Η ΒΙΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΕΜΒΡΥΟΛΟΓΟΣ Χονγκμέι Γουάνγκ, που γεννήθηκε πριν από 52 χρόνια στην αυτόνομη περιοχή της Εσωτερικής Μογγολίας της Κίνας, διαχειρίζεται ένα τεράστιο ζήτημα, έχοντας στη διάθεσή της μόνο το ταπεινό όπλο της επιστημονικής έρευνας. Είναι ερευνήτρια στο Κρατικό Κεντρικό Εργαστήριο Βλαστικών Κυττάρων και Αναπαραγωγικής Βιολογίας στο Πεκίνο και ασχολείται με την κατανόηση των πρώτων σταδίων της ανθρώπινης ανάπτυξης, ένα θέμα ύψιστης σημασία σε μια χώρα που βιώνει τη χειρότερη δημογραφική κρίση στον πλανήτη.
Πολλές δυτικές δημοκρατίες αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα, για το οποίο δεν έχει βρεθεί ακόμη λύση. Ο γηράσκων πληθυσμός και τα χαμηλά ποσοστά γεννήσεων απειλούν να οδηγήσουν τα συστήματα δημόσιας υγείας σε κατάρρευση, λόγω της συρρίκνωσης του εργατικού δυναμικού και του αυξανόμενου κόστους φροντίδας των πολιτών που γερνούν και αρρωσταίνουν. Στην Κίνα, το πρόβλημα έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις. Εδώ και αρκετά χρόνια, η πιο πυκνοκατοικημένη χώρα του κόσμου χάνει τον πληθυσμό της. Παρά τις νέες πολιτικές της κυβέρνησης για την αύξηση των ποσοστών γεννήσεων, οι κάτοικοι της χώρας διστάζουν να κάνουν περισσότερα παιδιά. Αν οι τρέχουσες τάσεις συνεχιστούν, ο πληθυσμός της χώρας θα μπορούσε να μειωθεί κατά το ήμισυ μέχρι το τέλος του αιώνα, μια άνευ προηγουμένου δημογραφική κατάρρευση, σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη.
«Αν αναστείλουμε την ωορρηξία, μπορούμε να διατηρήσουμε τα διαθέσιμα ωάρια, ταυτόχρονα όμως αναστέλλουμε την παραγωγή οιστρογόνων, τα οποία είναι ένα σημαντικά για την υγεία», επισημαίνει η Χονγκμέι Γουάνγκ.
Η Γουάν γεννήθηκε το 1973 και έχει δύο αδέλφια, κάτι που είναι αδιανόητο για οποιονδήποτε Κινέζο πολίτη γεννήθηκε έξι χρόνια πριν ή μετά. Το 1979, ο ηγέτης της χώρας Ντενγκ Σιαοπίνγκ προώθησε την πολιτική του ενός παιδιού ως απάντηση στην αυξανόμενη ανησυχία της χώρας για τον υπερπληθυσμό, όταν η Κίνα προσπαθούσε ακόμη να βγει από τη φτώχεια. Σήμερα, η Κίνα αντιμετωπίζει το αντίθετο πρόβλημα. Παρότι η κυβέρνησή της άρχισε να επιτρέπει στις οικογένειες να έχουν δύο παιδιά το 2015 και τρία το 2021, τα ποσοστά του πληθυσμού δεν έχουν ανταποκριθεί. Το εργαστήριο στο οποίο εργάζεται η Γουάνγκ, το οποίο κατά την περίοδο της πολιτικής του ενός παιδιού ήταν γνωστό ως Εργαστήριο Οικογενειακού Προγραμματισμού, έχει αφιερωθεί πλέον στη μελέτη της ανθρώπινης αναπαραγωγής και της εμβρυϊκής ανάπτυξης, με σκοπό την ανακάλυψη νέων τρόπων παράτασης της αναπαραγωγικής περιόδου.
Μία από τις επιλογές που εξετάζονται είναι η καθυστέρηση της εμμηνόπαυσης, σύμφωνα με τα αποτελέσματα των πειραμάτων της Γουάνγκ σε ποντίκια, αλλά η επιστήμονας προειδοποιεί ότι μια τέτοια προοπτική θα μπορούσε να αποδειχθεί δίκοπο μαχαίρι. «Αν αναστείλουμε την ωορρηξία, μπορούμε να διατηρήσουμε τα διαθέσιμα ωάρια, ταυτόχρονα όμως αναστέλλουμε την παραγωγή οιστρογόνων, τα οποία είναι πολύ σημαντικά για την υγεία», επισημαίνει. Τα λόγια της αποκαλύπτουν μια πολύπλοκη πρόκληση. Σε μία μόνο εκσπερμάτωση μπορεί να απελευθερωθούν 70 εκατομμύρια σπερματοζωάρια. Αντίθετα, μια γυναίκα γεννιέται με έναν περιορισμένο αριθμό διαθέσιμων ωαρίων –περίπου 400– τα οποία είναι λειτουργικά από την εφηβεία έως την εμμηνόπαυση. Η καθυστέρηση της εμμηνόπαυσης, έστω για ένα μόνο έτος, «θα είχε τεράστια κοινωνική σημασία», λέει η Γουάνγκ.
Η ομάδα της έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στην παράταση της γονιμότητας. Σε μια θεμελιώδη μελέτη που δημοσιεύθηκε πέρυσι, οι επιστήμονες εφάρμοσαν έγχυση ανθρώπινων βλαστικών κυττάρων στις ωοθήκες στείρων πιθήκων. Η διαδικασία οδήγησε στη γέννηση ενός μικρού πιθήκου, ο οποίος είναι ζωντανός και υγιής μέχρι σήμερα, σημειώνει με υπερηφάνεια η Γουάνγκ. Οι επιστήμονες πραγματοποίησαν επίσης μια μικρή κλινική δοκιμή με 63 γυναίκες που πάσχουν από πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια, μια πάθηση που καθιστά τα άτομα στείρα εν μέσω της αναπαραγωγικής τους ηλικίας. Οι μεταμοσχεύσεις βλαστικών κυττάρων επέτρεψαν σε τέσσερις από αυτές να αποκτήσουν υγιή παιδιά. Η ομάδα της έχει κατοχυρώσει με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας τις μεθόδους της και τις έχει παραχωρήσει με άδεια χρήσης σε μια ιδιωτική εταιρεία.
Η Κινέζα βιολόγος αναγνωρίζει ότι υπάρχουν ακόμα πολλά που δεν γνωρίζουμε όσον αφορά τα πρώιμα στάδια της εμβρυϊκής ανάπτυξης, λόγω ποικίλων τεχνικών και νομικών κωλυμάτων. Δύο εβδομάδες αφότου ένα σπερματοζωάριο γονιμοποιήσει ένα ωάριο, το έμβρυο ξεκινά την αινιγματική διαδικασία κατά την οποία εκατοντάδες σχεδόν πανομοιότυπα κύτταρα μπαίνουν στη διαδικασία μιας χορογραφίας, δημιουργώντας ένα τρισδιάστατο σχήμα από το οποίο θα προκύψει το σώμα και όλα τα όργανα. Ο ρυθμός αυτού του χορού είναι εγγεγραμμένος στο DNA μας, αλλά ακόμα δεν γνωρίζουμε πώς τα κύτταρα ξέρουν πώς ακριβώς πρέπει να εξελιχθούν. Αυτή η διαδικασία, που ονομάζεται γαστριδίωση, είναι μία από τις μεγαλύτερες άγνωστες παραμέτρους στον τομέα της βιολογίας. Εν μέρει, αυτό οφείλεται στη δυσκολία απόκτησης απορριφθέντων ανθρώπινων εμβρύων στο σωστό στάδιο για έρευνα, δεδομένου ότι στις δύο εβδομάδες η συντριπτική πλειονότητα των γυναικών δεν γνωρίζει ακόμα ότι είναι εγκυμονεί.
Ένα άλλο σημαντικό εμπόδιο είναι νομικής φύσης. Η πλειονότητα των χωρών απαγορεύει την καλλιέργεια ανθρώπινων εμβρύων στο εργαστήριο πέραν των 14 ημερών, γεγονός που καθιστά αδύνατη τη γαστριδίωση. Ωστόσο, η Γουάνγκ προβλέπει ότι αυτό μπορεί να αλλάξει σύντομα. Η Κίνα και άλλες χώρες προετοιμάζονται ήδη για μια προσαρμογή των κανονισμών ώστε να επιτρέπεται η καλλιέργεια ανθρώπινων εμβρύων έως και τις 20 ή τις 28 ημέρες, κάτι που θα επέτρεπε την πλήρη διεξαγωγή της γαστριδίωσης. Αυτό είναι σημαντικό, διότι κανείς δεν γνωρίζει γιατί περίπου οι μισές γονιμοποιήσεις αποτυγχάνουν. Είναι πιθανό η εξήγηση να βρίσκεται ακριβώς σε εκείνη την κρίσιμη εβδομάδα κατά την οποία το σώμα και τα όργανα αρχίζουν να διαμορφώνονται.
Η Γουάνγκ γνωρίζει ότι η έρευνά της βρίσκεται ακόμη σε προκαταρκτικό στάδιο και ότι τα αποτελέσματά της ενδέχεται να μην έρθουν αρκετά γρήγορα ώστε να ανακόψουν τη δημογραφική κατάρρευση της χώρας της. Γνωρίζει, επίσης, ότι ορισμένα από αυτά τα πειράματα ξεπερνούν τα όρια της επιστήμης. «Άλλο πράγμα να είναι κάτι εφικτό από τεχνική άποψη, όπως η καθυστέρηση της εμμηνόρροιας ή η παράταση της αναπαραγωγικής ηλικίας, και άλλο να θέλουν πραγματικά οι άνθρωποι να εφαρμοστεί», καταλήγει.
Με στοιχεία από την «El Pais»