ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΡΕΠΟΡΤΑΖ της εφημερίδας «Ελληνική», ήταν 8:30 το πρωί της 21ης Ιουλίου 1928, όταν ο πεντηκονταετής Ιωάννης Δημητριάδης περιφερόταν στον κήπο του Ζαππείου, και ειδικότερα προς το τμήμα της λεωφόρου Βασιλίσσης Όλγας. Έπειτα από λίγα λεπτά, πλησίασε το άγαλμα του Λόρδου Βύρωνα και, αφού στάθηκε λίγο από κάτω του, έβγαλε το περίστροφο Γκολντ, το στήριξε στον δεξιό κρόταφο και πίεσε τη σκανδάλη. Ο ατυχής αυτόχειρας έπεσε πάραυτα στο έδαφος σφαδάζοντας μέσα στο αίμα του. Κάποιος αστυφύλακας της Τροχαίας Κινήσεως παρέλαβε τον άνδρα, που ήταν ακόμα ζωντανός, και τον οδήγησε στο Πολιτικό Νοσοκομείο. Καθ’ οδόν όμως ο Δημητριάδης εξέπνευσε.
Από τις ανακρίσεις που διενήργησε ο διοικητής του Α’ Τμήματος Ασφαλείας, υπομοίραρχος Τσούνης, εξακριβώθηκε ότι ο Δημητριάδης ήταν άγαμος και διέμενε στην Πλάκα με τη μητέρα του και τον αδελφό του. Είχε επενδύσει στο χρηματιστήριο, απώλεσε όμως σημαντικό χρηματικό ποσό και ως εκ τούτου αναγκάστηκε να αποχωρήσει. Κατόπιν της αποτυχίας του, άνοιξε κατάστημα ψιλικών, αλλά και αυτό χρεωκόπησε. Τελευταία έκανε εμπόριο βουτύρου, αλλά και πάλι έχασε σημαντικό χρηματικό ποσό.
Νέος, 25 μόλις ετών, και μορφωμένος, ο Μεϊντάνης έπαθε το μεγάλο κακό να προσβληθεί από την επάρατη φυματίωση. Η κατάστασή του ολοένα και χειροτέρευε, οπότε κατέφυγε στο δάσος του Αμαρουσίου, μήπως ο καθαρός αέρας των πεύκων του τόνωνε τον οργανισμό. Αλλά μάταιες οι προσπάθειες.
Πάνω του βρέθηκαν τρεις επιστολές, εκ των οποίων η μία απευθυνόταν στον αδελφό του, η άλλη προς έναν φίλο του και η τρίτη προς τις αστυνομικές αρχές. Στην επιστολή προς τον αδελφό του έγραφε:
«Αγαπητέ Νίκο,
Αυτοκτονώ γιατί δεν μπορώ να ζήσω. Εσύ το ξέρεις πια. Τόσες φορές έκαμα διαφόρους επιχειρήσεις και πάντοτε αποτύγχανα, ηναγκαζόμην δε να δανείζομαι από σένα. Εάν ήτο άλλος στη θέση μου, κατόπιν τόσων αστοχιών δεν θα μπορούσε να ζήσει ούτε μια ώραν, εγώ όμως έζησα τόσα χρόνια.
Σε φιλώ, Γιάννης»
Η δεύτερη επιστολή απευθυνόταν προς τον φίλο του, Ευστάθιο Παναγιωτάκη:
«Αγαπητέ Στάθη,
όλος ο κόσμος είναι ψεύδος και υποκρισία και τίποτε άλλο. Στην δυστυχία μου δεν βρέθηκε κανένας να με παρηγορήσει. Τι την θέλω λοιπόν τέτοια ζωή, να ζεις μέσα σε τέρατα; Εσένα, αγαπημένε μου Στάθη, σε ευχαριστώ που μόνο με παρηγορούσες τόσες φορές και σε ευχαριστώ και για την τελευταία παρηγοριά.
Σε χαιρετώ, Γιάννης»
Και η τελευταία προς την αστυνομία:
«Προς την αστυνομικήν αρχήν. Η τελευταία μου παράκληση είναι να με πάτε κατ’ ευθείαν στο Νεκροταφείο και τίποτα άλλο».
Στο ξενοδοχείο «Ανατολή»
Στις 14 Σεπτεμβρίου 1929, ο υπάλληλος του ξενοδοχείου «Ανατολή», το οποίο βρισκόταν κοντά στα Χαυτεία, πήγε να στρώσει το κρεβάτι του δωματίου όπου διέμενε ο 24χρονος Ιωσήφ Λόγιος από το Ρέθυμνο της Κρήτης. Εκεί τον βρήκε να κείτεται μέσα σε λίμνη αίματος, έχοντας δώσει τέλος στη ζωή του με περίστροφο.
Αμέσως ειδοποίησε το Α’ Αστυνομικό Τμήμα, από το οποίο μετέβησαν επιτόπου ο διοικητής μαζί με τον υπαστυνόμο και διενήργησαν αυτοψία. Στις τσέπες του αυτόχειρα βρέθηκε η παρακάτω επιστολή:
«Σε όποιον ενδιαφέρεται για μένα. Αυτοκτονώ, και μακρινά, πολύ μακρινά φεύγω και δεν θα ξαναγυρίσω πια. Αι δυνάμεις μου βλέπω και με εγκαταλείπουν, αδυνατώ, δεν έχω πια το θάρρος να αντικρύσω το σημερινόν φάσμα της βιοπάλης στην θέσιν που είμαι. Είχε μυστήριον στην ζωήν μου, έχω προγονικήν αμαρτίαν και η ζωή μου είναι μαρτυρική. Ζητώ και νεκρός πια συγγνώμην και συγχώρησιν ψυχής από εκείνους που τους έκανα κακόν, ήμουν νέος, παιδί ακόμη.
Εύχομαι και ζητώ από τον Ύψιστον η θυσία μου να δώσει σε όλους εκείνους που με εκτίμησαν ό,τι επιθυμούν.
Και σεις, γονείς, σκεφθήτε... Πόσον σκληροί φανήκατε σε μένα και πόσες φορές με διώξατε στα ξένα και όμως σας συγχωρώ, σας ευχαριστώ και σας ζητώ συγγνώμην. Στα ξένα χέρια υπάλληλος δεν έκανα καλό, υπέφερα, υποφέρω, κατήντησα νευρικός, άχρηστος στον εαυτό μου και ακόμη επιβλαβής στην κοινωνία, με την ασθένεια που άρχισε να με προσβάλλει τον περασμένο χειμώνα. Ναι, την φθίσιν.
Κάνω να ξεχάσω, και όμως η ρωγμή της πληγής μας, οικογενειακή και ασθενική, είναι αποσκληρωμένη και βαθειά.
Πόσον σκληρή και άπονη που φάνηκε σε μένα η τύχη. Πώς εγώ, ο οποίος δεν πείραζα κανένα, δεν πίνω, δεν καπνίζω, δεν παίζω, δεν ήμουν έκφυλος, να είμαι άχρηστος στον εαυτόν μου όσον και εις τον πλησίον μου;
Δεν εξυπηρετώ άρα τον προορισμόν μου. Σε τι λοιπόν χρησιμεύει μια τέτοια ζωή;
Από τα λατρευτά μου αδέλφια, Μαρία, Νίκο, Χρόνη, για τους οποίους δεν έχω σχεδόν κανένα παράπονον, ζητώ συγχώρησιν. Να ζήσουν και να ευτυχήσουν.
Αγαπημένα μου αδέλφια, συγχωρήσατέ με σας παρακαλώ εμένα τον αμαρτωλόν και μη ξεχνάτε τους γονείς μας, που δεν εσκέφθησαν καλά τον προορισμόν τους και τους πτωχούς, οι οποίοι υποφέρουν, ναι, πολύ.
Το σώμα μου, αν και άψυχο πια, ας παραδοθεί στην Επιστήμη και ό,τι έχω ας μοιρασθούν στους πτωχούς. Ζητώ από όλους τους εχθρούς μου συγχώρησιν.
Με σέβη ευγνωμοσύνης,
Ιωσήφ Λόγιος».
Στο δάσος του Αμαρουσίου
«Μέσα στις αλλεπάλληλες αυτοκτονίες των ημερών αυτών, αυτοκτονίες όμως, που υπηγορεύθησαν από λόγους ως επί το πλείστον ερωτικούς, η χθεσινή τού φυματικού Μεϊντάνη συγκινεί κατά έναν τρόπο εντελώς ξεχωριστό», θα γράψει η εφημερίδα «Ακρόπολις» στις 31 Οκτωβρίου του 1932.
Νέος, 25 μόλις ετών, και μορφωμένος, ο Μεϊντάνης έπαθε το μεγάλο κακό να προσβληθεί από φυματίωση. Η κατάστασή του ολοένα και χειροτέρευε, οπότε κατέφυγε στο δάσος του Αμαρουσίου, μήπως ο καθαρός αέρας των πεύκων τού τόνωνε τον οργανισμό. Αλλά μάταιες οι προσπάθειες. Η κατάστασή του χειροτέρευε γοργά. Οι δυνάμεις του ολοένα και περισσότερο τον εγκατέλειπαν. Έβλεπε πλέον καθαρά ότι καμία ελπίδα σωτηρίας δεν του απέμενε. Από το να ζήσει ακόμη λίγες μέρες βασανισμένος, προτίμησε να θέσει μια ώρα αρχύτερα τέρμα στη μαρτυρική ζωή του και «πήρε τη μεγάλη, τη γενναία απόφασι. Ν’ αυτοκτονήσει! Πρωί πρωί χθες βρέθηκε περπατώντας σαν χαζός ανάμεσα στα μυρωμένα πεύκα. Διάλεξε το καλύτερο. Ύστερα έβγαλε τη ζώνη από τη μέση του και την πέρασε στον λαιμό του. Και κρεμάσθηκε!».
Ένας κυνηγός που πέρασε από εκεί τον βρήκε και ειδοποίησε τον διοικητή του αστυνομικού σταθμού, ο οποίος κατέφθασε αμέσως επιτόπου. Ο ατυχής νέος καταγόταν από τη Δομβραίνα και ήταν απόφοιτος του Γυμνασίου Θηβών.
Ο διοικητής του αστυνομικού σταθμού και ο ενωμοτάρχης διενήργησαν αυτοψία και, ύστερα από σωματική έρευνα, βρέθηκαν επάνω στον αυτόχειρα διάφορα σημειώματα, 5,50 δραχμές, μία τσατσάρα, το απολυτήριο του στρατού, το απολυτήριο Γυμνασίου Θηβών και τρεις επιστολές, εκ των οποίων η μία απευθυνόταν προς την Αστυνομία, η άλλη προς την οικογένειά του και η τρίτη προς τον διευθυντή του ξενοδοχείου όπου διέμενε.
«Πολυαγαπημένη μου μητέρα, πολυαγαπημένα μου αδέλφια Γιάννη, Γιώργο, Πότη, πολυαγαπημέναι μου αδελφαί Αθηνά, Χρυσάνθη, έχετε γειά!
Πολυαγαπημένε μου πατέρα, πολυαγαπημένε μου αδελφέ Βασίλη, αιωνία σας η μνήμη. Έρχομαι και εγώ μαζί σας,
Τάσος».
Η επιστολή προς την Αστυνομία:
«Θέτω τέρμα της ζωής, διότι πλέον κατέστη αβίωτος, εις ο σημείον από υγειονομικής απόψεως έχει φθάσει.
Μετ’ εξαιρέτου τιμής,
Αναστάσιος Χ. Μεϊντάνης
Απόγευμα 29/10/32».
Τέλος, η προς τον ξενοδόχο του επιστολή έχει ως εξής:
«Κύριε Κοσμαδάκη,
με συγχωρείτε πολύ, διότι έφυγα δίχως να σας προειδοποιήσω, λόγω της διαρκούς συγχύσεως και ζάλης, υπό των οποίων πάντοτε κατειχόμην.
Μετά σεβασμού,
ο πρώην νοικάρης σας, Αναστάσιος Χ. Μεϊντάνης».
Από τις σχετικές ανακρίσεις που διενήργησε ο ενωμοτάρχης, εξακριβώθηκε ότι ο άτυχος νέος, έχοντας προσβληθεί πριν από χρόνια από ξηρή πλευρίτιδα, νοσηλεύτηκε για αρκετό καιρό σε διάφορα νοσοκομεία, χωρίς όμως να επιτευχθεί η θεραπεία του, παρά τις προσπάθειες των γιατρών. Τον τελευταίο καιρό προσβλήθηκε από φυματίωση και, εξαιτίας αυτού, έφυγε από την πατρίδα του στις 25 Αυγούστου και εγκαταστάθηκε στο ξενοδοχείο του κ. Κοσμαδάκη στο Μαρούσι. Εκεί είχε νοικιάσει ένα δωμάτιο.
Στο ξενοδοχείο χρωστούσε το ενοίκιο του Οκτωβρίου, το οποίο είχε υποσχεθεί στον διευθυντή ότι θα πλήρωνε αμέσως μόλις έπαιρνε χρήματα από τον αδερφό του που έμενε στη Θήβα.
Ένα απόγευμα βγήκε από το ξενοδοχείο, χωρίς να πει αν θα επιστρέψει. Η καμαριέρα μάλιστα τον ρώτησε σχετικά και εκείνος της απάντησε:
«Θα πάω στην Αθήνα για κάποια δουλειά και θα γυρίσω».
Προφανώς ο Μεϊντάνης, αφού, παρ’ όλες τις προσπάθειες, δεν κατόρθωσε να βρει χρήματα, αποφάσισε να δώσει τέλος στη ζωή του.
Μεταξύ Γαλατσίου και Ψυχικού
Το Σάββατο 15 Απριλίου 1933, πάνω σε έναν λόφο που βρίσκεται μεταξύ Γαλατσίου και Ψυχικού, βρέθηκε από έναν Άγγλο περιηγητή το πτώμα ενός άνδρα, ηλικίας περίπου 50 ετών, με σπασμένο το κρανίο. Ο Άγγλος περιηγητής, έντρομος, έσπευσε στο Ψυχικό και ανέφερε το γεγονός στον αστυνομικό σταθμάρχη. Έπειτα από αυτό, ο σταθμάρχης και τέσσερις χωροφύλακες, με οδηγό τον περιηγητή, πήγαν στο μέρος όπου βρισκόταν το πτώμα, για να κάνουν αυτοψία.
Από αυτήν διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για αυτοκτονία με δυναμίτη. Ο αυτόχειρας είχε ξαπλώσει στο έδαφος και, αφού στήριξε το κεφάλι του πάνω σε ένα φυσίγγιο δυναμίτη, του έβαλε φωτιά. Από την έκρηξη που ακολούθησε, διαλύθηκε το πίσω μέρος του κρανίου του, ενώ το πρόσωπό του έμεινε άθικτο. Κατά την έρευνα που έγινε στις τσέπες του αυτόχειρα, βρέθηκαν ένα φυσίγγιο δυναμίτη και μερικές σημειώσεις, από τις οποίες προκύπτει ότι ασκούσε το επάγγελμα του ξυλουργού. Βρέθηκαν επίσης 70 δραχμές και το παρακάτω ανυπόγραφο σημείωμα:
«Με πήρε στο λαιμό της η παληοκατάστασις. Να μη πειράξετε κανένα».
Το πτώμα του αυτόχειρα μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο για να διαπιστωθεί η ταυτότητά του.
Παρά τον προσφυγικόν συνοικισμόν Ψυχικού
Ήταν ένα αυγουστιάτικο πρωινό του 1933 όταν, όπως έγραψε η εφημερίδα «Ακρόπολις», «ανευρέθη απηγχονισμένος από ένα πεύκο, παρά τον προσφυγικόν συνοικισμόν Ψυχικού, ο ράπτης Ράλλης Χατζηβασίλης, ετών 35, εκ Μικράς Ασίας».
Ο Ράλλης Χατζηβασίλης ήταν βυθισμένος σε απογοήτευση, καθώς έπασχε από φυματίωση. Όταν ήρθε από τη Μικρά Ασία, εγκαταστάθηκε αρχικά στον συνοικισμό του Βύρωνα, αλλά έπειτα από λίγο μετοίκησε στον προσφυγικό συνοικισμό του Ψυχικού, προσπαθώντας να κρατηθεί στη ζωή. Στο τέλος όμως, λόγω της επιδείνωσης της νόσου, έπαψε να εργάζεται, συντηρούμενος από τους οικείους του και τους συμπατριώτες του.
Το τελευταίο βράδυ εγκατέλειψε την οικία του και κατευθύνθηκε προς τον λοφίσκο του προσφυγικού συνοικισμού, όπου και αυτοκτόνησε δι’ απαγχονισμού. Στις τσέπες του αυτόχειρα βρέθηκαν τρεις επιστολές: μία προς την αδελφή του, μία προς την Αστυνομία και μία προς τους συμπατριώτες του.
«Αδελφή Βασίλω,
Αυτοκτονώ διότι δεν ημπορώ πια να υποφέρω τους πόνους και, όπως ξεύρεις, δεν έχω τα χρήματα να πάω να κοιταχτώ. Γι’ αυτό και αποφάσισα να δώσω τέρμα στη ζωή μου».
Στην Αστυνομία έγραψε:
«Αυτοκτονώ μόνος μου. Το γράφω με φεγγάρι».
Στους συμπατριώτες του:
«Σας ευχαριστώ πολύ που έδωσαν όλοι χρήματα για να γίνω καλά, αλλά η ασθένεια μου δεν γινόταν καλά, γι’ αυτό τερματίζω την ζωή μου».