Η ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ θεωρείται εγγενής αρετή, την «αγνότητα» της οποίας μπορεί κανείς να προσπαθήσει να προστατεύσει ή να την αφήσει να καταστραφεί. Η μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης αποτελεί ένδειξη προσωπικής αδυναμίας ή ακόμη και πνευματικής υποβάθμισης. Η μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης ισοδυναμεί σχεδόν με μείωση της ανθρωπιάς ενός ατόμου. Αυτή όμως είναι μια μάλλον ξεπερασμένη αντίληψη για την προσοχή και τη συγκέντρωση – μια αντίληψη που μας κατηγορεί ότι σκορπάμε κάτι που στην πραγματικότητα μάς έχουν κλέψει. Μερικές από τις πιο κερδοφόρες εταιρείες στον πλανήτη, άλλωστε, είναι εκείνες που απομυζούν την προσοχή μας. Πολλοί αισθάνονται άσχημα για τον κατακερματισμό της προσοχής τους, όχι τόσο επειδή αυτή μοιάζει να έχει συρρικνωθεί, αλλά επειδή νιώθουν ότι εξαντλούνται ξεπουλώντας ένα πολύτιμο αγαθό για πολύ λιγότερο από όσο πραγματικά αξίζει.
Οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τόσους αντιπερισπασμούς που η ικανότητά τους να συγκεντρώνονται αποκλειστικά σε ένα πράγμα μοιάζει να υφίσταται μια θεμελιώδη αλλαγή. Το 2007 –την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε το πρώτο iPhone– η N. Kάθριν Χέιλς, τότε καθηγήτρια Αγγλικής Φιλολογίας στο πανεπιστήμιο UCLA (όπου σήμερα είναι ερευνητική καθηγήτρια), χαρακτήρισε αυτήν τη μετάβαση ως μια στροφή από τη «βαθιά προσοχή», που είναι η παρατεταμένη συγκέντρωση, για παράδειγμα, σε ένα μυθιστόρημα, προς την «υπερ-προσοχή», ένα είδος που χαρακτηρίζεται από «γρήγορη εναλλαγή της προσοχής μεταξύ διαφορετικών εργασιών και ροών πληροφορίας». Μαζί με αυτήν τη μετατόπιση ήρθε και η κριτική: η Χέιλς έγραψε ότι η υπερ-προσοχή «μπορεί να θεωρηθεί μια ελαττωματική συμπεριφορά που δύσκολα θα χαρακτηριζόταν γνωστική λειτουργία».
Οι εταιρείες τεχνολογίας έχουν μετατρέψει την προσοχή σε εμπορεύσιμο αγαθό, κι όμως οι περισσότεροι από τους χρήστες των κοινωνικών δικτύων δεν μπορούν να επωφεληθούν οικονομικά ούτε από ένα κλάσμα της αξίας που δημιουργείται από το ίδιο τους το βλέμμα.
Μια μεγάλη ειρωνεία της σύγχρονης ανασφάλειας σχετικά με την προσοχή είναι ότι, σε σύγκριση με το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο, η διάρκεια της ανθρώπινης προσοχής δεν είναι και τόσο εντυπωσιακή. Παρότι διαθέτουμε πολλές εξαιρετικές γνωστικές ικανότητες (την αφηρημένη σκέψη, για παράδειγμα), μια γάτα που κοιτάζει επίμονα μια ποντικότρυπα μπορεί να επιστρατεύσει πολύ πιο εντυπωσιακούς πόρους προσοχής από τον μέσο άνθρωπο.
Όμως η υπερ-προσοχή, ειδικά αυτή που απαιτείται από τον σύγχρονο άνθρωπο, έχει αστρονομικό κόστος. Καταναλώνει την οξυγονωμένη γλυκόζη του εγκεφάλου, και είτε είναι κανείς σταθερά επικεντρωμένος σε ένα μόνο πράγμα είτε η εστίασή του μετατοπίζεται γρήγορα από το ένα σημείο εστίασης στο άλλο, η ενέργεια αντλείται από το ίδιο μεταφορικό «ρεζερβουάρ» (ένα ρεζερβουάρ που αξίζει να σημειωθεί ότι μπορεί να διαφέρει από άτομο σε άτομο, ανάλογα με γενετικούς ή περιβαλλοντικούς παράγοντες). Όταν αυτό το καύσιμο εξαντληθεί, εξαντείται και η ικανότητα του ατόμου να συγκεντρωθεί. Και όπως ένα αυτοκίνητο που σταματά και ξεκινά κάθε τόσο, σε σύγκριση με ένα που κινείται σε μια εθνική οδό για ώρες, η μετατόπιση της προσοχής μας από το ένα πράγμα στο άλλο καταναλώνει πολύ περισσότερη ενέργεια από ό,τι η σταθερή εστίαση σε ένα.
Στα πρώτα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης, οι εργαζόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να στέκονται στις γραμμές συναρμολόγησης για ώρες, επικεντρωμένοι σε επαναλαμβανόμενες εργασίες και καθηλωμένοι σε έναν αμείλικτο ρυθμό. Η εργασία ήταν σωματικά εξαντλητική αλλά ήταν ακόμη πιο εξουθενωτική ψυχικά. Στο βιβλίο «Behemoth», την ιστορία του εργοστασίου που έγραψε ο Τζόσουα Μπ. Φρίμαν, ο συγγραφέας αναφέρει ότι οι εργαζόμενοι αποκαλούσαν αυτή την κατάσταση εξάντλησης και υπερβολικά επιβαρυμένης προσοχής «φορντίτιδα» («forditis»), από το όνομα της γνωστής αυτοκινητοβιομηχανίας. Οι σύζυγοι των εργατών της Ford παραπονιόντουσαν ότι οι άντρες τους επέστρεφαν στο σπίτι κακοδιάθετοι και πήγαιναν κατευθείαν για ύπνο – και ότι η «φορντίτιδα» τούς καθιστούσε ακόμη και ανίκανους. Αν αντικαταστήσουμε τη γραμμή παραγωγής με τις οθόνες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η «φορντίτιδα» φαίνεται μια αρκετά καλή αναλογία για τη σημερινή πάθηση: εγκέφαλοι εξαντλημένοι, ανίκανοι να κάνουν χώρο για οτιδήποτε άλλο.
Ωστόσο, η εξάντληση δεν εξηγεί από μόνη της τον πανικό που επικρατεί γύρω από τη συρρίκνωση και τον κατακερματισμό της προσοχής. Όταν οι άνθρωποι παραπονιούνται για «συμπεριφορές που επιζητούν την προσοχή», είναι επειδή αισθάνονται ότι τους στερούν κάτι πολύτιμο, ότι τους κλέβουν την προσοχή. Και κατά κάποιον τρόπο, ισχύει. Οι εταιρείες τεχνολογίας έχουν μετατρέψει την προσοχή σε εμπορεύσιμο αγαθό, κι όμως οι περισσότεροι από τους χρήστες των κοινωνικών δικτύων δεν μπορούν να επωφεληθούν οικονομικά ούτε από ένα κλάσμα της αξίας που δημιουργείται από το ίδιο τους το βλέμμα. Σύμφωνα με μια μελέτη συμπεριφοράς που δημοσιεύθηκε πέρυσι, ο μέσος Αμερικανός ενήλικας περνάει πάνω από έξι ώρες την ημέρα κοιτάζοντας το smartphone του, και πολλοί περνάνε πέντε ώρες μόνο σε εφαρμογές κοινωνικών μέσων, κάτι που ουσιαστικά ισοδυναμεί με δουλειά μερικής απασχόλησης – παρότι οι περισσότεροι αμείβονται γι’ αυτήν τους την απασχόληση μόνο με ψυχαγωγία, φθόνο, οργή ή ένα είδος αναισθητοποιημένης ζάλης που δεν είναι ακριβώς πλήξη αλλά ούτε και ακριβώς το αντίθετό της.
Όταν όλοι είναι υπερβολικά κουρασμένοι και υπερβολικά απορροφημένοι στο κινητό τους ώστε να εκτιμήσουν τη θέση τους στην οικονομία της προσοχής είναι πιο εύκολο να κατηγορήσουν τον εαυτό τους και να αποφασίσουν να ανακτήσουν τη συγκέντρωσή τους με κάποιο τρόπο. Όμως η επιθυμία να ξεφύγει κανείς από την οικονομία της προσοχής απλώς άνοιξε περισσότερους δρόμους για την εκμετάλλευσή της. Ενώ το TikTok τελειοποιεί τον αλγόριθμό του ώστε να διασφαλίζει τον μέγιστο εθισμό, οι νεοφυείς επιχειρήσεις πουλάνε εφαρμογές διαλογισμού και συμπληρώματα για τη λειτουργία του εγκεφάλου. Ίσως η καλύτερη μεταφορά για τη σύγχρονη προσοχή είναι η αγελάδα βιομηχανικής εκτροφής: από τη μια πλευρά τη γεμίζουν ορμόνες και από την άλλη την αρμέγουν ανελέητα. Η υποταγή της συμβατικής οικονομίας στην οικονομία της προσοχής συνέβη τόσο γρήγορα που πολλοί ίσως μόλις τώρα συνειδητοποιούν ότι τους αρμέγουν, ότι έχουν ξεπουλήσει τον εαυτό τους πολύ φτηνά.
Με στοιχεία από το «Atlantic»