ΤΙ ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΧΑΡΙΖΟΥΝ τα μυθιστορήματα του Ντέιβιντ Λοτζ! Συγγραφέας που κατάφερε να γεφυρώσει με επιτυχία την ακαδημαϊκή σκέψη με το χιούμορ, τον αυτοσαρκασμό και την ειρωνεία, ο Λοτζ (1935-2025) άφησε πίσω του έργα που ελίσσονται ανάμεσα στη σάτιρα, τη φιλοσοφική αναζήτηση και την παρατήρηση της πεζής καθημερινότητας, αποτυπώνοντας με οξυδέρκεια τις αντιφάσεις του «ανεπτυγμένου» δυτικού κόσμου.
Αντλώντας τα θέματα των βιβλίων του από την προσωπική του ζωή, αυτός ο θεωρητικός της λογοτεχνίας με την πηγαία αφηγηματική φλέβα κατέγραψε τον συντηρητισμό του εγγλέζικου πανεπιστημιακού κατεστημένου, συγκρίνοντάς τον με την ανάλαφρη και επαναστατική ατμόσφαιρα που επικρατούσε στα καλιφορνέζικα campus της δεκαετίας του ’60 («Αλλάζοντας θέσεις»), διακωμώδησε τους πανεπιστημιακούς που περιφέρονται από συνέδριο σε συνέδριο φλερτάροντας αλλήλους και πιπιλίζοντας επιστημονικές και μη θεωρίες («Μικρός που είναι ο κόσμος»), αποτύπωσε την καχυποψία μιας μερίδας της κοινωνίας απέναντι στους διανοουμένους («Ούτε γάτα ούτε ζημιά») και απέδωσε με εκπληκτική διαύγεια το πορτρέτο του σύγχρονου ανικανοποίητου ανθρώπου («Θεραπεία»).
Ο ήρωας του Λοτζ δεν πηγαίνει στη Χαβάη για διακοπές. Δεν συμμερίζεται τον ενθουσιασμό των συνταξιδιωτών του, που διψάνε για σεξ και ήλιο. Σαν καλός Σαμαρείτης, αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας μια πολύ δύσκολη αποστολή: να συμφιλιώσει επιτέλους τον πατέρα του με τη μελλοθάνατη αδελφή του, ικανοποιώντας έτσι την τελευταία της επιθυμία.
Μετά την ανατύπωση της «Θεραπείας» και του «Ανήκουστος βλάβη», οι εκδόσεις Κυψέλη επαναφέρουν στις προθήκες ένα ακόμη μυθιστόρημα του Λοτζ, τα «Νέα από τον παράδεισο» (μτφρ. Γ. Μπαρουξής), όπου ο Βρετανός συγγραφέας καταπιάνεται μ’ ένα ακόμη προσφιλές του θέμα: το καθολικό δόγμα, με το οποίο ανατράφηκε και το οποίο ασπαζόταν μια ζωή, έστω κι αν αποκαλούσε τον εαυτό του «αγνωστικιστή καθολικό». Γραμμένο το 1991, το μυθιστόρημα παρακολουθεί τις περιπέτειες ενός πάμπτωχου θεολόγου στη διάρκεια της σύντομης παραμονής του στον… επίγειο παράδεισο, τη Χαβάη. Ο Μπέρναντ Γουόλς, 44 χρόνων και σχεδόν παρθένος, πρώην ιερέας και νυν καθηγητής σε περιφερειακό κολέγιο, ένας άνθρωπος που δεν έχει χάσει απλώς την πίστη του στον Θεό αλλά και την αυτοεκτίμησή του, συνοδεύει τον δύστροπο πατέρα του σ’ ένα ταξίδι στην άλλη άκρη του κόσμου, εκεί όπου βρίσκεται εγκατεστημένη από χρόνια η θεία Ούρσουλα, το «μαύρο πρόβατο» της οικογένειας.
Ο ήρωας του Λοτζ δεν πηγαίνει στη Χαβάη για διακοπές. Δεν συμμερίζεται τον ενθουσιασμό των συνταξιδιωτών του, που διψάνε για σεξ και ήλιο. Σαν καλός Σαμαρείτης, αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας μια πολύ δύσκολη αποστολή: να συμφιλιώσει επιτέλους τον πατέρα του με τη μελλοθάνατη αδελφή του, ικανοποιώντας έτσι την τελευταία της επιθυμία.
Σελίδες: 384
Να τος λοιπόν σε μια παραλία της Χονολουλού, σ’ έναν τόπο δίχως ταυτότητα και δίχως παρελθόν, σε μια «χλιαρή θάλασσα αμερικανικής καταναλωτικής κουλτούρας», σ’ έναν παράδεισο τεχνητό και βιασμένο. Ο ίδιος δεν προβάλλει καμιά φαντασίωση για προσωπική ευτυχία σ’ αυτό το λεηλατημένο τοπίο. Κι όμως, η εμπορευματοποιημένη Χαβάη θα γίνει για τον ήρωα του Λοτζ το καθαρτήριό του. Ό,τι στερήθηκε τα προηγούμενα χρόνια, καταφεύγοντας αρχικά στην εγκράτεια και την προσευχή και αργότερα στην αμφιβολία, θα το αποκτήσει μέσα σε λίγες μέρες.
Μια σειρά από τυχαία γεγονότα θα ανατρέψει εντελώς την γκρίζα, γεμάτη ενοχές ζωή του Μπέρναρντ Γουόλς. Τα δικά του «νέα από τον παράδεισο» θα είναι ευχάριστα. Τα μυστικά της οικογένειάς του –και είναι πολλά– θα δουν το φως, λυτρώνοντας έτσι θύτες και θύματα, ο ίδιος θα συμφιλιωθεί επιτέλους με τον εαυτό του, και η παρατεταμένη του αγνότητα θα λάβει τέλος. Ο Γουόλς ερωτεύεται. Κι αυτήν τη φορά δεν το βάζει στα πόδια.
Στα «Νέα από τον παράδεισο» ο Λοτζ δεν αιχμαλωτίζει απλώς το ενδιαφέρον μας για την εξέλιξη της ιστορίας. Μας κάνει συμμέτοχους σε μια σειρά δικών του προβληματισμών γύρω από την πίστη στον Θεό και τη μαζική νεύρωση των διακοπών, και παράλληλα μας εμψυχώνει, αποκαλύπτοντάς μας το βάθος και τις αποχρώσεις που διέπουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Ουμανιστής, γενναιόδωρος, διεισδυτικός, ο Βρετανός μυθιστοριογράφος ανατρέπει τα στερεότυπα και, με τον τρόπο του, μας διαβεβαιώνει ότι ο παράδεισος είναι δίπλα μας. Τι πιο παρήγορο;