Στη Νάπολη φτάσαμε οδικώς, αφού πρώτα πήραμε το πλοίο από Ηγουμενίτσα για Μπάρι, σε μια προσπάθεια να μειώσουμε τις ώρες παραμονής στο πλοίο –καθώς τη βγάζουμε «σπαρτιάτικα»– αλλά και το κόστος.
Η αλήθεια είναι πως αν σκοπεύετε να πάτε μόνο στη Νάπολη, καλύτερα να πετάξετε, καθώς το πάρκινγκ στην πόλη είναι πανάκριβο και ανεβάζει τα έξοδα – εκτός αν εν αγνοία σας νοικιάσετε δωμάτιο του οποίου ο ιδιοκτήτης έχει τις άκρες του και καταλήξετε να δώσετε το κλειδί του αυτοκινήτου σας στον «μικρομαφιόζο» της γειτονιάς για να το… προσέχει.
Ας ξεκαθαρίσουμε πως η Νάπολη δεν μας φάνηκε επ’ ουδενί πιο επικίνδυνη από άλλες ιταλικές πόλεις, και σε γενικές γραμμές για να «μπλέξει» κανείς, πρέπει να κινηθεί σε μέρη που ένας επισκέπτης, θεωρητικά, δεν πρόκειται να βρεθεί – τα αυτονόητα μέτρα αυτοπροστασίας είναι αρκετά· μαθημένα, εξάλλου, τα βουνά απ’ τα χιόνια.
Η Νάπολη έχει και ένα πρόσωπο διαφορετικό από αυτό που κυριαρχεί στις ιταλικές ταινίες, ένα πρόσωπο αριστοκρατικό, που δεν υστερεί καθόλου από τις πόλεις του ιταλικού Bορρά.
Η πρώτη μας επαφή με την πόλη, και μάλιστα με ένα από τα πιο αυθεντικά της κομμάτια, ήταν μια βόλτα στη Rione Sanità –που στην αρχαιότητα χρησιμοποιήθηκε ως νεκρόπολη, εξού και οι Κατακόμβες του San Gennaro (2ος αι. μ.Χ.)–, τη λαϊκή συνοικία με τα εντυπωσιακά μπαρόκ παλάτια και τις εκκλησίες του 17ου και του 18ου αιώνα, η οποία, παρότι γνώρισε για χρόνια την παρακμή, σήμερα μαγνητίζει όσους αγαπούν τη χαρακτηριστική ναπολιτάνικη ατμόσφαιρα.
Περπατώντας ανάμεσα σε ένα πολύβουο πλήθος και αποφεύγοντας τα σκούτερ που διέσχιζαν σαν τρελά τους στενούς δρόμους, μετατρέποντας τη βόλτα σε παιχνίδι επιβίωσης, φωτογραφίσαμε «αρχαία» ψαράδικα και μανάβικα αλλά και γκράφιτι με τη χαρακτηριστική θλιμμένη φάτσα του διάσημου Ιταλού ηθοποιού Totò (1898-1967).
Ο μεγάλος κωμικός γεννήθηκε στη Rione Sanità και, παρόλο που ήταν νόθος, αναγνωρίστηκε από το δικαστήριο της Νάπολης ως απόγονος της οικογένειας των Φωκάδων και νόμιμος διάδοχος και κληρονόμος του Μεγάλου Κωνσταντίνου – το σπίτι του, πάντως, μαρτυρά τη μεγάλη φτώχεια των παιδικών του χρόνων.
Κατηφορίζοντας, κατευθυνθήκαμε προς το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Νάπολης, ένα από τα σπουδαιότερα αρχαιολογικά μουσεία στον κόσμο και από τα ωραιότερα που έχω δει στη ζωή μου.
Στο όχι και τόσο καλοσυντηρημένο, επιβλητικό κτίριο του 16ου αιώνα φιλοξενούνται ανεκτίμητα ευρήματα από την Πομπηία και το αρχαίο Ερκολάνο –ή Ηράκλειον, αν προτιμάτε–, με τα υπέροχα ψηφιδωτά να κλέβουν την παράσταση.
Εδώ βρίσκεται και η περίφημη Συλλογή Φαρνέζε, από τις σημαντικότερες συλλογές κλασικής γλυπτικής, που ανήκε στην οικογένεια Φαρνέζε, μια από τις ισχυρότερες δυναστείες της Αναγέννησης. Ο γιγαντιαίος Ηρακλής κλέβει την παράσταση.
Μην παραλείψετε να μπείτε στο «Μυστικό Δωμάτιο» με τα έργα ερωτικού περιεχομένου κυρίως από την Πομπηία και το Ερκολάνο, που άνοιξε μόνιμα για το κοινό μόλις το 2000, καθώς το περιεχόμενό του θεωρούνταν «ακατάλληλο» και είχαν πρόσβαση σε αυτό λίγοι «εκλεκτοί» – κάποια στιγμή τον 19ο αιώνα είχαν χτίσει κυριολεκτικά την πόρτα.
Στο Centro Storico di Napoli, που έχει χαρακτηριστεί ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, χτυπά η καρδιά της αρχαίας ελληνικής (Νεάπολις) και ρωμαϊκής Νάπολης – το ιπποδάμειο σύστημα, εξάλλου, εξακολουθεί να διακρίνεται.
Περπατήστε στο Quartieri Spagnoli, τη Via dei Tribunali και τη Spaccanapoli και δεν θα αργήσετε να διαπιστώσετε πως οι Ναπολιτάνοι έχουν βρει τον τρόπο να ζουν στην πόλη τους χωρίς να την έχουν παραδώσει άνευ όρων στον τουρισμό.
Η Spaccanapoli είναι ένας από τους πιο εμβληματικούς «άξονες» της Νάπολης, απαρτίζεται από συνεχόμενα δρομάκια και διασχίζει το ιστορικό της κέντρο, δίνοντας την αίσθηση ότι «κόβει» την πόλη στα δύο – αυτό εξάλλου σημαίνει και το όνομά της.
Όσα περιμένει να δει κανείς στη Νάπολη βρίσκονται εδώ: αεικίνητα πλήθη, κρεμασμένες μπουγάδες, μαγαζιά, εργαστήρια, πιτσαρίες και σημαντικές εκκλησίες, όπως ο ελαφρώς μυστήριος Gesù Nuovo (16ος αιώνας) και η αντικρινή Santa Chiara (14ος αιώνας), το γυναικείο μοναστήρι της οποίας διαθέτει μια καταπληκτική αυλή με λεμονιές, πολύχρωμες κεραμικές κολόνες και ασορτί παγκάκια.
Χαϊδέψτε στην Piazza Nilo τον Pulcinella για να σας φέρει τύχη και καθίστε να γλυκαθείτε στην Piazza San Domenico Maggiore, στο Scaturchio, το ζαχαροπλαστείο που από το 1905 φτιάχνει ασυναγώνιστα ναπολιτάνικα γλυκά: μπαμπάδες με ρούμι, frolle, sfogliatelle αλλά και ministeriali, τα δημοφιλή σοκολατάκια του με λικέρ μέντας.
Τα Quartieri Spagnoli δημιουργήθηκαν τον 16ο αιώνα, όταν η πόλη βρισκόταν υπό ισπανική κυριαρχία, για να στεγαστούν τα στρατεύματα. Πρόκειται για μια πρώην κακόφημη λαϊκή συνοικία με στενά δρομάκια, πολυώροφα γηραιά κτίρια και ποδοσφαιρόφιλους που φτάνουν εδώ για να αποτίσουν φόρο τιμής στον «θεό» της μπάλας και της Νάπολης, τον Μαραντόνα.
Ο Μαραντόνα έτσι κι αλλιώς βρίσκεται παντού στην πόλη –ακόμα και μεζούρες για σπαγγέτι υπάρχουν με τη μορφή του–, στα Quartieri Spagnoli, όμως, από το 1990 διατηρείται η φημισμένη τοιχογραφία που δημιούργησε ο νεαρός Μάριο Φιλάρντι, όταν η Νάπολη κατέκτησε το δεύτερό της πρωτάθλημα.
Σήμερα μπροστά της είναι στημένος ένας «ναός»: σημαίες, κασκόλ, φανέλες, εικονοστάσια, αφίσες και δεκάδες «πιστοί» με υψωμένα κινητά. Παντού πουλάνε τα σχετικά σουβενίρ και ομολογώ ότι μια μπλούζα με το απαραίτητο «δεκάρι» και κάμποσους αναπτήρες τα προμηθευτήκαμε.
Αφού κάναμε το χρέος μας, καθίσαμε για πίτσα στο Santa Maradona, παραβιάζοντας τον κανόνα που λέει ότι δεν τρώμε στις πολύ τουριστικές περιοχές: στη Νάπολη, όπου και να φάτε πίτσα, είναι αφρατούλα, νοστιμότατη και πάμφθηνη, δεν χρειάζεται να στήνεστε στις ουρές με τις ώρες, οι άνθρωποι έχουν το know how – ειλικρινά.
Η Νάπολη έχει και ένα πρόσωπο διαφορετικό από αυτό που κυριαρχεί στις ιταλικές ταινίες, ένα πρόσωπο αριστοκρατικό, που δεν υστερεί καθόλου από τις πόλεις του ιταλικού Bορρά.
Ο κεντρικός εμπορικός δρόμος της πόλης είναι η αρχοντική και «ατελείωτη» Via Toledo (1536), έργο του αντιβασιλέα Δον Πέδρο του Τολέδο, στον οποίο προφανώς οφείλει το όνομά της.
Η λεωφόρος καταλήγει στην επιβλητική Piazza del Plebiscito, την πιο γνωστή πλατεία της Νάπολης, στην οποία κυριαρχεί η νεοκλασική –και εμπνευσμένη από το Πάνθεον της Ρώμης– εκκλησία San Francesco di Paola (1815), με τις χαρακτηριστικές ημικυκλικές κιονοστοιχίες.
Αντικριστά στην εκκλησία βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά κτίρια της πόλης, το Palazzo Reale, που χτίστηκε στις αρχές του 17ου αιώνα για τους Ισπανούς αντιβασιλείς και αργότερα χρησιμοποιήθηκε από τους Βουρβόνους.
Αν δεν σας αρκεί η μνημειώδης πρόσοψη που έχει μήκος μόλις 169 μέτρα, να ξέρετε ότι το παλάτι λειτουργεί ως μουσείο, φιλοξενεί έργα τέχνης, έπιπλα εποχής και την Εθνική Βιβλιοθήκη Βιτόριο Εμανουέλε Γ’, μία από τις σημαντικότερες της χώρας.
Δίπλα στην πλατεία στέκει το Gran Caffè Gambrinus (1860), ένα από τα πιο διάσημα ιστορικά καφέ της Νάπολης και στέκι πολιτικών, καλλιτεχνών και συγγραφέων, όπως ο Όσκαρ Ουάιλντ και ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Ο φημισμένος ναπολιτάνικος εσπρέσο του μπορεί να σας κοστίσει κάτι παραπάνω, όμως θα μεταφερθείτε μαγικά στην Μπελ Επόκ – αξίζει.
Πολύ κοντά βρίσκεται και η εντυπωσιακή Galleria Umberto I (τέλη 19ου αιώνα), χαρακτηριστικό δείγμα αρχιτεκτονικής από σίδηρο και γυαλί, που καλύπτεται από έναν θεαματικό γυάλινο θόλο, έχει μωσαϊκό δάπεδο με μαρμάρινες διακοσμητικές λεπτομέρειες και παραπέμπει στην αντίστοιχη εμπορική στοά του Μιλάνου – ενδεχομένως και να την κερδίζει στα σημεία.
Δυο βήματα από τη στοά είναι το φημισμένο Teatro di San Carlo (1737), ένα από τα αρχαιότερα εν ενεργεία λυρικά θέατρα στον κόσμο –παλαιότερο από τη γνωστή μας Σκάλα–, με χρυσοποίκιλτη διακόσμηση και εξαιρετική ακουστική. Aν έχετε οργανώσει το ταξίδι εγκαίρως, προσπαθήστε να βρείτε εισιτήρια για μια από τις σπουδαίες παραγωγές του.
Σημαντικός είναι και ο καθεδρικός (13ος αιώνας) της πόλης, που είναι αφιερωμένος στον προστάτη της, Άγιο Ιανουάριο (San Gennaro). Με στοιχεία γοτθικής, μπαρόκ και νεογοτθικής αρχιτεκτονικής και πλούσια διακοσμημένο εσωτερικό, ο ναός φυλάσσει τα λείψανα και το αίμα του αγίου, το οποίο ρευστοποιείται «θαυματουργικά» τρεις φορές τον χρόνο, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης στους Ναπολιτάνους.
Η Νάπολη εννοείται πως έχει κάστρα, πύργους και οχυρώσεις, με πιο σημαντικά το Castel dell’Ovo και το Castel Nuovo (Maschio Angioino).
Το Castel dell’Ovo (πήρε την τελική μορφή του τον 12ο αιώνα), με την εντυπωσιακή θέα στον κόλπο, είναι το παλαιότερο κάστρο της πόλης και βρίσκεται στο νησάκι Μεγαρίς, που συνδέεται με τη στεριά. Το «Κάστρο του Αυγού» χρωστά το όνομά του σε έναν θρύλο, σύμφωνα με τον οποίο ο ποιητής Βιργίλιος –που θεωρούνταν και μάγος– έκρυψε στα θεμέλιά του ένα μαγικό αυγό μέσα σε κλουβί που λειτουργεί ως φυλαχτό για την πόλη όσο παραμένει ακέραιο.
Το επιβλητικό, γοτθικό Castel Nuovo (13ος αιώνας), που χτίστηκε από τους Ανδεγαυούς βασιλείς, προστατεύει το λιμάνι και ξεχωρίζει για τη μεγάλη αναγεννησιακή θριαμβική αψίδα (15ος αιώνας) της μνημειακής του πύλης. Σήμερα διαθέτει χώρους για εκθέσεις και για εκδηλώσεις.
Αν έχετε τον απαραίτητο χρόνο, είναι αυτονόητη μια επίσκεψη στην Πομπηία, καθώς πρόκειται για εμπειρία μοναδική, που θα θυμάστε σε όλη σας τη ζωή. Ο πιο εύκολος και οικονομικός τρόπος να φτάσετε εκεί είναι ο προαστιακός, που ενίοτε είναι ασφυκτικά γεμάτος.
Επειδή τα εισιτήρια είναι «αλμυρά», έχετε στο μυαλό σας ότι την πρώτη Κυριακή κάθε μήνα η είσοδος σε αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία είναι ελεύθερη – εμείς εξοικονομήσαμε γύρω στα 150 ευρώ κάνοντας χρήση αυτής της πληροφορίας.
Το σημαντικότερο, όμως, για όποιον βρεθεί στη Νάπολη είναι να αφεθεί στον ρυθμό της, να απολαύσει την ενέργεια και ταυτόχρονα τη χαλαρότητα μιας πόλης απόλυτα ιδιοσυγκρασιακής, που δεν μοιάζει με καμία άλλη – τουτέστιν να κλείνει την ημέρα του πίνοντας spritz και κοκτέιλ και μασουλώντας ταράλι, τα ασυναγώνιστα αλμυρά ναπολιτάνικα κουλουράκια που θα βρείτε παντού.
Η Piazza Dante, με το άγαλμα του Δάντη να δεσπόζει στο κέντρο της, και η Piazza Bellini, που βρίσκεται πάνω στα ορατά ερείπια των ελληνικών τειχών της αρχαίας Νεάπολης, είναι από τις πιο ζωντανές και ατμοσφαιρικές πλατείες στο ιστορικό κέντρο αλλά και σημεία συνάντησης για φοιτητές, ντόπιους και επισκέπτες.
Για να φτάσετε από την Piazza Bellini στην Piazza Dante, περνάτε από την Port’ Alba (17ος αιώνας), μια παλιά αστική πύλη που με τα χρόνια έγινε γνωστή γιατί γύρω της αναπτύχθηκε ένας από τους πιο ιστορικούς δρόμους βιβλίων και χαρτικών της πόλης.
Καθίστε στο καταπληκτικό Libreria Berisio στη Via Port’Alba, το λατρεμένο καφέ-βιβλιοπωλείο που ιδρύθηκε το 1947 και εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο γνωστούς πολιτιστικούς χώρους της πόλης. Απολαύστε το ποτό σας μέχρι αργά και να ξέρετε: είναι ένας από τους λόγους που θα θέλετε να επιστρέψετε.