Κανένας ηθοποιός δεν συλλαμβάνει την ανησυχία –όχι στην ελαφριά και πρόσκαιρη έκφανσή της, αλλά το βαθύ και υπαρξιακό angst που αναβλύζει από τα θλιμμένα μάτια και την παραδοχή ενός ανυπέρβλητου αδιεξόδου– όπως η Σάντρα Χίλερ. Και μάλιστα σε τόσες εκδοχές, που δεν παύει να συναρπάζει με την ικανότητά της να προσαρμόζεται σε εποχές και καταστάσεις και να τις παντρεύει αρμονικά με όλους τους χαρακτήρες που υποδύεται – από τη «Γυναίκα του Βερολίνου» και το «Τόνι Έρντμαν», με ενδιάμεσους σταθμούς την «Ανατομία μιας Πτώσης» και τη «Ζώνη Ενδιαφέροντος» στην καλύτερη χρονιά της καριέρας της, μέχρι πρόσφατα, σε συμπληρωματικό ρόλο στο «Αποστολή Χαίρε Μαρία», και βέβαια την τρομερή ερμηνεία στο «Rose» που της χάρισε το βραβείο ερμηνείας στο Βερολίνο.
Στο «Fatherland» παίζει την Έρικα, την κόρη του νομπελίστα συγγραφέα Τόμας Μαν. Συνοδεύει τον διάσημο πατέρα στην επιστροφή του από την πολυτελή εξορία της Καλιφόρνια στην κομματιασμένη Γερμανία αμέσως μετά τον πόλεμο, το 1949, για να παραλάβει τιμητικές διακρίσεις και να παρελάσει μπροστά στους συμπολίτες του ώστε να ανεβάσει το ανύπαρκτο ηθικό. Ανύπαρκτη όμως είναι και η χώρα τους, και το χειρότερο, είναι άφαντη η πατρογονική κοιτίδα και η αβίαστη οικειότητα που αναζητούν – ο συγγραφέας του «Μαγικού Βουνού» και του «Θανάτου στη Βενετία» αδυνατεί να τα βρει ή να απαντήσει στη σχετική ερώτηση, κουνώντας πικρά το κεφάλι του, όποτε του δίνεται η ευκαιρία. Ο Πατέρας είναι ακέφαλος, η σύνδεσή του με το παρελθόν καταλύεται από τον πόλεμο που εγκατέλειψε για χάρη της τέχνης, αλλά και για το συμφέρον του, και το μέλλον του κλονίζεται, με δυο παιδιά που με τον τρόπο τους τον εγκαταλείπουν κι εκείνα.
Η ταινία του Πάβελ Παβλικόφσκι είναι συνταρακτική, γιατί οι περισσότερες από τις βιογραφικές πληροφορίες για την οικογένεια Μαν δεν αποκαλύπτονται αλλά γίνονται υπόγεια αισθητές, σε εικαστική «μετάφραση» και σεναριακή ελλειπτικότητα, με τα βλέμματα και τις σιωπές να συμπληρώνουν τα κενά.
Πολύγλωσση και κοσμοπολίτισσα, η Έρικα εκτελεί τις γραμματειακές και μεταφραστικές αγγαρείες για τον πατέρα της, αλλά γνωρίζει πολύ καλά πως η περιοδεία τους, από την αμερικανοκρατούμενη Φρανκφούρτη ως τη σοβιετικότερη Βαϊμάρη στα ανατολικά της χώρας, φαντάζει φληνάφημα μπροστά στην ολοσχερή καταστροφή, μια περιττή υποσημείωση ακαδημαϊκού χαρακτήρα, τη στιγμή που κανείς δεν ξέρει τι του επιφυλάσσει το μέλλον.
«Η χώρα δεν υπάρχει, είναι παιχνίδι ανάμεσα στους Αμερικανούς και τους Ρώσους», του μηνύει, προσθέτοντας πως τα κομψά του λογύδρια είναι υπεκφυγές, αν νομίζει πως θα περισώσουν τον κόσμο από τα συντρίμμια – υπάρχει μια σκηνή στην οποία, σε μια εκδρομή στην ειδυλλιακή εξοχή, το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο παίζει ή δυτική ποπ ή ανατολικά εμβατήρια, οπότε το κλείνουν. Την πολιτισμένη σχέση τους σκιάζει η ελάχιστη παρουσία, και κυρίως η ηχηρή απουσία του Κλάους Τόμας Μαν, του επίσης συγγραφέα (είχε υπογράψει το αριστουργηματικό «Μεφίστο») γιου του Τόμας, αγαπημένου αδελφού της Έρικα και βασανισμένου ανθρώπου.
Ο Κλάους στο ξεκίνημα του «Fatherland» μιλάει στην αδελφή του με μια υπεραστική κλήση που έμελλε να είναι η τελευταία τους εξομολόγηση αιώνιας αγάπης, πριν από τον αναμενόμενο θάνατό του από υπερβολική δόση υπνωτικών, στις Κάννες. Αντικαθεστωτικός και ομοφυλόφιλος, ο Κλάους είχε προβληματική σχέση με τον σεξουαλικά καταπιεσμένο πατέρα του, που, αν και υποστήριζε πως το έργο του δεν βασίστηκε σε αυτοβιογραφικά γεγονότα, η αλληλογραφία του πρόδωσε ακριβώς το αντίθετο, αν και σε πλατωνικό κυρίως επίπεδο. Ο τραγικός θάνατός του προκαλεί διαφορετικές αντιδράσεις. Η αδελφή αποσβολώνεται, ο πατέρας μένει αδιάφορα προσηλωμένος στη ναρκισσιστική παρακαταθήκη του και μόνο όταν η Έρικα του υπενθυμίζει πως θα έχει πρόβλημα με τις ασαφείς πολιτικές του τοποθετήσεις ιδρώνει για το δημόσιο προφίλ που τόσο έχει κοπιάσει να διατηρήσει ατσάκιστο.
Μετά την άδοξη κατάρρευση του μεγαλεπήβολου πρότζεκτ του, «The Island», με τον Χοακίν Φίνιξ και τη Ρούνι Μάρα, ο Πάβελ Παβλικόφσκι επέστρεψε στο σινεμά (του) και στο επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα του Φεστιβάλ Καννών έπειτα από 8 χρόνια, πάντα στο τετράγωνο, ασπρόμαυρο φορμάτ που του ταιριάζει γάντι, με μια υπέροχη, δυσβάσταχτη ιστορία: η ταινία του είναι συνταρακτική, γιατί οι περισσότερες από τις βιογραφικές πληροφορίες για την οικογένεια Μαν δεν αποκαλύπτονται αλλά γίνονται υπόγεια αισθητές, σε εικαστική «μετάφραση» και σεναριακή ελλειπτικότητα, με τα βλέμματα και τις σιωπές να συμπληρώνουν τα κενά. Έξοχος και ο Χανς Ζίχλερ (τον είχαμε δει στο «Μόναχο» και στον πρώιμο Βέντερς) στον ρόλο του ζωντανού, ματαιόδοξου, «δίγλωσσου» τοτέμ που φιλοδοξεί να υποκαταστήσει τον Γκαίτε στη συνείδηση των μουδιασμένων, αλλά και αμετάκλητα διχασμένων Γερμανών. Το φάντασμα του Κλάους, η ορφάνια της Έρικα και το δίλημμα του Τόμας Μαν ψάχνουν ηττημένοι το heimat, την πατρίδα που δεν αναγνωρίζουν ούτε στα λιβάδια ούτε στις δεξιώσεις.