«ΑΛΠΟΥΜ»: έτσι λένε τα άλμπουμ στην Κύπρο. Και σ’ αυτό που μας παρουσιάζει ο Αντώνης Γεωργίου από τη Λεμεσό, με τις δεκάδες σκόρπιες φωτογραφίες, βγαλμένες όχι από κομπιούτερ αλλά μέσα από καλοδιατηρημένα λευκώματα, κρύβεται ένα κουβάρι από παλιές και καινούργιες ιστορίες, μια τεράστια κιβωτός εμπειριών. Στο «Ένα αλπούμ ιστορίες» (Ροδακιό, 2014), ο Γεωργίου αποθησαυρίζει την κυπριακή ντοπιολαλιά, μπολιάζει με το άρωμα και τους χυμούς της και τη δική μας γλώσσα, και ενορχηστρώνοντας πολλές, διαφορετικές φωνές σ’ έναν χειμαρρώδη, συνειρμικό λόγο, καταφέρνει να ζωντανέψει έναν ολόκληρο πολιτισμό.
Καθώς η αφήγηση αλλάζει χέρια αναδύονται ιστορίες για τη ζωή, τον θάνατο, τον έρωτα, τη μοναξιά, τον πόλεμο, την προσφυγιά, τον νόστο, άρρηκτα συνδεδεμένες με την ταραγμένη ιστορία του νησιού και με τα ήθη των ανθρώπων του.
Ιστορίες που του θύμιζαν ιστορίες της δικής του οικογένειας ή άλλες που είχε διαβάσει δένονται εδώ με φωτογραφίες, στίχους, συνταγές, μοιρολόγια, παιδικά σκίτσα και ειδησάρια, δίνοντας συγκλονιστικές σελίδες, όπως το κολάζ από μαρτυρίες και ρεπορτάζ που είδαν το φως όταν επετράπη η διέλευση και ξαναπάτησαν οι Ελληνοκύπριοι στα Κατεχόμενα.
Καθώς η σκυτάλη της αφήγησης περνά από τους ηλικιωμένους στους νεότερους, από νοικοκυρές σε φοιτητές, και από μετανάστες που ρίζωσαν στο νησί ή απελάθηκαν κακήν κακώς σε ντόπιους που αναγκάστηκαν να πάρουν των ομματιών τους, αναδύονται ιστορίες για τη ζωή, τον θάνατο, τον έρωτα, τη μοναξιά, τον πόλεμο, την προσφυγιά, τον νόστο, άρρηκτα συνδεδεμένες με την ταραγμένη ιστορία του νησιού και με τα ήθη των ανθρώπων του.
Γάμοι, γεννητούρια και κηδείες, εθνικά ταμπού και οικογενειακά μυστικά, ο Μακάριος και ο Γρίβας, ο απελευθερωτικός αγώνας και η εσωτερική φαγωμάρα, η εισβολή, οι αγνοούμενοι, τα κρίματα που βαραίνουν και τις δικές μας πλάτες, η σχέση των Ελληνοκυπρίων με τους ξένους, τους διαφορετικούς, τους Τουρκοκυπρίους αλλά και με το σεξ, το χρήμα ή τις νέες τεχνολογίες, αυτό το αλλόκοτο κράμα επαρχιωτισμού και κοσμοπολιτισμού που κουβαλούν – ιδού μερικοί μόνο από τους θεματικούς άξονες του βιβλίου.
Μία από τις πιο συγκινητικές ιστορίες του «Αλπούμ» ξεκινά με την εικόνα ενός παππού που παροτρύνει διαρκώς τον –απονήρευτο ακόμα– εγγονό του να βρει «καμμιάν κορούαν» και να κόψει τα πάρε-δώσε με τον κολλητό φίλο του. Όπως αποδεικνύεται, πίσω από τον εμμονικό φόβο του παππού μη τυχόν και το παιδί... λοξοδρομήσει, παλλόταν άσβεστος ο θυμός του απέναντι στον ομοφυλόφιλο μικρότερο αδελφό του, τον οποίο ο ίδιος, τσακώνοντάς τον μισόν αιώνα νωρίτερα, ως και να σκοτώσει είχε αποπειραθεί! Εκείνος ο διαπομπευμένος αδελφός έμελλε να βρει καταφύγιο στην Αυστραλία, όπου αξιώθηκε και προσωπική ευτυχία και επαγγελματική προκοπή, χωρίς από τη μεριά του να κόψει επικοινωνία με το νησί. «Αγαπημένη μου Μαρία», θα γράψει κάποια στιγμή στην ανιψιά του, «ξεύρω ότι ποτέ δεν εμιλήσαμεν διά τότε. ΄Ησουν μωρό αλλά φοβάμαι ότι ενθυμείσαι τα πάντα. Παίζαμε στην αυλή, μπήκαν μέσα φωνάζοντας, κατάλαβα ότι ήξεραν, τους φώναζα να σταματήσουν όχι γιατί επονούσα από τα χτυπήματα αλλά διατί σε εθώρουν να μας κοιτάζεις με ορθάνοιχτους τους μεγάλους οφθαλμούς σου. Δεν έπρεπε να το δεις αυτό. Δεν έπρεπε. Συγγνώμη. Δεν έφταιγε ο πατήρ σου. Όχι, δεν πταίει. Στη θέση του θα έπραττα ίσως το ίδιον. Έτσι μεγαλώσαμε...»