Υπάρχουν βιβλία που επιστρέφουν επειδή κάποιος τα ξανατυπώνει. Και υπάρχουν βιβλία που επιστρέφουν επειδή μια εποχή ξαφνικά καταλαβαίνει ότι τα είχε ανάγκη. Το Separate Rooms του Πιερ Βιτόριο Τοντέλι, που πρωτοκυκλοφόρησε στα ιταλικά το 1989 με τίτλο Camere separate, ανήκει μάλλον στη δεύτερη κατηγορία.
Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά την πρώτη του έκδοση, το μυθιστόρημα επανέρχεται στο διεθνές προσκήνιο με νέα αγγλική έκδοση και με την κινηματογραφική διασκευή που ετοιμάζει ο Λούκα Γκουαντανίνο, ο σκηνοθέτης που έχει συνδεθεί διεθνώς με τον queer πόθο μέσα από το Call Me by Your Name και το Queer. Στα ελληνικά, το βιβλίο κυκλοφόρησε πέρυσι από τις εκδόσεις Πόλις, με τίτλο Χωριστά δωμάτια. Όμως το ενδιαφέρον εδώ δεν είναι απλώς ότι ο Γκουαντανίνο βρήκε ακόμη ένα queer βιβλίο για να μεταφέρει στο σινεμά. Είναι ότι το Separate Rooms μοιάζει σήμερα πιο στιλπνό, πιο επώδυνο και ίσως πιο επίκαιρο από όσο επιτρέπει ο ήσυχος τίτλος του.
Στο κέντρο του βρίσκεται ο Λέο, ένας Ιταλός συγγραφέας λίγο μετά τα τριάντα, που περιπλανιέται στην Ευρώπη παγωμένος από το πένθος μετά τον θάνατο του νεότερου συντρόφου του, Τόμας, ενός Γερμανού μουσικού. Το AIDS δεν κατονομάζεται ποτέ ρητά στο βιβλίο. Όμως η εποχή μέσα στην οποία γράφεται και εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα κάνει την απουσία της λέξης ακόμη πιο ηχηρή. Ο ίδιος ο Τοντέλι πέθανε από AIDS το 1991, δύο χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του Camere separate, σε ηλικία μόλις 36 ετών.
Το βιβλίο κινείται μπρος πίσω στον χρόνο, ανάμεσα στις πρώτες συναντήσεις του Λέο με τον Τόμας και στην περίοδο του πένθους. Δεν είναι μια γραμμική ιστορία αγάπης. Είναι περισσότερο η προσπάθεια ενός ανθρώπου να καταλάβει τι ακριβώς έζησε, τι έχασε και γιατί δεν μπόρεσε να το κατοικήσει αλλιώς όσο ακόμη υπήρχε.
Ο τίτλος, Separate Rooms, μοιάζει στην αρχή σχεδόν κυριολεκτικός. Ο Λέο πιστεύει ότι οι δύο άντρες δεν μπορούν να ζήσουν μόνιμα μαζί. Ότι χρειάζονται χώρο, απόσταση, χωριστά δωμάτια, για να επιβιώσει η σχέση τους. Όμως όσο προχωρά το μυθιστόρημα, αυτή η ιδέα αποκτά άλλο βάρος. Δεν αφορά μόνο την ανεξαρτησία μέσα στον έρωτα. Αφορά την queer ντροπή, την έλλειψη προτύπων, την αδυναμία μιας εποχής να προσφέρει στους γκέι άντρες μια εικόνα κοινής ζωής που να μην είναι είτε κρυφή είτε δανεισμένη από την ετεροκανονικότητα.
Σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία του βιβλίου, ο Λέο αναγνωρίζει ότι δεν είχε πρότυπα να ακολουθήσει, καμία εμπειρία πάνω στην οποία να πατήσει για να φανταστεί τον εαυτό του ως μέρος ενός queer ζευγαριού. Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο τραύμα του Separate Rooms: δεν μιλά μόνο για δύο ανθρώπους που αγαπήθηκαν και χωρίστηκαν από τον θάνατο. Μιλά για ανθρώπους που έπρεπε να εφεύρουν τον τρόπο να αγαπηθούν χωρίς να έχουν παραδείγματα.
Ο Τοντέλι ήξερε καλά αυτή την ένταση. Το 1980, το πρώτο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων Altri Libertini, τον έκανε ένα από τα πιο ανήσυχα νέα ονόματα της ιταλικής λογοτεχνίας, με τις ωμές απεικονίσεις queer σεξ, ναρκωτικών, νεανικής περιπλάνησης και συναισθηματικής αταξίας. Για πολλούς νεότερους αναγνώστες έγινε ένας αυθεντικός χρονικογράφος μιας γενιάς που κινούνταν ανάμεσα στη μουσική, τα ταξίδια, τις πόλεις, τα σώματα και την αίσθηση ότι τίποτα δεν μπορούσε να μείνει σταθερό.
Κι όμως, παρότι έγραφε για έναν κόσμο σωματικά και πολιτισμικά ριζοσπαστικό, ο ίδιος δεν μίλησε ποτέ δημόσια για τη σεξουαλικότητά του όσο ζούσε. Η οικογένειά του αρχικά κράτησε ιδιωτική την αιτία του θανάτου του. Μόνο αργότερα, καθώς λεπτομέρειες της σεξουαλικότητάς του άρχισαν να γίνονται γνωστές, η ιταλική queer κοινότητα βρήκε στη φωνή του ένα σημαντικό σημείο αναφοράς.
Αυτό κάνει την επιστροφή του Separate Rooms ακόμη πιο φορτισμένη. Δεν πρόκειται απλώς για την ανακάλυψη ενός cult queer βιβλίου. Πρόκειται για την επιστροφή ενός συγγραφέα που έγραψε γύρω από τη ντροπή, την επιθυμία και τον θάνατο χωρίς να τα μετατρέψει σε δήλωση ταυτότητας με τον τρόπο που θα το διαβάζαμε σήμερα. Το βιβλίο του είναι queer όχι επειδή σηκώνει σημαία. Είναι queer επειδή καταγράφει με σπάνια καθαρότητα την ψυχική αρχιτεκτονική ενός έρωτα που δεν είχε έτοιμο σπίτι.
Η ιταλική συνθήκη κάνει αυτή την ανάγνωση ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Όπως σημειώνει ο Eugenio Bolongaro, καθηγητής ιταλικής λογοτεχνίας και κινηματογράφου στο McGill University, το μυθιστόρημα αποτυπώνει πολύ καλά τι σήμαινε να είσαι gay στην Ιταλία εκείνης της εποχής, αλλά παραμένει σχετικό και σήμερα, ειδικά με την άνοδο της δεξιάς. Η Ιταλία παραμένει μία από τις τελευταίες χώρες της Δυτικής Ευρώπης χωρίς γάμο για ομόφυλα ζευγάρια. Οι ενώσεις πολιτικής συμβίωσης αναγνωρίζονται από το 2016, όμως δεν παρέχουν πλήρη ισότητα σε ζητήματα τεκνοθεσίας και πρόσβασης στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή.
Γι’ αυτό το Separate Rooms δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν του AIDS και της κρυφής queer ζωής. Μιλά και στο σήμερα, σε μια Ευρώπη όπου η νομική πρόοδος δεν έχει εξαφανίσει τις παλιές μορφές καχυποψίας, ούτε την ανάγκη πολλών queer ανθρώπων να φαντάζονται σχέσεις έξω από τα παραδοσιακά σχήματα.
Το πιο ριζοσπαστικό στο βιβλίο ίσως βρίσκεται ακριβώς εκεί: στην άρνηση ότι ο έρωτας πρέπει να ολοκληρώνεται μέσα από συγχώνευση. Τα «χωριστά δωμάτια» δεν είναι απαραίτητα αποτυχία. Μπορούν να είναι αναγνώριση ότι δύο άνθρωποι δεν χρειάζεται να εξαφανιστούν ο ένας μέσα στον άλλον για να αγαπηθούν. Ότι η ανεξαρτησία δεν είναι το αντίθετο της οικειότητας. Ότι μια queer σχέση μπορεί να αρνηθεί το ιδανικό του «άλλου μισού» χωρίς να γίνει λιγότερο βαθιά.
Στο τέλος, ο Λέο αρχίζει να σχηματίζει κάτι που σήμερα θα ονομάζαμε chosen family. Δεν είναι ακριβώς λύτρωση. Το Separate Rooms δεν είναι βιβλίο που παρηγορεί εύκολα. Αλλά μέσα στο πένθος του υπάρχουν μικρές χαραμάδες: η δυνατότητα να υπάρξουν δεσμοί πέρα από το ζευγάρι, πέρα από την οικογένεια καταγωγής, πέρα από τη φαντασίωση ότι κάθε ζωή πρέπει να μοιάζει με την προηγούμενη για να θεωρηθεί ολοκληρωμένη.
Ίσως γι’ αυτό το μυθιστόρημα να ταιριάζει τόσο πολύ με τον Γκουαντανίνο. Ο κόσμος του Ιταλού σκηνοθέτη ενδιαφέρεται συχνά για την επιθυμία πριν αυτή αποκτήσει όνομα, για τα σώματα που δεν ξέρουν ακόμη τι θα χάσουν, για την ομορφιά που έρχεται μαζί με την καθυστέρηση, την απόσταση, την αδυναμία.
Αν το Call Me by Your Name ήταν μια ιστορία πρώτης επιθυμίας κάτω από το φως του καλοκαιριού, το Separate Rooms βρίσκεται στην άλλη πλευρά: εκεί όπου ο έρωτας έχει ήδη συμβεί και το ερώτημα δεν είναι πώς αρχίζει, αλλά πώς συνεχίζεις να ζεις όταν έχει χαθεί.
Η επιστροφή του Τοντέλι, λοιπόν, δεν είναι απλώς λογοτεχνικό γεγονός ούτε απλώς κινηματογραφικό preview. Είναι μια υπενθύμιση ότι η queer λογοτεχνία δεν μιλά μόνο για επιθυμία ή ταυτότητα. Μιλά και για αρχιτεκτονική ζωής. Για τα δωμάτια που μας δόθηκαν, για εκείνα που μας απαγορεύτηκαν και για εκείνα που χρειάστηκε να εφεύρουμε μόνοι μας.
με στοιχεία από Another Magazine, Εκδόσεις Πόλις