Άνια Βουλούδη: «Θέλω να ξέρω τι γίνεται στις ζωές και τα σπίτια των ανθρώπων»

Άνια Βουλούδη: «Θέλω να ξέρω τι γίνεται εδώ, στις ζωές και τα σπίτια των ανθρώπων» Facebook Twitter
«Το να μιλάμε για το παρελθόν είναι σημαντικό, αλλά κάνει πιο εύκολο το να υποκύψουμε σε συναισθηματισμούς, να θυμηθούμε τα παλιά, να νιώσουμε ότι κάποτε ήταν καλύτερα. Εγώ θέλω να νιώσω τι συμβαίνει εδώ, σήμερα». Φωτ.: Όλγα Δέικου/ LIFO
0

Η «Κατεδάφιση» της Άνιας Βουλούδη (Αντίποδες, 2026) είναι ένα σύντομο επιστολικό μυθιστόρημα. Είναι επίσης ένα κείμενο που μετά την ανάγνωση σε ακολουθεί για μέρες, λόγω της όμορφης γλώσσας του, της ικανότητάς του να συγκινεί, της αίσθηση που αφήνει πως έγινες ο ενδιάμεσος κρίκος στην επικοινωνία εκείνης που στέλνει τα γράμματα και εκείνου που τα λαμβάνει· μιας επικοινωνίας που είναι ταυτόχρονα γεμάτη οικειότητα και χαρακτηρισμένη από την απόσταση που χωρίζει τα δύο πρόσωπα.

Είναι, με λίγα λόγια, ένα πολύ πετυχημένο, ένα πολύ καλό βιβλίο. Κι ενώ στις σελίδες του μπορεί κανείς να βρει σπουδαία αποσπάσματα για τη σχέση μας με την εργασία, το παρελθόν μας, τις μετακομίσεις, τη μετανάστευση ή τον έρωτα, η συγγραφέας δεν περιορίζεται ποτέ σε ένα και μόνο θέμα. Αντιθέτως, το βλέμμα της είναι παντού· γράφει «όπως η κάμερα που βλέπει εντελώς άλλα πράγματα αν την κουνήσουμε ελάχιστα».

Η Άνια Βουλούδη ζει στη Θεσσαλονίκη, μιλήσαμε λοιπόν για την «Κατεδάφιση» τηλεφωνικά, και από αυτήν τη συνομιλία προέκυψε η συνέντευξη που ακολουθεί.

— Πες μου δυο λόγια για σένα.
Είμαι η Άνια Βουλούδη, είμαι πολιτικός μηχανικός – αυτό δηλώνω συνήθως, γιατί αυτό χρειάζεται στην καθημερινότητά μου. Ταυτόχρονα προσπαθώ να γράφω, να φωτογραφίζω και να φτιάχνω ταινίες.

«Κλείσε τα μάτια σου τώρα και πες τι φαντάζεσαι όταν ακούς τη λέξη “κατεδάφιση”. Σκέφτεσαι μάλλον ένα κτίριο, πολύ τραγικά και πολύ ξαφνικά, να χάνει το στήριγμά του και να πέφτει πολύ άσχημα κάτω. Νομίζω ότι ταιριάζει με αυτό που συμβαίνει στην ηρωίδα».

— Συνδυάζονται κάπως αυτές οι ιδιότητές σου;
Δεν συνδυάζονται ακριβώς, απλώς μπλέκονται. Πας στη δουλειά σου το πρωί και το βράδυ γυρνάς σπίτι και πρέπει κάτι να κάνεις. Εγώ κάνω τα πράγματα που ανέφερα.

— Γιατί επέλεξες να έχει επιστολική μορφή η «Κατεδάφιση»;
Η αλήθεια είναι ότι εκείνη την περίοδο έστελνα όντως γράμματα σε έναν σπουδαίο φίλο που έχω. Ήταν μια πολύ μοναχική περίοδος· χρειαζόμουν να μιλήσω κι άλλο και να γράψω περισσότερα γράμματα, πράγμα που δεν ήταν εφικτό, δεν γίνεται να φορτώσεις τα πάντα σε έναν άνθρωπο. Και τότε ήταν που άρχισα να γράφω κι άλλα γράμματα σε αυτόν μου τον φίλο, τα οποία δεν αφορούσαν ούτε τον πραγματικό φίλο μου ούτε την πραγματική Άνια. Εκεί κατάλαβα ότι κάνω κάτι άλλο, γράφω μια ιστορία. Κάπως έτσι, το 2019 νομίζω, τα έστειλα στους Αντίποδες, μαζί με πολλά ποιήματα που έγραφα τότε. Το σκέφτηκα την τελευταία στιγμή κι είπα «ας συμπεριλάβω κι εκείνα τα γράμματα, που δεν καταλαβαίνω ακόμα τι είναι». Και τότε ο εκδότης, ο Κώστας Σπαθαράκης, μου είπε κάτι σαν: «Σταμάτα για λίγο να γράφεις ό,τι άλλο γράφεις και ασχολήσου με αυτά τα γράμματα, κάτι υπάρχει εδώ». Κι έτσι συνέχισα να τα γράφω. Στη συνέχεια αποσπάστηκαν πια εντελώς από την πραγματική αλληλογραφία, έγιναν κάτι άλλο.

ΕΠΕΞ Άνια Βουλούδη Facebook Twitter
«Κατά κάποιον παράδοξο τρόπο, με ενοχλεί η νοσταλγία. Υπάρχει ένα εστιατόριο που άνοιξε πρόσφατα κι έχει μια ταμπέλα με νέον στον τοίχο που γράφει απλώς: "Νοσταλγία". Και δεν καταλαβαίνω ακριβώς τι θέλει να πει». Φωτ.: Όλγα Δέικου/ LIFO

— Πες μου και για την αποσπασματικότητα του βιβλίου. Η «Κατεδάφιση» έχει την ομορφιά του σπαράγματος. Κάποιες φορές τα γράμματα μένουν ημιτελή.
Γενικά, διαβάζω βιβλία ημερολογίων και επιστολών· τώρα, για παράδειγμα, διαβάζω τα ημερολόγια του Κάφκα χωρίς να έχω διαβάσει κάποιο βιβλίο του. Η αποσπασματικότητα και η αμεσότητα με γοητεύουν περισσότερο από τη συνέχεια και τη συνοχή μιας ολοκληρωμένης αφήγησης. Όταν ξεκίνησα να γράφω αυτά τα γράμματα, λίγο αργότερα άρχισα να διαβάζω το «Βιβλίο της ανησυχίας» του Πεσσόα, το οποίο είναι ένα κλασικό παράδειγμα της γραφής που με συγκινεί. Μπορείς να το ανοίξεις ανά πάσα στιγμή σε οποιαδήποτε σελίδα και να καταλάβεις, να βυθιστείς. Δεν γίνεται συχνά κάτι τέτοιο σε άλλες λογοτεχνικές μορφές. Δεν είχα την πρόθεση να γράψω κάτι αποσπασματικό ή ελλειπτικό, αλλά συνέβη μάλλον γιατί είναι αυτό που με ενδιαφέρει σε όλες τις τέχνες.

— Σε βοήθησε το ότι ο παραλήπτης των επιστολών είναι ένα πρόσωπο τόσο απομακρυσμένο από την αφηγήτρια, ένας φίλος που ζει στο εξωτερικό; Αυτή η απόσταση από τον δέκτη του μηνύματος τι σημασία έχει για το βιβλίο;
Βοηθάει αυτή η απόσταση, γιατί η γυναίκα που γράφει τα γράμματα δεν ήξερε πώς να απευθυνθεί σε κάποιον κοντινό της άνθρωπο, σε κάποιον παρόντα. Βίωνε τέτοια μοναξιά που το να μιλήσει σε οποιονδήποτε –θα μπορούσε να στέλνει γράμματα στον Θεό– ήταν απαραίτητο. Γράφει τελικά σε έναν φίλο της, άρα σε κάτι που την κάνει να αισθάνεται και ασφαλής. Ασφαλής, ακόμα περισσότερο, γιατί ίσως γράφει χωρίς την προσδοκία μιας απάντησης.

— Ήθελα να σε ρωτήσω για την αυτομυθοπλαστική διάσταση του βιβλίου. Δηλαδή άντλησες υλικό από την πραγματική ζωή σου και το τοποθέτησες σε αυτό το βιβλίο; Γιατί πήρες αυτή την απόφαση;
Γενικώς αγαπώ την αλήθεια και την αναζητώ και σε άλλα πράγματα με τα οποία ασχολούμαι. Ας πούμε, στις ταινίες, με ενδιαφέρει το docufiction· ντοκιμαντέρ, δηλαδή, και μυθοπλασία ταυτόχρονα. Έτσι και στο βιβλίο έχουν όλα μπλεχτεί κι έχουν φτιάξει κάτι που δεν είναι πια η Αλήθεια, αλλά βασίζεται πολύ στα γεγονότα. Γι’ αυτό δεν μπόρεσα να αφαιρέσω τα ονόματα Στέφανος (σ.σ. του φίλου/παραλήπτη των επιστολών) και Άνια. Δεν ήθελα το βιβλίο να χάσει την επαφή με την αφετηρία του.

cover
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ:
Άνια Βουλούδη, «Κατεδάφιση», εκδόσεις Αντίποδες

— Πρόκειται για ένα βιβλίο με πολλές μετακινήσεις του προσώπου που αφηγείται. Υπάρχει μια διαδοχή τόπων: Θεσσαλονίκη, Κρήτη, Γερμανία, Αθήνα. Γιατί δίνεις τόση έμφαση στην κίνηση των ηρώων, στους τόπους; Πες μου επίσης δυο κουβέντες για τα σπίτια. Φαίνεται πως σε απασχολούν πολύ ως χώροι.
Δεν αντέχω να αφήνω τα σπίτια, δεν αντέχω να αφήνω τους τόπους. Θα ήθελα τα πάντα (κι εμείς μαζί τους) να βρίσκονται στο ίδιο σημείο. Τα σπίτια με στοιχειώνουν και την ίδια στιγμή με βοηθάνε να είμαι αυτό που είμαι. Τα έχω τεράστια ανάγκη, κι όταν αφήνω ένα σπίτι, υποφέρω. Όσο για τις μετακινήσεις, ξεκινάμε από μετακινήσεις απαραίτητες, πραγματικές –οι άνθρωποι χρειάζεται συνέχεια να φεύγουν–, οι οποίες βοηθάνε καμιά φορά στη «μετακίνηση» που πρέπει να γίνει για να γράψει κανείς. Δηλαδή όντως πήγα στη Γερμανία για έναν χρόνο, έπειτα επέστρεψα· αυτό δημιούργησε μια εσωτερική μετατόπιση, που σου επιτρέπει να αλλάξεις πλευρά και να κοιτάξεις προς κάπου αλλού ή από κάπου αλλού. Είναι όπως η κάμερα, ας πούμε, που βλέπει εντελώς άλλα πράγματα αν την κουνήσουμε ελάχιστα. Αν η διαδικασία λειτουργήσει, κοιτάζουμε τα πράγματα από μια νέα θέση, η κάμερα μετακινείται, ο άνθρωπος μετακινείται. Η κίνηση αυτή, το πώς βλέπεις και αντιμετωπίζεις τα πράγματα, θεωρώ ότι έχει να κάνει πολύ με τον χώρο και τον τόπο. Δεν αλλάζεις εσύ ωστόσο επειδή είσαι απλώς αλλού και έχεις άλλα πράγματα γύρω σου, αλλάζει όμως ο τρόπος που βλέπεις.

— Ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της «Κατεδάφισης» , ειδικά στην αρχή, είναι αφιερωμένο σε ιστορίες για την εργασία. Και πιο συγκεκριμένα, στην επισφαλή εργασία, στην εστίαση. Μίλησέ μας λίγο για αυτήν τη θεματική του βιβλίου.
Τον καιρό που έγραφα το βιβλίο, δούλευα στα μπαρ. Και η αλήθεια είναι ότι μέσα στα μπαρ υπάρχει ένα είδος ιδρυματισμού. Δεν μπορείς να γράψεις κάτι ή να φτιάξεις κάτι που να μην έχει μέσα του, φανερά ή όχι, τη δουλειά αυτή. Είναι μια δουλειά που έκανε κάθε γενιά: όταν είσαι νέος, τουλάχιστον στην Ελλάδα, θα περάσεις από την εστίαση. Οπότε είναι ένα αναπόσπαστο και μεγάλο κομμάτι μου, δεν μπορούσα να μη μιλήσω γι’ αυτό και για όλες τις παρόμοιες δουλειές. Με καθόρισαν και είναι πάντα εκεί.

— Κάπου γράφεις: «Πρέπει να σου μιλήσω για την αίσθηση που έχω πως τα πράγματα κατηφορίζουν». Γενικά, η αίσθηση της απώλειας του ελέγχου είναι μια απ’ τις σταθερές θεματικές του βιβλίου. Γράφοντας τις επιστολές η αφηγήτρια προσπαθεί να ανακτήσει τον έλεγχο του παρελθόντος της;
Δεν ξέρω αν ανακτά τελικά κάποιον έλεγχο. Ό,τι έγινε, έγινε. Αφηγείται το παρελθόν· αφηγείται το παρόν· όχι πολύ το μέλλον. Νομίζω ότι αυτό που προσπαθεί να κάνει είναι να βάλει σε τάξη τα πράγματα ώστε να καταλάβει τι συμβαίνει και τι μπορεί να κάνει τώρα για τη ζωή της.

— Επίσης, βάζεις την ηρωίδα να συλλέγει διάφορα αντικείμενα, που τα αποκαλεί «παλιοπράματα». Πώς λειτουργεί αυτό το αρχείο και τι σχέση έχει γενικότερα με τη μνήμη;
Εν τω μεταξύ, είμαι εδώ, τώρα που μιλάμε, στο σπίτι μου, και κοιτάζω όλα τα πράγματα που έχω. Μόλις μετακόμισα κι έχω ένα σωρό πράγματα, είναι φοβερό. Εμένα, κατά κάποιον παράδοξο τρόπο, με ενοχλεί η νοσταλγία. Για παράδειγμα, υπάρχει ένα εστιατόριο που άνοιξε πρόσφατα κι έχει μέσα μια ταμπέλα με νέον στον τοίχο που γράφει απλώς: «Νοσταλγία». Και δεν καταλαβαίνω ακριβώς τι θέλει να πει, ρε παιδί μου. Θέλει να νοσταλγήσουμε κάτι, το οποίο δεν καταλαβαίνω ακριβώς τι είναι. Κι είμαι, ωστόσο, ένας άνθρωπος που μαζεύει πράγματα. Τα μαζεύω γύρω μου και τα έχω μέσα στο σπίτι μου και τα χρησιμοποιώ. Αλλά δεν είναι μόνο η χρηστική τους πλευρά· τα έχω κατά κάποιον τρόπο ανάγκη: τα στήνω γύρω μου και γίνονται το τοπίο μου. Είναι ο τρόπος μου να αντέχω τη ζωή και να υπάρχω. Βασίζομαι πολύ στα πράγματα, βασίζομαι πάρα πολύ στο σπίτι, στην έννοια του σπιτιού.

ΕΠΕΞ Άνια Βουλούδη Facebook Twitter
Φωτ.: Όλγα Δέικου/ LIFO
ΕΠΕΞ Άνια Βουλούδη Facebook Twitter
Φωτ.: Όλγα Δέικου/ LIFO
ΕΠΕΞ Άνια Βουλούδη Facebook Twitter
«Δεν είχα την πρόθεση να γράψω κάτι αποσπασματικό ή ελλειπτικό, αλλά συνέβη μάλλον γιατί είναι αυτό που με ενδιαφέρει σε όλες τις τέχνες». Φωτ.: Όλγα Δέικου/ LIFO

— Η αφήγηση πάντως δεν μένει στο παρελθόν. Μετά τις πρώτες σελίδες, υπάρχει κι ένα άνοιγμα στο μέλλον. Έχεις λοιπόν την αίσθηση ότι και η ιστορία και η ηρωίδα σου εντέλει προχωρούν.
Θα σου πω την αλήθεια: δεν έχω ποτέ κάποιο όραμα όταν ξεκινάω κάτι. Ούτε στη λογοτεχνία ούτε στη φωτογραφία ούτε στις ταινίες που φτιάχνω. Έχω ό,τι έχω στην αρχή, κάποιο υλικό, κάτι μικρό, ένα έναυσμα. Από όταν βγήκε το πρώτο μου βιβλίο, «Η πλατεία ως μια βέβαιη κατάληξη», τέλη του 2018, άρχισα να γράφω αυτά τα γράμματα, και τα έγραφα μια φορά στο τόσο. Πέρασαν έτσι οχτώ σχεδόν χρόνια, πολύς καιρός. Δεν υπήρχε δηλαδή κάποια ροή, ή κάποιο πρόγραμμα όπως έχουν άλλοι άνθρωποι, που κάθονται και γράφουν ένα βιβλίο και το πηγαίνουν σερί μέχρι το τέλος. Το δικό μου βιβλίο γράφτηκε λίγο λίγο, πού και πού, σιγά σιγά. Έγραφα, λοιπόν, την ώρα που συνέβαιναν διάφορα και που η ζωή προχωρούσε. Κι όταν σε αυτήν επικρατούσε το παρελθόν, έγραφα για το παρελθόν· όταν επικρατούσε η μοναξιά, έγραφα για τη μοναξιά. Όταν σκεφτόμουν το μέλλον, έγραφα για το μέλλον.

— Στο βιβλίο παρουσιάζεις ένα είδος έρωτα ο οποίος, ενώ είναι πολύ δυνατός και επηρεάζει την αφηγήτρια, τελικά επηρεάζεται κι αυτός από τις συνθήκες: δεν είναι εν τέλει παντοδύναμος, με τη συμβατική έννοια.
Όλοι θα θέλαμε πάρα πολύ ο έρωτας να είναι παντοδύναμος, σαν τη θρησκεία· αλλά, δεν είναι. Η αγάπη, η οικογένεια, αυτό που έχει η ηρωίδα, ενώ είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό και αληθινό, είναι ταυτόχρονα κάτι που μπορεί να αλλάξει, να καταστραφεί. Και μπορεί να επηρεαστεί από εθισμούς, από αυτοκαταστροφικές τάσεις, από τη δουλειά, από τη φτώχεια, από την ανάγκη μας για κάτι άλλο. Γιατί πάντα ψάχνουμε κάτι άλλο: ταξιδεύουμε γιατί θέλουμε κάτι άλλο, ερωτευόμαστε γιατί θέλουμε κάτι άλλο. Όλα αυτά μπορούν να διαλύσουν κάτι που νιώθαμε να είναι παντοδύναμο.

— Τελειώνοντας, θες να μου πεις και μια κουβέντα για τον τίτλο του βιβλίου;
Είμαι πολιτικός μηχανικός και, όπως λέγαμε και στην αρχή, τα πράγματα μπλέκονται. Δεν γίνεται να σταματήσεις να είσαι αυτό που είσαι όλη την ημέρα και μετά να είσαι συγγραφέας και μετά να είσαι φωτογράφος και μετά να είσαι σκηνοθέτης ή ό,τι θες να είσαι. Αυτά τα πράγματα θα μπερδευτούν και θα φανούν σε τίτλους, θα φανούν σε πολλά πράγματα. Κλείσε τα μάτια σου τώρα και πες τι φαντάζεσαι όταν ακούς τη λέξη «κατεδάφιση». Σκέφτεσαι μάλλον ένα κτίριο, πολύ τραγικά και πολύ ξαφνικά, να χάνει το στήριγμά του και να πέφτει πολύ άσχημα κάτω. Νομίζω ότι ταιριάζει με αυτό που συμβαίνει στην ηρωίδα.

ΕΠΕΞ Άνια Βουλούδη Facebook Twitter
«Το πώς βλέπεις και αντιμετωπίζεις τα πράγματα θεωρώ ότι έχει να κάνει πολύ με τον χώρο και τον τόπο. Δεν αλλάζεις εσύ επειδή είσαι απλώς αλλού, αλλάζει όμως ο τρόπος που βλέπεις». Φωτ.: Όλγα Δέικου/ LIFO

— Η δική σου γενιά, λίγο λίγο, αποκτά περισσότερη φωνή στα γράμματα. Αισθάνεσαι πως το αναγνωστικό κοινό ενδιαφέρεται για όσα έχουν να πουν συγγραφείς στην ηλικία σου; Ή τελικά οι γενιές δεν έχουν και τόσο μεγάλη σημασία;
Θα μιλήσω ως αναγνώστρια. Εγώ θέλω να ακούσω τι συμβαίνει τώρα, κι αυτό δεν είναι θέμα γενιάς. Θέλω απλώς να ξέρω τι γίνεται εδώ δίπλα, στις ζωές και τα σπίτια των ανθρώπων. Δεν με νοιάζει τι ηλικία έχουν· με ενδιαφέρει τι περνούν αυτήν τη στιγμή. Αυτό μου προσφέρει το ότι είμαι μηχανικός: το τεράστιο προνόμιο να μπαίνω στα σπίτια των ανθρώπων και να μου λένε κατευθείαν τι τους συμβαίνει, τι συνέβη στην οικογένειά τους, στη ζωή τους, απολύτως προσωπικά πράγματα, έστω και για λόγους απλώς γραφειοκρατικούς. Όταν περπατάω στον δρόμο κρυφοκοιτάζω μέσα από τα παράθυρα, βλέπω τους ανθρώπους και θέλω να δω με τι ασχολούνται. Μαγειρεύουν; Ωραία, θέλω να το ξέρω. Θέλω να τους καταλάβω, να φανταστώ πώς νιώθουν, να αντιληφθώ τι γίνεται. Οπότε έχω την εντύπωση ότι αντίστοιχα κι οι άλλοι ίσως θέλουν να ξέρουν τι κάνει και τι έχει να πει κανείς σήμερα. Δεν ξέρω αν αυτό λείπει από τη λογοτεχνία, δεν έχω χρόνο να διαβάζω πολύ, δεν προλαβαίνω. Διαβάζω 17 λεπτά, όσο κάνει το μετρό να με πάει από το σπίτι μου στη δουλειά, κι άλλα 17 λεπτά στον γυρισμό κάθε μέρα. Οπότε δεν είμαι σίγουρη τι συμβαίνει τώρα στη λογοτεχνία και αν υπάρχει κόσμος που μιλάει για τη σημερινή εποχή, αλλά νομίζω ότι αυτό έχουμε ανάγκη να καταλάβουμε: τι βιώνουμε και τι μπορούμε να κάνουμε. Το να μιλάμε για το παρελθόν είναι σημαντικό, αλλά κάνει πιο εύκολο το να υποκύψουμε σε συναισθηματισμούς, να θυμηθούμε τα παλιά, να νιώσουμε ότι κάποτε ήταν καλύτερα. Εγώ θέλω να νιώσω τι συμβαίνει εδώ, σήμερα.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Κώστας Σπαθαράκης, εκδότης.

Κώστας Σπαθαράκης / Κώστας Σπαθαράκης: «Δεν έχουμε αφηγήσεις για τις ερωτικές μας σχέσεις, για τα νιάτα μας»

Για τον άνθρωπο πίσω από τις εκδόσεις αντίποδες, το μεγαλύτερο όφελος ήταν ότι, ενώ του άρεσε να είναι χωμένος μέσα στα βιβλία – μια μοναχική και ίσως ναρκισσιστική συνήθεια –, στην πορεία έμαθε να τη μετατρέπει σε εργαλείο κοινωνικότητας και επαφής με τους γύρω του.
M. HULOT

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το ένα βιβλίο

20 χρόνια LiFO / Από όσα βιβλία διάβασες τα τελευταία 20 χρόνια, αυτό ξεχωρίζεις

Τα τελευταία 20 χρόνια κυκλοφόρησαν πολλά καλά βιβλία και είναι αδύνατον να φτιαχτεί μια λίστα που να τα περιλαμβάνει όλα. Αντ' αυτού, ζητήσαμε από 20 ανθρώπους του βιβλίου να μας γράψουν για τους τίτλους που εκείνοι αγάπησαν μέσα σ' αυτή την περίοδο.
ΝΙΚΗΤΑΣ ΔΕΣΠΟΤΙΔΗΣ
Η Λένα Κιτσοπούλου διαβάζει το «Ημερολόγιο Φράνκενσταϊν»

Αναγνώσεις / Η Λένα Κιτσοπούλου διαβάζει το «Ημερολόγιο Φράνκενσταϊν»

H σκηνοθέτιδα και δραματουργός διαβάζει μέρος από το κείμενο που προέκυψε κατά τη διάρκεια της εργασίας της πάνω στο στο μυθιστόρημα «Φράνκενσταϊν ή ο Σύγχρονος Προμηθέας» της Μαίρη Σέλλεϋ.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Οι πολλές, ενδιαφέρουσες ζωές της Μάργκαρετ Άτγουντ

Βιβλίο / Οι πολλές ζωές της Μάργκαρετ Άτγουντ

Η «μυθιστορηματική αυτοβιογραφία» της Μάργκαρετ Άτγουντ «Πολλές ζωές σε μία» φέρνει στο φως άγνωστες λεπτομέρειες για τη συγγραφέα και αποκαλύπτει την ικανότητά της να μην ξεχνά όσα σφράγισαν την πορεία της.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ελισάβετ Χρονοπούλου: «Οι δωσίλογοι ήταν πολλοί, αδίστακτοι και δεν τιμωρήθηκαν»

Βιβλίο / Ελισάβετ Χρονοπούλου: «Οι δωσίλογοι ήταν πολλοί, αδίστακτοι και δεν τιμωρήθηκαν»

Η συγγραφέας του «Επί σκοπώ πλουτισμού» αποκαλύπτει όσα γίνονταν στην Ειδική Ασφάλεια τη σκοτεινή εποχή της Κατοχής και επιμένει ότι μόνο αν αναμοχλεύσουμε το παρελθόν θα προχωρήσουμε ως κοινωνία.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο Ερρίκος Σοφράς διαβάζει Νίκo-Αλέξη Ασλάνογλου

Αναγνώσεις / Ο Ερρίκος Σοφράς διαβάζει τις «Ωδές στον Πρίγκιπα» του Νίκoυ-Αλέξη Ασλάνογλου

Τα δεκάξι ποιήματα της συλλογής «Ωδές στον πρίγκιπα» γράφτηκαν από το καλοκαίρι του 1971 μέχρι το φθινόπωρο του 1975 στο Ωραιόκαστρο της Θεσσαλονίκης, θέρετρο λίγο έξω από την πόλη, όπου περνούσε τα καλοκαίρια του ο ποιητής. Τυπώθηκαν έξι χρόνια μετά (εκδ. Ύψιλον, Νοέμβριος 1981).
Ο Γιάννης Αξιώτης έγραψε ένα τρυφερό βιβλίο για τα παιδικά μας τραύματα

Βιβλίο / Ο Γιάννης Αξιώτης έγραψε ένα τρυφερό βιβλίο για τα παιδικά μας τραύματα

Ο πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας μιλά στη LiFO για τον «Αρχαίο Αύγουστο», τη λογοτεχνία, τη γενιά του και την ανάγκη να βρίσκουμε, ακόμη και μέσα στις δυσκολίες, λίγο χρόνο για να αγαπήσουμε.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ