Η παχυσαρκία είναι ένα ιδιαίτερα σύνηθες και πολύ σημαντικό πρόβλημα υγείας, καθώς αυξάνει τον κίνδυνο άλλων νόσων, όπως οι καρδιαγγειακές παθήσεις, ο διαβήτης τύπου 2, η υπέρταση, η στεφανιαία νόσος και μερικές μορφές καρκίνου. Επιπλέον, συνδέεται με ένα ευρύ φάσμα ψυχολογικών προβλημάτων, επηρεάζει την ποιότητα ζωής ενός ατόμου, ενώ αυξάνει το άμεσο και έμμεσο κόστος της υγειονομικής περίθαλψης.
Στις μέρες μας, ο δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ) χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της παχυσαρκίας και υπολογίζεται ως το πηλίκο του σωματικού βάρους σε κιλά, διά το ύψος στο τετράγωνο. Υπολογίζεται με βάση την ηλικία, το ύψος και το βάρος, αν και ο δείκτης αυτός δέχεται αρκετή κριτική γιατί δεν λαμβάνει υπόψη άλλες σημαντικές παραμέτρους. Με βάση αυτόν τον δείκτη έχουμε την ακόλουθη κατάταξη: φυσιολογικό βάρος με ΔΜΣ <25 kg/m2, αυξημένο βάρος με ΔΜΣ 25-30 kg/m2, άτομο με παχυσαρκία με ΔΜΣ >30 kg/m2.
Η σημερινή εικόνα της παχυσαρκίας στην Ελλάδα
Ποια όμως είναι η σύγχρονη εικόνα αναφορικά με τις διαστάσεις της παχυσαρκίας στη χώρα μας; «Το ποσοστό των υπέρβαρων και παχύσαρκων ατόμων παρουσιάζει διακυμάνσεις, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Το 2022 στην Ελλάδα καταγράφηκε μικρή μείωση στο ποσοστό των υπέρβαρων σε σύγκριση με το 2019. Συγκεκριμένα, το 54% του πληθυσμού ήταν υπέρβαρο, ποσοστό μειωμένο κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με εκείνο του 2019. Αντίστοιχα, το ποσοστό των παχύσαρκων μειώθηκε από 17% το 2019 σε 11% το 2022. Το πρόβλημα όμως στη χώρα μας είναι η παιδική παχυσαρκία», επισημαίνει ο κ. Αθανάσιος Μανώλης, διευθυντής Β’ Καρδιολογικής Κλινικής του Metropolitan Hospital, πρόεδρος του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου του ΕΟΦ.
Διευθυντής Β' Καρδιολογικής Κλινικής του Metropolitan Hospital, Πρόεδρος του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου του ΕΟΦ
«Το 2020, η παιδική παχυσαρκία στην Ελλάδα ήταν 14%, αυξημένη κατά 3,2 μονάδες σε σχέση με το 2000 και υψηλότερη κατά 5,6 μονάδες από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Σύμφωνα με έρευνα, το 70% των παχύσαρκων παιδιών παραμένουν παχύσαρκα και ως ενήλικες, ενώ έχουν αυξημένη πιθανότητα να εμφανίσουν παθολογικές καταστάσεις που κατά κανόνα εμφανίζονται στην ενήλικη ζωή (σακχαρώδης διαβήτης, υπέρταση κ.λπ.). Η παχυσαρκία μπορεί να εμφανιστεί στον καθένα και οφείλεται στη συνδυαστική επίδραση γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων καθώς και παραγόντων που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής, όπως η ανθυγιεινή διατροφή, η έλλειψη φυσικής δραστηριότητας, η γενετική κληρονομικότητα και διάφορες ενδοκρινικές παθήσεις. Προτού μιλήσουμε για τις καινούργιες θεραπείες που έχουμε στη διάθεσή μας, είναι πολύ σημαντικό να αντιληφθούμε ότι καμία θεραπεία δεν είναι αποτελεσματική χωρίς την αλλαγή τρόπου ζωής. Οι παχύσαρκοι θα πρέπει να συνεχίσουν τη δίαιτά τους, να κάνουν καθημερινή άσκηση, να κοιμούνται ικανοποιητικές ώρες και να ελέγξουν το στρες τους. Όσον αφορά τη διατροφή τους, θα πρέπει να ενυδατώνονται αρκετά και να καταναλώνουν πρωτεΐνες. Η άσκηση θα τους βοηθήσει να χάσουν βάρος και να μειώσουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, ενώ θα μπορέσουν να διατηρήσουν τη μυϊκή τους μάζα. Ο ικανοποιητικός ύπνος είναι σημαντικός, αφού η έλλειψή του διαταράσσει τον μεταβολισμό και αυξάνει την όρεξη», προσθέτει.
Σύγχρονες φαρμακευτικές θεραπείες για την παχυσαρκία
«Από πλευράς φαρμακευτικής αγωγής, σήμερα έχουμε στη διάθεσή μας δύο πολύ αποτελεσματικά φάρμακα, τη semaglutide (Ozempic) και την tirzepatide (Mounjaro). Τα φάρμακα αυτά δρουν στον εγκέφαλο μειώνοντας την όρεξη, αυξάνουν τον κορεσμό, ενώ μειώνουν και την κένωση του στομάχου μετά το φαγητό, προκαλώντας την αίσθηση της πλήρωσης. Και τα δύο φάρμακα είναι ασφαλή, εφόσον χρησιμοποιούνται με βάση τις ενδείξεις τους, και τα δύο έχουν οφέλη αλλά και ανεπιθύμητες ενέργειες. Και τα δύο φάρμακα έχουν μελετηθεί σε ασθενείς μη διαβητικούς με ΔΜΣ >30 kg/m2 και άλλον έναν παράγοντα κινδύνου. Η semaglutide μείωσε το σωματικό βάρος κατά 12,7%, έναντι 15% και 19,5% με την tirzepatide στη δοσολογία 5 και 10 mg. Αυτά τα φάρμακα είναι ιδανικά για ασθενείς με αντίσταση στην ινσουλίνη, μεταβολικό σύνδρομο, καρδιαγγειακή νόσο και σοβαρή παχυσαρκία. Αν συγκρίνουμε τα δύο φάρμακα, φαίνεται ότι η tirzepatide είναι πιο αποτελεσματική. Πέραν της μείωσης του σωματικού βάρους, έχουν δείξει αποτελεσματικότητα στη μείωση των καρδιαγγειακών επεισοδίων, στη βελτίωση του σακχάρου αίματος, στην υπνική άπνοια και σε άλλες παθήσεις», αναφέρει.
Ανεπιθύμητες ενέργειες και σωστή χρήση των νέων φαρμάκων
«Όπως όλα τα φάρμακα, έτσι και τα παραπάνω έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες. Σε αυτές περιλαμβάνονται η δυσκοιλιότητα, η διάρροια, η ναυτία και σπανίως η νεφρική ανεπάρκεια, η παγκρεατίτιδα, η χολολιθίαση, ακόμη και οι τάσεις αυτοκτονίας. Οι γαστρεντερικές διαταραχές μπορούν να βελτιωθούν αν σταματήσουμε να τρώμε όταν αισθανθούμε πλήρωση και αποφεύγουμε τα λιπαρά φαγητά και τα ανθρακούχα. Επίσης, τα φάρμακα αυτά μειώνουν τη δίψα και οδηγούν σε αφυδάτωση, γι’ αυτό θα πρέπει τα άτομα που τα λαμβάνουν να καταναλώνουν αρκετά υγρά. Αντενδείκνυνται σε άτομα με ιστορικό καρκίνου θυρεοειδούς, ενώ θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε άτομα με ιστορικό παγκρεατίτιδας ή χολολιθίασης. Ένα σημαντικό πρόβλημα με αυτά τα φάρμακα είναι η σαρκοπενία. Η γρήγορη και σημαντική απώλεια βάρους αυξάνει τον κίνδυνο, κυρίως σε ηλικιωμένα άτομα. Η άσκηση και η αυξημένη κατανάλωση πρωτεϊνών μπορεί να μειώσει αυτόν τον κίνδυνο. Αυτό και μόνο δείχνει ότι δεν θα πρέπει να χορηγούνται χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του θεράποντος ιατρού, αλλά και ότι θα πρέπει να χορηγούνται με βάση τις ενδείξεις, τις συνυπάρχουσες παθήσεις και τις αντενδείξεις. Αυτό που πρέπει να γνωρίζουμε είναι ότι για να διατηρήσουμε τη μείωση του σωματικού βάρους θα πρέπει η χορήγηση του φαρμάκου να είναι συνεχής, ώστε να αποφύγουμε την επαναφορά του σωματικού βάρους στα προηγούμενα επίπεδα, και πάντα να συνοδεύεται με αλλαγή τρόπου ζωής. Τέλος, σε άτομα με νοσογόνο παχυσαρκία που δεν έχουν απαντήσει στα νέα φάρμακα, η βαριατρική χειρουργική ίσως είναι μια εναλλακτική θεραπεία, καθώς η παρατεταμένη παχυσαρκία και οι μεταβολικές της επιπτώσεις, μεταξύ άλλων, επιβαρύνουν σημαντικά την καρδιά και αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων», καταλήγει ο κ. Μανώλης.
Η συμβολή του Metropolitan Hospital στην καρδιομεταβολική υγεία των πολιτών
Το Metropolitan Hospital διαθέτει μια σύγχρονη, πλήρως εξοπλισμένη, οργανωμένη καρδιολογική κλινική, αντίστοιχη με εκείνες των καλύτερων καρδιολογικών κέντρων του εξωτερικού, πιστοποιημένη σύμφωνα με ISO, η οποία έχει πλέον κερδίσει την εμπιστοσύνη στον ελλαδικό χώρο, καθώς τα τελευταία 15 χρόνια αποδεικνύει έμπρακτα την επιστημονική της αρτιότητα στην περίθαλψη και θεραπεία δύσκολων και σύνθετων καρδιολογικών περιστατικών. Τα καρδιαγγειακά νοσήματα αποτελούν την κυριότερη αιτία θανάτου παγκοσμίως, καθώς ευθύνονται για το 50% των συνολικών θανάτων. Η πλήρως στελεχωμένη Β' Καρδιολογική Κλινική διαθέτει ειδικούς τόσο στη θεραπεία όσο και στη διαχείριση των παραγόντων κινδύνου (υπέρταση, λιπίδια, διαβήτης, κάπνισμα, άσκηση) που σχετίζονται με τα καρδιαγγειακά νοσήματα και συμβάλλει καθοριστικά στην αποτελεσματική αντιμετώπισή τους.