Μερικές φορές αυτό που μας τρομάζει περισσότερο δεν είναι αυτό που ακούμε αλλά αυτό που ακολουθεί όταν όλα σωπαίνουν. Ίσως γι’ αυτό ο Γιάννης Αξιώτης διάλεξε έναν ήχο για να ξεκινήσει τον «Αρχαίο Αύγουστό» του. Έναν ήχο που εισβάλλει σε μια πόλη και αναγκάζει τους ανθρώπους της να κοιτάξουν κατάματα όσα συνήθως προτιμούν να αφήνουν στο σκοτάδι: τα παιδικά τραύματα, τις επιθυμίες που δεν ειπώθηκαν ποτέ, τους ανθρώπους που χάθηκαν κάπου στη διαδρομή και εκείνα τα κομμάτια του εαυτού μας που επιστρέφουν όταν δεν τα περιμένουμε.
Συναντηθήκαμε ένα καλοκαιρινό απόγευμα σε ένα καφέ στην Πλάκα και μιλήσαμε για το πρώτο του βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, αλλά η συζήτηση γρήγορα ξέφυγε από τις σελίδες του. Πήγε στην παιδική ηλικία, στη μοναξιά, στην ομορφιά που μπορεί κάποιες φορές να τρομάζει, στη σιωπή που συχνά λέει περισσότερα από οποιονδήποτε ήχο και στην ανάγκη μας να αφήνουμε κάποια πράγματα ανεξήγητα.
Στη συζήτησή μας μιλά για τη γενιά του, που μεγάλωσε με το «ενοχικό σύνδρομο» και την αίσθηση πως «για κάτι φταίμε ή χρωστάμε σε κάποιον». Αναφέρεται στην ανάγκη να δημιουργούμε ακόμη κι όταν όλα γύρω μας μάς αποτρέπουν, για τη λογοτεχνία που ίσως δεν αλλάζει τον άνθρωπο αλλά μπορεί να τον παρηγορήσει, και για τη σιωπή που τον τρομάζει περισσότερο από κάθε ήχο. «Μέσα της καταλαβαίνεις περισσότερα», λέει. Ο Γιάννης Αξιώτης πιστεύει πως δεν έχουμε ανάγκη από περισσότερες απαντήσεις αλλά από περισσότερα μυστήρια. Ίσως γιατί, τελικά, η ζωή αρχίζει να αποκτά ενδιαφέρον ακριβώς εκεί που τελειώνει η ανάγκη μας να την εξηγήσουμε.
Μου δίνει ελπίδα κάθε άνθρωπος που βλέπω ότι συνεχίζει να δημιουργεί, ενώ όλα γύρω του τον αποτρέπουν και απαιτούν να κάνει το αντίθετο. Και, φυσικά, η αγάπη μεταξύ των ανθρώπων. Χωρίς αυτή, δεν θα γινόταν τίποτα. Πάντοτε θα ξεκλέβεις λίγο χρόνο για να αγαπήσεις. Κι αυτό το βρίσκω θαυμαστό.
— Γεννήθηκες το 1995. Ποια είναι η πρώτη εικόνα που κουβαλάς και ποια η πρώτη που θέλησες να ξεχάσεις;
Η πρώτη εικόνα που κουβαλώ είναι η θάλασσα του Αιγαίου και λαμπρό φως να πέφτει πάνω της. Κάτι που εδώ θεωρούμε δεδομένο, αλλά δεν είναι για όλο τον κόσμο. Η πρώτη εικόνα που θέλησα να ξεχάσω δεν είναι ακριβώς εικόνα, αλλά η «νεύρωση» της οικογενειοκρατίας, η οποία ακόμη και σήμερα είναι βαθιά ριζωμένη στην ελληνική κοινωνία και κατά συνέπεια στον ψυχισμό του Έλληνα.
— Η γενιά σου μεγάλωσε ακούγοντας ότι είναι η «χαμένη γενιά». Εσύ νιώθεις χαμένος ή απλώς αρνείσαι να παίξεις με τους κανόνες που βρήκες;
Κάθε γενιά έχει θετικά και αρνητικά στοιχεία, τα οποία θέλω να υπογραμμίσω πως δεν επέλεξε. Δεν αισθάνομαι σε καμία περίπτωση «χαμένος», καθώς μεγάλωσα, εκ των πραγμάτων, με περισσότερα πνευματικά εφόδια και ερεθίσματα απ’ τις προηγούμενες γενιές. Λόγου χάρη, άμεση πρόσβαση στη γνώση, σε βιβλία, σε τέχνες και πολιτιστικούς φορείς. Ωστόσο, κάτι κερδίζεις και κάτι χάνεις. Η κοινωνία, επειδή τρέχει με ακατάπαυστους ρυθμούς, μας κάνει να θεωρούμε τον εαυτό μας αναλώσιμο και μη επαρκή. Αν δεν είσαι τέλειος, δεν σου δίνεται η δυνατότητα να ξεχωρίσεις. Υπό αυτήν τη συνθήκη, δεν είναι ακριβώς χαμένη γενιά αλλά αδικημένη. Εγώ ήμουν απλώς τυχερός και επέλεξα συνειδητά να αφήσω πίσω μου τέτοιου είδους παθολογίες και να ακολουθήσω εκείνο που μου αρέσει.
— Μεγαλώσατε με το ίντερνετ και τα social media. Έγινε ευκολότερο να επικοινωνείτε ή δυσκολότερο να γνωρίζετε πραγματικά ο ένας τον άλλον;
Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Πράγματι, η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων έγινε ευκολότερη σε απόλυτες τιμές με το διαδίκτυο. Ωστόσο, ο όγκος πληροφορίας, η απόσπαση προσοχής και οι γοργοί ρυθμοί ζωής που επιτάσσει η κοινωνία ίσως να μην αφήνουν ανάσα ή όρεξη ώστε να γνωρίσει κάποιος ένα άλλο άτομο σε βαθύτερο πλαίσιο. Αυτό, εντούτοις, δεν σημαίνει πως παλιότερα τα πράγματα ήταν καλύτερα. Γίνονταν απλώς με διαφορετικό τρόπο. Η άποψή μου είναι πως ο άνθρωπος πάντοτε θα βρίσκει τρόπο να επικοινωνεί με την ψυχή του άλλου, ανεξάρτητα από τον τρόπο και τις συνθήκες. Είναι το πρωταρχικό στοιχείο της ιδιοσυγκρασίας του είδους μας και δεν πιστεύω πως πρόκειται να εκλείψει. Όσο υπάρχει η τέχνη, θα καταλαβαινόμαστε επαρκώς.
— Ποια είναι η μεγαλύτερη αδικία που έχει υποστεί η γενιά σας και ποια η μεγαλύτερη δικαιολογία που λέτε στον εαυτό σας;
Η λέξη «γενιά» στο μυαλό μου είναι μια τελείως αφαιρετική έννοια. Αναγνωρίζω πως όλοι δρούμε συλλογικά και μεγαλώνουμε με τα ίδια στερεότυπα, μέσες άκρες, ωστόσο ο καθένας χαράζει τον δικό του δρόμο στο τέλος. Αν έπρεπε να απαντήσω, θα έλεγα πως η μεγαλύτερη αδικία που βιώνουν οι νέοι σήμερα είναι ότι γαλουχήθηκαν με το ενοχικό σύνδρομο – τους το πέρασαν δίχως αναισθητικό. Απ’ τη στιγμή που γεννιόμαστε, αισθανόμαστε πως για κάτι φταίμε ή χρωστάμε σε κάποιον. Πως εμείς είμαστε υπεύθυνοι για την κατάσταση που επικρατεί σήμερα και είναι υποχρέωσή μας να την ανατρέψουμε – ωστόσο όλοι όσοι εκτοξεύουν τέτοιες κατηγορίες είναι αλλεργικοί σε κάθε είδους μεταβλητότητα και εξέγερση. Ίσως κάθε γενιά να πρέπει να γίνει ο ήρωας του εαυτού της για να σωθεί. Τούτη η απάντηση, αν τη δεις υπό διαφορετικό πρίσμα, ίσως είναι και μια μεγάλη δικαιολογία, λοιπόν. Εγώ προτιμώ να πιστεύω το αντίθετο.
— Τι σημαίνει για σένα να κυκλοφορεί το βιβλίο σου από έναν ιστορικό εκδοτικό οίκο;
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο επίτευγμά μου. Κάθε νέος συγγραφέας ονειρεύεται να εκδοθεί από έναν τόσο εμβληματικό εκδοτικό οίκο κι εγώ στάθηκα αρκετά τυχερός. Δεν σας κρύβω πως από τότε που άρχισα να γράφω, κυριολεκτικά είχα ως όνειρο και βλέψη να βγάλω το πρώτο μου βιβλίο απ’ τον Καστανιώτη. Μου άρεσε η αισθητική των βιβλίων τους, η επιλογή των συγγραφέων, ακόμη και το πιο απλό: η γραμματοσειρά στη σελιδοποίηση. Συνδυάζει άρτια την ποιότητα και τη συνέπεια, όπως θα έπρεπε να κάνει κάθε ιστορικός οίκος.
— Γιατί επέλεξες τη Θήβα για το μυθιστόρημά σου;
Η Θήβα, απ’ τα αρχαία χρόνια, είναι ένας σημαντικός και σημασιολογικός τόπος για την Ελλάδα. Κουβαλάει σιωπηρά αυτόν τον ακραιφνή μυστικισμό που, στη φαντασία μου, τον καθιστούσε ιδανικό ώστε να γράψω για μια σειρά ανεξήγητων κι αλλόκοτων συμβάντων που συμβαίνουν στην καρδιά του. Επιπλέον, εκεί εξελίσσονται και οι «Βάκχες» του Ευριπίδη. Και όπως ο Διόνυσος στην τραγωδία εμφανίζεται μεταμφιεσμένος στην πόλη της Θήβας, έτσι εμφανίζεται κι ένας άγνωστος άντρας στο δικό μου μυθιστόρημα. Είναι μια απλή νοερή σύνδεση και τίποτα παραπάνω.
— Σε ενοχλεί όταν η πόλη μετατρέπεται σε τουριστική ατραξιόν;
Με ενοχλεί όταν κάτι χάνει την ταυτότητά του στον βωμό του γρήγορου κέρδους.
— Πιστεύεις ότι κάθε πρώτη νουβέλα ή μυθιστόρημα είναι στην πραγματικότητα μια αυτοβιογραφία μεταμφιεσμένη;
Πιστεύω πως κάθε λογοτεχνική απόπειρα είναι και μια αυτοβιογραφία μεταμφιεσμένη. Κάθε συγγραφέας αποτυπώνει, έστω και ασυνείδητα, τους προβληματισμούς, τις εμπειρίες, τις φοβίες και, γενικότερα, καθετί που τον απασχολεί και θέλει να εκφράσει ή να μοιραστεί με τον υπόλοιπο κόσμο. Οι χαρακτήρες που υλοποιεί αποτελούν κομμάτια του Εγώ του που αποζητούν οργανικά την ελάχιστη προβολή και να αποκτήσουν δική τους φωνή. Δεν γίνεται διαφορετικά. Η φαντασία είναι ένας συμβολικός τρόπος να προβάλουμε τον εσωτερικό μας κόσμο.
Η μεγαλύτερη αδικία που βιώνουν οι νέοι σήμερα είναι ότι γαλουχήθηκαν με το ενοχικό σύνδρομο – τους το πέρασαν δίχως αναισθητικό. Απ’ τη στιγμή που γεννιόμαστε, αισθανόμαστε πως για κάτι φταίμε ή χρωστάμε σε κάποιον. Πως εμείς είμαστε υπεύθυνοι για την κατάσταση που επικρατεί σήμερα και είναι υποχρέωσή μας να την ανατρέψουμε.
— Το βιβλίο έχει και πολλά στοιχεία queer λογοτεχνίας. Ποιες σκέψεις σε οδήγησαν εκεί;
Ένα σημαντικό στοιχείο με το οποίο καταπιάνεται το βιβλίο είναι η κατάσταση του ωραίου ως φιλοσοφική έννοια. Σ’ αυτή βρίσκει αντίκρισμα η αμφιφυλοφιλία και ο ομοερωτισμός του ήρωα, που αρχικά περιγράφεται ως πλατωνικός και εν συνεχεία συγκεκριμενοποιείται. Η ντροπή και η έλξη που νιώθει για τον φίλο του υπογραμμίζει το γεγονός πως αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως καθαρές ενέργειες, ανεξαρτήτως φύλου. Αναγνωρίζει το κάλλος, τις ποιότητές τους και νιώθει άβολα ενώπιόν τους, δίχως να τον ενδιαφέρουν περεταίρω χαρακτηριστικά που να τους διαφοροποιούν. Επιπλέον, γοητεύεται απ’ την έννοια της ομορφιάς σ’ ένα πιο αφαιρετικό πλέγμα. Τη μεταφράζει ως μια συνθήκη φυσικής ηρεμίας και αρμονίας, ενώ παράλληλα τη φοβάται, διότι μόλις τη νιώθει να συσσωρεύεται σ’ ένα καθορισμένο σημείο δημιουργεί στον χώρο και στην καρδιά του μια τεχνητή βαρύτητα και ταραχή. Όπως είχε γράψει και η αγαπημένη μου Ντόνα Ταρτ στη «Μυστική ιστορία», «η ομορφιά είναι τρόμος». Και σ’ έναν βαθμό ο ήρωας θεωρεί πως πράγματι είναι.
— Ο ήχος στον «Αρχαίο Αύγουστο» τρομάζει μια ολόκληρη πόλη. Ποιος είναι ο ήχος που σε τρομάζει στην πραγματική ζωή;
Θα απαντήσω ίσως τετριμμένα, λέγοντας πως ο ήχος που με τρομάζει στην πραγματική ζωή δεν είναι ήχος, αλλά η καθολική απουσία του. Κοντολογίς, με τρομάζει η σιωπή. Διότι είναι πιο ειλικρινής και βαρυσήμαντη. Μέσα της καταλαβαίνεις περισσότερα.
— Πότε κατάλαβες ότι δεν αρκεί να διαβάζεις βιβλία αλλά θέλεις να γράφεις;
Από πολύ μικρός είχα στο πίσω μέρος του μυαλού μου πως κάποτε θα έγραφα βιβλία. Συνειδητά, ωστόσο, το αποφάσισα το καλοκαίρι του 2018, στα 23 μου. Διάβαζα τον «Ξένο» του Καμί –συγκυριακά απ’ τις εκδόσεις Καστανιώτη– και περίπου στα μισά του βιβλίου σταμάτησα, κοίταξα τον τοίχο, και είπα στον εαυτό μου ότι αυτό ακριβώς είναι που θέλω να κάνω κι εγώ για το υπόλοιπο της ζωής μου. Κι από εκείνη τη μέρα, δεν σταμάτησα να γράφω.
— Μεγάλωσες στον Πειραιά. Τι σου έμαθε αυτή η πόλη για τους ανθρώπους που δεν θα μπορούσε να σου μάθει καμία σχολή δημιουργικής γραφής;
Ο Πειραιάς και τα περίχωρά του μού έμαθαν τη γενναιοδωρία και την τέχνη τού να μοιράζεσαι, δίχως απαραίτητα να έχεις. Μια αρετή εξαιρετικά σπουδαία και σπάνια.
— Στο βιβλίο οι άνθρωποι προσπαθούν να εξηγήσουν το ανεξήγητο. Εσύ έχεις ανάγκη από εξηγήσεις ή από μυστήρια;
Χωρίς αμφιβολία, έχω ανάγκη από περισσότερα μυστήρια. Οι εξηγήσεις μού περνούν παγερά αδιάφορες και τις βρίσκω πληκτικές. Η έννοια του ανεξήγητου είναι ο κινητήριος μοχλός που κάνει τους ανθρώπους να συνεχίζουν να ονειρεύονται και να δημιουργούν. Αν τα είχαμε εξηγήσει όλα, δεν θα βρίσκαμε νόημα σε τίποτα. Έχουμε ανάγκη να εφευρίσκουμε νέα μυστήρια, ώστε να έχουμε με κάτι να ασχολούμαστε και να μη φθειρόμαστε. Αυτή είναι και όλη η ουσία των πραγμάτων κατά τη γνώμη μου. Ακόμη και στον κλάδο των μαθηματικών, απ’ τον οποίο προέρχομαι, σκοπός δεν είναι να βρίσκουμε λύσεις, αλλά μέσω αυτών να γεννάμε περισσότερα προβλήματα και ερωτήματα. Αποζητάμε, τρόπον τινά, μια γλυκιά και ατέρμονη ταλαιπωρία.
— Η αδελφή του ήρωα επιστρέφει «διαφορετική». Τι σηματοδοτεί αυτό ως επιλογή;
Σημασία δεν έχει αν σηματοδοτεί κάτι, αλλά ο λόγος που επιστρέφει διαφορετική. Κάθε τραύμα που βιώνουμε απ’ την παιδική μας ηλικία επηρεάζει και ένα μικρό κομμάτι του εαυτού μας που υπάρχει εκεί με σκοπό να το γιατρέψει. Εκείνα τα κομμάτια πρέπει να τα φροντίζουμε και να τα ακούμε, καθώς είναι παρεξηγημένα και μοναχικά. Έτσι, ένα παρόμοιο κομμάτι της αδελφής του ήρωα επιστρέφει στην πόλη, ένας άλλος άνθρωπος. Από εκείνο το σημείο, ξεκινά η πραγματική δράση και η αναζήτηση τού τι της έχει συμβεί.
— Αν κάποιος διάβαζε το βιβλίο χωρίς να ξέρει ποιος το έγραψε, ποιο στοιχείο θα πρόδιδε τον Γιάννη Αξιώτη;
Μου είναι δύσκολο να μιλάω για τα συγγραφικά μου χαρακτηριστικά. Όσον αφορά τη γλώσσα, θα έλεγα πως προτιμώ την αμεσότητα, τις κοφτές περιγραφές και τις προσεγμένες, λακωνικές προτάσεις. Για την ουσία του κειμένου, θεωρώ πως αναδεικνύω την ευγένεια, την τρυφερότητα του ήρωα και τον τρόπο που εκφράζει τα συναισθήματά του.
— Πιστεύεις ότι η λογοτεχνία σήμερα μπορεί ακόμη να αλλάξει έναν άνθρωπο ή αρκείται στο να τον παρηγορεί;
Κανένα είδος τέχνης δεν είναι πραγματικά αρκετό ώστε να αλλάξει ουσιαστικά έναν άνθρωπο. Δεν είναι αυτός ο σκοπός της. Η παρηγοριά που αναφέρατε είναι μια υποτιμημένη έννοια. Στη λογοτεχνία, εν προκειμένω, ο αναγνώστης μπορεί να λάβει ένα ψήγμα ελπίδας, παρηγοριάς ή ανακούφισης, ώστε να συνεχίσει να υπάρχει. Κι αυτό είναι πολλές φορές σημαντικότερο απ’ το να αλλάξει. Η αλλαγή είναι κάτι αυθαίρετο, που χρειάζεται έντονη εσωτερική διαμάχη με τον εαυτό μας και στο τέλος ανυπόκριτη συμφιλίωση μαζί του, ώστε να επέλθει. Η παρηγοριά είναι κάτι στέρεο, σαν ένας βράχος σε ορμητικό ποτάμι. Ένας τρόπος να πιαστείς από κάπου. Κατά μία έννοια, η λογοτεχνία ίσως και να σώζει τον άνθρωπο. Δεν τον αλλάζει απαραίτητα.
— Οι νέοι συγγραφείς κουβαλούν περισσότερο άγχος ή περισσότερη ελευθερία από τις προηγούμενες γενιές;
Δεν έχω τη δυνατότητα να μιλήσω εκ μέρους όλων των νέων συγγραφέων, οπότε θα απαντήσω για το πώς αισθάνομαι εγώ. Πιστεύω πως ισχύουν και τα δύο. Ένας νέος συγγραφέας σήμερα είναι εξαιρετικά δύσκολο, έως πρακτικά ακατόρθωτο, να βιοποριστεί από αυτό που κάνει. Όπως επίσης είναι δύσκολο να διαβαστεί, λόγω του όγκου των βιβλίων που βγαίνουν κάθε χρόνο στη χώρα μας. Οπότε το άγχος είναι κάπως δεδομένο και φυσιολογικό. Επικρατεί η αμφισβήτηση, η ματαιότητα τού να ασχοληθείς με τη συγγραφή και το αν θα έχει αντίκτυπο στο τέλος της ημέρας. Αν εννοείτε το άγχος της δημιουργίας και το αν θα γράψει κάτι καλύτερο απ’ τους προκατόχους του, αυτό είναι μια ιδεοληψία που πρέπει να αποβάλει ευθύς αμέσως, αν θέλει να ελευθερωθεί λειτουργικά και να δημιουργήσει. Όσον αφορά, τώρα, τη θεματολογία των κειμένων, θεωρώ πως υπάρχει περισσότερη ελευθερία στο τι θα γράψεις, όμως επειδή ο χώρος του βιβλίου είναι κορεσμένος, σπάνια θα ενδιαφερθεί κάποιος για το τι θα γράψεις. Αν με καταλαβαίνετε.
— Ποιο βιβλίο θα ήθελες να είχες γράψει εσύ και ποιο βιβλίο σε έκανε να ζηλέψεις πραγματικά;
Σχεδόν όλα τα βιβλία που μου έχουν κρατήσει το ενδιαφέρον και έχω καταφέρει να τελειώσω, θα ήθελα, κατά μία έννοια, να τα έχω γράψει εγώ, καθώς ως αναγνώστης είμαι αφόρητα επιλεκτικός και απαιτητικός. Οι αγαπημένοι μου συγγραφείς είναι σίγουρα ο Έρμαν Έσε, ο Χαρούκι Μουρακάμι, ο Γιούκιο Μισίμα, ο Αλμπέρ Καμί, η Μιέκο Καβακάμι, η Γιόκο Ογκάουα, ο Καραγάτσης, η Όλγκα Τοκάρτσουκ, ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, ο Τζέιμς Μπόλντουιν, ο Τζον Γουίλιαμς, ο Τζον Μπάνβιλ, ο Μίλαν Κούντερα, ο Καζούο Ισιγκούρο και ένα σωρό άλλοι που ξεχνάω και θα μετανιώσω που δεν ανέφερα. Αν θα έπρεπε να ξεχωρίσω μερικά βιβλία που με διαμόρφωσαν ως συγγραφέα, είναι το «Κουρδιστό πουλί» του Μουρακάμι, ο «Ναός του χρυσού περιπτέρου» του Μισίμα, η «Πτώση» του Καμί και ο «Ντέμιαν» του Έσε.
— Όταν τελείωσες το χειρόγραφο, ένιωσες ότι κέρδισες κάτι ή ότι έχασες κάτι από τον εαυτό σου;
Σε κάθε χειρόγραφο που τελειώνεις αφήνεις κι από ένα κομμάτι της υπόστασής σου. Μια πλευρά σου που έχεις ανάγκη να κατανοήσεις πρώτα ο ίδιος και εν συνεχεία να τη μοιραστείς με τον κόσμο. Ποτέ δεν χάνεις κάτι, όταν το αποτυπώνεις στο χαρτί. Μάλλον, το κοιτάς καλύτερα και από διαφορετική σκοπιά. Σίγουρα, πάντως, κερδίζεις μια στοιχειώδη ολοκλήρωση.
— Πιστεύεις στις συμπτώσεις ή θεωρείς ότι κάθε παράξενο γεγονός κρύβει μια ιστορία που ακόμη δεν έχουμε μάθει να διαβάζουμε;
Όπως έλεγε και ο αγαπημένος μου Καρλ Γιουνγκ, πιστεύω στις συμπτώσεις με νόημα, αυτό που εκείνος ονομάζει «συγχρονικότητες». Δηλαδή, στο συλλογικό ασυνείδητο και στις βαθιές ψυχικές διεργασίες των ανθρώπων που μεταφέρουν μηνύματα στον πραγματικό κόσμο, όπου ζούμε και υπάρχουμε, ώστε να τον καταλάβουμε καλύτερα. Οπότε, πράγματι, θεωρώ πως κάθε παράξενο γεγονός έχει κι ένα βαθύτερο ψυχολογικό νόημα που αναδύεται στην επιφάνεια της πραγματικότητας με συμβολικό και αλληγορικό τρόπο. Η ίδια μας η ψυχοσύνθεση είναι μια τέχνη κι ένας τρόπος να περιγράψεις τη ζωή.
— Τι σημαίνει για σένα επιτυχία; Να πουλήσει το βιβλίο, να συζητηθεί ή να αλλάξει έστω και έναν αναγνώστη;
Η επιτυχία για μένα έχει ήδη συμβεί με το να εκδοθεί το πρώτο μου πόνημα. Από εκεί κι έπειτα, αν καταφέρω να κάνω έστω κι έναν αναγνώστη να το αγαπήσει ή να θεωρήσει πως ήταν ποιοτικός ο χρόνος που αφιέρωσε για να το διαβάσει, θα το εκλάβω ως μια μεγάλη νίκη και ηθική ικανοποίηση.
— Αν μπορούσες να κρατήσεις μόνο μία πρόταση από τον «Αρχαίο Αύγουστο» για να σε εκπροσωπεί ως συγγραφέα, ποια θα ήταν και γιατί;
Σ’ ένα σημείο του βιβλίου γράφω πως «όλα μπορούν να γίνουν καλύτερα. Όμως, τίποτα δεν μπορεί να γίνει αυθεντικότερο». Με τούτη τη φράση εννοώ πως κάθε καλλιτεχνικό έργο επιδέχεται σημαντικά περιθώρια βελτίωσης, ωστόσο δεν είναι αυτή η ουσία της γέννησής του. Κάθε έργο τελειώνει όπου το ορίζει ο δημιουργός του. Εκεί έγκειται και η αυθεντικότητα. Ως συγγραφέα με ενδιαφέρει να είμαι αυθεντικός και ειλικρινής απέναντι στον αναγνώστη και στον εαυτό μου. Αν θα μπορούσε το έργο μου να γραφτεί αντικειμενικά καλύτερα; Φυσικά και ναι. Αλλά δεν θα με αφορούσε πλέον. Θα ήταν κάτι διαφορετικό, που δεν θα με χαρακτήριζε.
— Ποια είναι η μεγαλύτερη πολυτέλεια για έναν νέο άνθρωπο σήμερα;
Η μεγαλύτερη πολυτέλεια είναι πως έχει τη δυνατότητα μέσα από μερικά κλικ πάνω σε μια οθόνη να ανακαλύψει κάθε είδος γνώσης και τέχνης που επιθυμεί. Αυτό έχει και τα μειονεκτήματά του, καθώς η ευκολία εύρεσης εκείνου που αναζητούμε αντικαθιστά την τέρψη και τη διέγερση του ταξιδιού της εξερεύνησης. Επίσης, η πληθώρα των ερεθισμάτων ίσως πελαγώσει έναν νέο άνθρωπο. Σ’ αυτό το σημείο, λοιπόν, χρειάζεται να έχει οξυμένη κριτική ικανότητα και ποιοτικά φίλτρα που θα τον οδηγήσουν εκεί που επιθυμεί η καρδιά και το γούστο του.
— Υπάρχει κάτι που φοβάσαι να πεις δημόσια αλλά εύχεσαι κάποτε να μπορέσεις να το πεις;
Ναι, υπάρχει. Είναι το σημαντικό πρόβλημα ψυχικής υγείας που βίωσα για αρκετά χρόνια, όσο ήμουν νεότερος. Κάποτε ίσως μιλήσω και γι’ αυτό.
— Τι σου δίνει ελπίδα;
Μου δίνει ελπίδα κάθε άνθρωπος που βλέπω ότι συνεχίζει να δημιουργεί, ενώ όλα γύρω του τον αποτρέπουν και απαιτούν να κάνει το αντίθετο. Και, φυσικά, η αγάπη μεταξύ των ανθρώπων. Χωρίς αυτή, δεν θα γινόταν τίποτα. Πάντοτε θα ξεκλέβεις λίγο χρόνο για να αγαπήσεις. Κι αυτό το βρίσκω θαυμαστό.