéens, ένα βραβείο που απονέμεται από εκατοντάδες μαθητές λυκείου. Ένας δημοσιογράφος τούς ρώτησε γιατί επέλεξαν το μυθιστόρημα και μια νεαρή κοπέλα αναφώνησε: «Γιατί είναι μια υπέροχη ωδή στην αγάπη!» Από εκείνη την ημέρα πιστεύω πως η τρυφερότητα έχει ακόμη λαμπρό μέλλον μπροστά της.
— Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται μέσα σε δεκαετίες πολιτικών και κοινωνικών αναταράξεων, όμως το βλέμμα σας παραμένει σταθερά στραμμένο στη ζωή των ανθρώπων. Πιστεύετε ότι οι προσωπικές ιστορίες αποκαλύπτουν τελικά περισσότερες αλήθειες από τις μεγάλες ιστορικές αφηγήσεις;
Αν είχα αρχίσει να θέτω στον εαυτό μου τέτοια ερωτήματα προτού ξεκινήσω να γράφω, πιθανότατα θα είχα τρομοκρατηθεί και δεν θα είχα γράψει ούτε την πρώτη σειρά! (Γελάει.)
— Τι σας ενδιαφέρει όμως όταν γράφετε;
Όταν γράφω, αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι η εσωτερική πάλη των χαρακτήρων μου, εκείνη που τους σφίγγει το στομάχι μόλις ξυπνήσουν το πρωί. Συχνά είμαστε πολύ κοντά σε ανθρώπους, χωρίς να γνωρίζουμε τίποτα για τις μάχες που δίνουν μέσα τους. Δεν θέλω ποτέ ένας χαρακτήρας να ενεργεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο απλώς και μόνο επειδή αυτό εξυπηρετεί την πλοκή. Θέλω οι πράξεις του να πηγάζουν από τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο, από τις αξίες του και από τους περιορισμούς που διαμορφώνουν τη ζωή του. Θέλω να είναι ταυτόχρονα σύνθετος και συνεπής. Το όνειρό μου ως μυθιστοριογράφου είναι οι αναγνώστες να γνωρίζουν κάθε χαρακτήρα τόσο καλά ώστε να μπορούν να προβλέψουν πώς θα αντιδράσει. Ο Ταρέκ είναι ένας νέος άνθρωπος που παίρνει ελάχιστες αποφάσεις για τον εαυτό του, ενώ ζει σε μια παραδοσιακή κοινωνία που απαιτεί τα πάντα από εκείνον. Η αδελφή του, η Νεσρίν, βιώνει την ακριβώς αντίθετη τραγωδία. Ήθελα να δείξω πώς μια ζωή μπορεί να συντριβεί από τις ευθύνες που σου επιβάλλονται επειδή είσαι άνδρας, αλλά και πώς μπορεί να συντριβεί από τις ευθύνες που στερείσαι επειδή είσαι γυναίκα. Και βέβαια, όταν αφηγούμαι αυτή την ιστορία, λέω ταυτόχρονα και κάτι για τον ιστορικό κόσμο μέσα στον οποίο εκτυλίσσεται.
— Αν μπορούσατε να συναντήσετε σήμερα τον Ταρέκ σε ένα καφέ στο Μόντρεαλ, ποια θα ήταν η πρώτη ερώτηση που θα του κάνατε;
«Μετανιώνεις που γνώρισες τον Άλι;» Θα ήθελα πάρα πολύ να απαντήσω εγώ εκ μέρους του «ναι», αλλά έχω ήδη μιλήσει αρκετά για λογαριασμό του.
— Ο τίτλος του βιβλίου είναι «Όσα ξέρω για σένα». Όταν ολοκληρώσατε το μυθιστόρημα, ποιο ήταν το σημαντικότερο πράγμα που μάθατε εσείς για τον εαυτό σας;
Ήταν το πρώτο μου μυθιστόρημα και δεν ήξερα αν η γραφή, κάτι που πάντοτε αποτελούσε για μένα πηγή παρηγοριάς, μπορούσε να συγκινήσει και άλλους ανθρώπους. Ακόμη και σήμερα, πάνω από τρία χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση στον Καναδά, τα μηνύματα που λαμβάνω από τους αναγνώστες εξακολουθούν να με συγκινούν πολύ περισσότερο απ’ όσο μπορείτε να φανταστείτε.
— Θέλω να κλείσουμε με το εξής. Σε όλο το μυθιστόρημα διατρέχει την αφήγηση η αίσθηση ότι ποτέ δεν γνωρίζουμε πραγματικά τους ανθρώπους που αγαπάμε, παρά μόνο όταν έχουν φύγει ή όταν έχουν πια χαθεί από τη ζωή μας. Υπάρχει κάποιος που δεν αποτελεί πλέον μέρος της ζωής σας, στον οποίο θα δίνατε αυτό το βιβλίο λέγοντας: «Αυτά είναι όλα όσα δεν κατάφερα ποτέ να σου πω»;
Ήμουν μόλις λίγων μηνών όταν η μητέρα μου με πήγε για πρώτη φορά στην Αίγυπτο. Ίσως ήθελε να χαράξει μέσα μου κάτι από εκείνη τη χώρα, όπως βαφτίζουν βιαστικά ένα βρέφος για να εξασφαλίσουν ότι, αν συμβεί μια τραγωδία, θα φτάσει στον Παράδεισο. Καμιά φορά μού διηγούνταν ιστορίες από τα νιάτα της: για τα βράδια στο Sporting Club, όταν άκουγαν δίσκους βινυλίου που έφταναν από τη Γαλλία, ή έβαζε στο αυτοκίνητο τα αραβικά τραγούδια της Dalida καθώς οδηγούσε. Πέθανε όταν ήμουν δεκαοκτώ ετών και άρχισα να γράφω αυτό το μυθιστόρημα λίγα χρόνια αργότερα. Θα ήθελα όσο τίποτε άλλο να μπορούσα να της το δώσω στα χέρια και να της πω: «Να το, λοιπόν. Αυτή είναι η χώρα που με έμαθες να αγαπώ...»
Στο πλαίσιο του 5ου Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων ο Ερίκ Σακούρ θα μιλήσει την Κυριακή 28 Ιουνίου 2026, στις 6 μ.μ.,
στο Μεγάλο Αρσενάλι (πλατεία Κατεχάκη, αίθουσα 2), στα Χανιά.
Επίσης, την Τρίτη την Τρίτη 30 Ιουνίου 2026, στις 7:30 μ.μ., θα βρίσκεται
στην ταράτσα του ΠΟΛΥΧΩΡΟΥ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (Ιπποκράτους 118, Αθήνα).