Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο Ζαν Μποντριγιάρ, στο βιβλίο του The Gulf War Did Not Take Place, υποστήριξε ότι ο Πόλεμος του Κόλπου δεν παρουσιάστηκε στο παγκόσμιο κοινό ως άμεσα βιωμένη πραγματικότητα αλλά ως ένα αυστηρά διαμεσολαβημένο γεγονός μέσα από τα ΜΜΕ, κυρίως από τηλεοπτικά δίκτυα. Οι εικόνες που μεταδίδονταν ήταν επιλεγμένες και φιλτραρισμένες, ενώ η πληροφορία ελεγχόταν από στρατιωτικούς και πολιτικούς μηχανισμούς, μετατρέποντας τον πόλεμο σε τεχνολογικό θέαμα, αποκομμένο από την υλικότητα της βίας και την ανθρώπινη καταστροφή. Για τον Μποντριγιάρ, το κοινό δεν είδε τον πόλεμο όπως συνέβαινε, αλλά όπως κατασκευάστηκε από τα media.
Τρεις δεκαετίες αργότερα, αυτή η διαμεσολάβηση δεν έχει εξαφανιστεί. Αντίθετα, έχει μετασχηματιστεί ριζικά. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή σηματοδοτεί τον πρώτο που διεξάγεται στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, με την κυκλοφορία ψεύτικων εικόνων και deepfakes να φτάνει σε πρωτοφανή επίπεδα.
Η αναπαράσταση του πολέμου δεν ελέγχεται πλέον από ένα κεντρικό μέσο ή από θεσμικούς μηχανισμούς, αλλά παράγεται και αναπαράγεται μέσα από πλατφόρμες όπως το TikTok και το Twitter, όπου χρήστες, αλγόριθμοι και τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης –από real-time βίντεο έως deepfakes– συνθέτουν ένα πολλαπλό και συχνά χαοτικό και αβέβαιο πεδίο εικόνων.
Το ζήτημα που αναδύεται πλέον αφορά το πώς αυτή η νέα, αλγοριθμικά διαμορφωμένη πραγματικότητα επηρεάζει τον ψυχισμό των θεατών, που πάλλεται ανάμεσα στην υπερεμπλοκή και την αποστασιοποίηση.
Σε ένα περιβάλλον στο οποίο η φρίκη γίνεται αδιάκοπη ροή, μαζί της μετατοπίζονται και αναδιαμορφώνονται σιωπηλά τα όρια των συλλογικών εκφράσεων αισθήματος, αλληλεγγύης, ταύτισης και της ίδιας της πολιτικής μας ευαισθησίας. Μια νέα ψηφιακή διαμεσολάβηση του πολέμου, στην οποία η εμπειρία του τραύματος και της βίας μετασχηματίζεται σε άμεση, συμμετοχική και συναισθηματικά φορτισμένη πραγματικότητα.
Ανακύπτει, λοιπόν, το ερώτημα: Μήπως η συνεχής έκθεση σε τέτοιες σκηνές οδηγεί σε μια μορφή αποξένωσης από την ίδια μας την αντίληψη;
Διαχρονικά, οι άνθρωποι αναπτύσσουν συλλογικές διαδικασίες, μέσα από σύμβολα και ιεροτελεστίες, ώστε να νοηματοδοτήσουν τον θάνατο, μέσα στο πλαίσιο που πραγματώνεται. Στον ψηφιακό κόσμο, η θλίψη και το σοκ μεταφράζονται σε στιγμιαία ψηφιακή εμπειρία συμμετοχής, όπου ο θεατής γίνεται ταυτόχρονα μάρτυρας, διαμεσολαβητής και αναπαραγωγός του τραυματικού γεγονότος, μέσα από κοινοποιήσεις περιεχομένου και likes. Ωστόσο, η εμπειρία των ανθρώπων που βιώνουν τη βία στην καθημερινότητά τους παραμένει θεμελιωδώς διαφορετική από εκείνη των απομακρυσμένων θεατών.
Ο πόλεμος μετατρέπεται σε ψηφιακό περιεχόμενο υψηλής κυκλοφορίας, όπου η ένταση του συναισθήματος καθορίζει ποια εικόνα γίνεται viral και ποιοι καλούνται να τοποθετηθούν, εκφράζοντας αλληλεγγύη ή καταδικάζοντας. Ακόμη και όταν οι χρήστες γνωρίζουν ότι ένα βίντεο είναι κατασκευασμένο ή παραποιημένο, συνεχίζουν να επηρεάζονται από αυτό, καθώς η δύναμή του έγκειται στην ικανότητά του να προκαλεί άμεσες συναισθηματικές αντιδράσεις – φόβο, οργή ή συμπόνια.
Τι σημαίνει για τη συγκρότηση του ψυχισμού αυτή η συνθήκη και πώς μπορούμε να διατηρήσουμε την επαφή μας με το συναίσθημα και την ικανότητα για αληθινή συγκίνηση, εν μέσω αυτού του κατακλυσμού;
Με όρους ψυχανάλυσης, η συνεχής, ανεπεξέργαστη έκθεση σε εικόνες πολέμου μπορεί να λειτουργήσει ως δευτερογενής τραυματισμός: το τραυματικό περιεχόμενο εμφανίζεται ξανά και ξανά στις οθόνες μας, χωρίς χρόνο ή πλαίσιο για ψυχική επεξεργασία. Όπως παρατηρεί ο ψυχαναλυτής Ντόρι Λάουμπ, η υπερβολική επανάληψη του τραυματικού γεγονότος μπορεί να οδηγήσει σε ψυχική αποστασιοποίηση ή αποσύνδεση, έναν μηχανισμό άμυνας που προστατεύει το υποκείμενο αλλά ταυτόχρονα περιορίζει τη συναισθηματική εμπλοκή.
Στην ψηφιακή εποχή, όπου οι εικόνες πολέμου αναρτώνται οικουμενικά, με βίντεο βομβαρδισμών και επιθέσεων, καθημερινά, σε real time, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: η συλλογική θέαση καλλιεργεί αληθινή αλληλεγγύη και συμπόνια ή μετατρέπεται σε συναισθηματική αδράνεια, με τη βία να βιώνεται ως αδιάκοπη ροή περιεχομένου αντί για επεξεργασμένο τραυματικό γεγονός;
Στο πλαίσιο της ψηφιακής αναμετάδοσης, o θεατής δεν καλείται να αξιολογήσει την αλήθεια της εικόνας, αλλά να αντιδράσει συναισθηματικά σε αυτήν, ενσωματώνοντάς τη σε ένα διαμορφωμένο πλαίσιο πεποιθήσεων και ταυτίσεων που ήδη φέρει. Έτσι, η πολιτική συγκρότηση μετατοπίζεται από το επίπεδο της ορθολογικής κρίσης στο επίπεδο της συναισθηματικής φόρτισης. Εδώ «το πραγματικό» αντικαθίσταται από την ένταση της εμπειρίας του. Τα deepfakes δεν διαστρεβλώνουν απλώς την πραγματικότητα. Συμβάλλουν στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος στο οποίο η συναισθηματική πειστικότητα υπερισχύει της αλήθειας, αναδιαμορφώνοντας ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι θεατές κατανοούν, αισθάνονται και πολιτικοποιούν τον πόλεμο.
Τι σημαίνει λοιπόν αυτή η νέα πραγματικότητα για την ατομική και συλλογική ψυχική οικονομία, υπό συνθήκες συνεχούς τριβής με την ωμή βία;
Η αδιάκοπη κατανάλωση εικόνων πολέμου μέσα από τα social media δεν αφορά την ενημέρωση. Αφορά είτε την κανονικοποίηση της φρίκης, είτε τις σταδιακά απονευρωμένες μας ματιές πάνω στον πόνο του Άλλου. Μέσα σε αυτήν τη συνθήκη αναδύεται ένα πολιτισμικό τοπίο αποϊεροποίησης της ζωής, όπου η ένταση της εικόνας υπερκαλύπτει την ψυχική επεξεργασία και η συλλογική εμπειρία του τραύματος κινδυνεύει να μετατραπεί σε αίσθημα αδράνειας, αποσύνδεσης ή και αναπαραγωγής της βίας. Μέσα από αυτό το πρίσμα, οι θεατές καλούνται όχι μόνο να παρακολουθούν αλλά και να διαχειριστούν την αδυναμία τους να επηρεάσουν τα γεγονότα, ενώ η επαναλαμβανόμενη έκθεση διαμορφώνει συναισθηματικά πεδία που συγκροτούν πολιτικές και κοινωνικές ταυτότητες με βάση το σοκ και την ένταση, όχι την αλήθεια ή την αναστοχαστική ματιά. Καθώς η βία γίνεται reels και η φρίκη κλικ, το πλαίσιο που διαχωρίζει τη συγκινησιακή μέθεξη από την άκριτη υπερεμπλοκή καταλύεται και η ψυχική σχισμή εγκαθίσταται αθέατα. Ίσως, τελικά, το πιο κρίσιμο ερώτημα να μην είναι τι μας κάνουν οι εικόνες, αλλά τι αρχίζουμε σιωπηλά να μην αισθανόμαστε μπροστά τους.