Ο ΟΡΟΣ «SUGAR DADDY» εμφανίστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες στις αρχές του 20ού αιώνα και ξεκίνησε από τον μεγιστάνα της ζάχαρης Έιντολφ Σπρέκελς, τον οποίο οι εφημερίδες αποκαλούσαν έτσι επειδή κακομάθαινε τη νεότερη σύζυγό του με ακριβά δώρα και μια ζωή γεμάτη χλιδή. Με τα χρόνια η φράση πέρασε στη λαϊκή κουλτούρα για να περιγράψει έναν εύπορο, συνήθως μεγαλύτερο άντρα, που στηρίζει οικονομικά μια πολύ νεότερή του γυναίκα, με κάποιου είδους αντάλλαγμα, συνήθως ερωτικό. Στη σύγχρονη εποχή τέτοιες σχέσεις έχουν εμφανιστεί συχνά στα media, από τον γάμο της Άνα Νικόλ Σμιθ όταν ήταν είκοσι έξι χρονών με τον ενενηντάχρονο δισεκατομμυριούχο Τζ. Χάουαρντ Mάρσαλ μέχρι τον γάμο του Χιου Χέφνερ στα ογδόντα έξι του με την εικοσιεξάχρονη Κρίσταλ Χάρις.
Μια τέτοια σχέση έζησε για χρόνια η γυναίκα που αφηγείται την ιστορία που ακολουθεί. Εκείνη ήταν είκοσι εφτά και εκείνος εξήντα τριών ετών.
«Τον sugar daddy μου τον γνώρισα μέσω μιας φίλης. Ήταν και ο δικός της και μου τον έκανε πάσα. Μετά κατάλαβα ότι μέσα στα “καθήκοντά” της ήταν να βρίσκει και την επόμενη.
Μπορεί να μη με συγκινούσε μια τσάντα Chanel, αλλά με συγκινούσε να πάω στις Μαλδίβες. Και μετά έγινε κάτι αστείο: άρχισαν να μου αρέσουν και τα Chanel.
Δεν ήταν κολλητή μου, αλλά κάθε φορά που τη συναντούσα εμφανιζόταν με ωραία ρούχα, ακριβό ρολόι και αυτοκίνητο που “φυσούσε”. Έλεγε διάφορες δικαιολογίες: ότι ψωνίζει μούφα από την Τουρκία, ότι το αυτοκίνητο τής το έχει δώσει ένας ξάδερφος που λείπει στο εξωτερικό.
Ένα βράδυ επέμενε να μου κάνει το τραπέζι για τα γενέθλιά της σε καλό εστιατόριο. Αφού ήπιαμε, μου τα είπε όλα. Είχε γνωρίσει έναν εφοπλιστή, τριάντα χρόνια μεγαλύτερό της. Συμπαθητικό, με τρόπους. Την “κακομάθαινε”.
Ακριβά εστιατόρια, ταξίδια, δώρα.
Τη ρώτησα αν κάνουν σεξ. Μου είπε ότι αυτό ήρθε μετά και ότι δεν αλλάζει τίποτα. Εκείνος θέλει απλώς να κακομαθαίνει νέες γυναίκες. Δεν ζητά αποκλειστικότητα. Δεν τον πειράζει καν αν έχεις αγόρι.
Με τον καιρό, τα δώρα έγιναν κάτι σαν χορηγία. Της πλήρωνε το ενοίκιο. Της πήρε αυτοκίνητο. Το μόνο που ζητούσε ήταν να τον βλέπει όταν εκείνος βρισκόταν στην Ελλάδα.
Μου πρότεινε να μου τον γνωρίσει. “Ξέρω το στυλ του”, είπε. “Θα του αρέσεις”.
Της εξήγησα ότι δεν μπορώ να λειτουργήσω έτσι. Δεν την κρίνω, αλλά εγώ δεν μπορώ να μπω σε κάτι χωρίς συναίσθημα, χωρίς να μου αρέσει ο άλλος.
Η ιστορία θα είχε τελειώσει εκεί, αν δεν τους συναντούσα τυχαία ένα μεσημέρι στο κέντρο. Είχαν βγει για ψώνια και έπεσαν πάνω μου. Εκείνος επέμενε να πάω μαζί τους για lunch.
Ήταν ένας ώριμος άντρας. Στα μάτια μου τότε φαινόταν σχεδόν γέρος – έτσι είναι όταν είσαι νέος, όλοι οι μεγαλύτεροι σού φαίνονται πολύ μεγαλύτεροι. Είχε τρόπους, βέβαια. Άνοιξε σαμπάνια, αν και ήταν μεσημέρι, και όταν του είπα ότι δεν ήθελα, χαμογέλασε: “Βρέξε μόνο τα χείλη σου”. Έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τις σπουδές μου. Μου μιλούσε γαλλικά, είχε μεγαλώσει, είπε, με Γαλλίδα γκουβερνάντα. Όταν άκουσε ότι σπουδάζω Γαλλική Φιλολογία, ενθουσιάστηκε.
Ζήτησε το τηλέφωνό μου για να με φέρει σε επαφή με έναν καθηγητή στη Σορβόννη. Ανέφερα κι ένα εξαντλημένο βιβλίο και είπε ότι θα μου το βρει.
Ένιωθα άσχημα για τη φίλη μου. Εκείνη όμως δεν ενοχλήθηκε. Μου είπε ότι από την αρχή πίστευε πως θα ταιριάζαμε.
Μέχρι τότε δεν πίστευα ότι θα έμπαινα σε κάτι τέτοιο. Δεν με γοήτευαν οι μεγαλύτεροι άντρες. Δεν με συγκινούσαν τα ακριβά δώρα. Δεν το είχα, όπως άλλες γυναίκες, με τα λούσα και τη μόδα.
Όμως ο τύπος έκανε έξυπνο μαρκάρισμα. Ήξερε καλά τι θέλουν οι γυναίκες και ότι όλα τελικά έχουν μια τιμή. Μου βρήκε το βιβλίο και με κάλεσε στο Παρίσι για να γνωρίσω τον καθηγητή. “Σε ξεχωριστά δωμάτια, φυσικά”, είπε.
Σιγά σιγά έγινε αυτό που λέει ο Μπαλζάκ: “Όταν ένα κάστρο αρχίσει τις διαπραγματεύσεις, έχει ήδη παραδοθεί”. Ταξίδια, δώρα, μια ζωή χωρίς όρια και καθόλου πίεση. Ήξερε καλά να περιμένει, σαν τον καλό θηρευτή, το θήραμα. Και με τον καιρό ανακάλυψα ότι μου άρεσε να με κακομαθαίνουν. Μου άρεσε που ένιωθα ότι η νιότη μου είχε “βάρος”, ότι όσο εγώ καθόμουν πάνω του μ’ αυτό το “βάρος” εκείνος λύγιζε και υποχωρούσε. Κάθε μου επιθυμία γινόταν σχεδόν προσταγή.
Στην αρχή δεν ζητούσε τίποτα. Μετά όμως ζήτησε αποκλειστικότητα. Θεωρούσε ότι είχαμε σχέση και ήθελε να τον συνοδεύω στα ταξίδια.
Κάποια στιγμή άρχισε να με εξιτάρει κάτι περίεργο. Όταν πηγαίναμε σε καλά εστιατόρια, ένιωθα όλα τα βλέμματα πάνω μας – ο μεγάλος και η Λολίτα του. Δεν με ενοχλούσε, αντίθετα με έφτιαχνε η σκέψη ότι όλοι πίστευαν πως είμαι ένα “πληρωμένο πορνίδιο”. Δεν ξέρω γιατί, αλλά το ένιωθα ως “μαγκιά μου”. Όταν ο παρκαδόρος έφερνε τη Ferrari και με κοιτούσαν με βλέμμα “τι κάνεις με τον γέρο;”, μέσα μου έλεγα: “Μόνο εγώ ξέρω τι κάνω και λογαριασμό δεν σας δίνω. Φάτε τώρα τη σκόνη μας”. Και εκείνος γκάζωνε επιδεικτικά.
Το σεξ όμως δεν ήταν εύκολο. Έπαιρνε χάπι και κρατούσε πολλή ώρα. Εγώ βαριόμουν και πάντα ένιωθα λερωμένη. Μετά όμως σκεφτόμουν τη ζωή που ζούσα και το έλεγα καθαρά στον εαυτό μου: δίνεις νιάτα και σεξ, παίρνεις δύναμη, εξουσία και ευκαιρίες. Μπορεί να μη με συγκινούσε μια τσάντα Chanel, αλλά με συγκινούσε να πάω στις Μαλδίβες. Και μετά έγινε κάτι αστείο: άρχισαν να μου αρέσουν και τα Chanel. Η πολυτέλεια είναι εθιστική· όταν τη γνώρισα, κατάλαβα πόσο.
Μια μέρα, όμως, έπαψα να είμαι η ευνοούμενη. Δεν έγινε σκηνή, απλώς άρχισε να αραιώνει. Μου έλεγε ότι έρχεται λιγότερο στην Ελλάδα, ενώ ήξερα ότι ήταν εδώ. Δεν είχα ερωτευτεί αυτόν, αλλά το ότι είχα sugar daddy. Εγώ που δεν άφηνα ποτέ ούτε τον γκόμενο να με κεράσει ποτό. Για καιρό τηρούσε τις υποσχέσεις που μου είχε δώσει. Ακόμα και αν δεν με έβλεπε, όταν του έλεγα ότι ζορίζομαι, έτρεχε κάποιος οδηγός του και μου έφερνε έναν φάκελο με περισσότερα απ’ όσα του είχα ζητήσει. Χρόνια μετά, μείναμε κάπως φίλοι. Μου μιλούσε για τα “νέα βασανάκια” του – έτσι έλεγε τις νεότερες κοπέλες. Κάποτε τον ρώτησα πώς αντέχει να τον εκμεταλλεύονται. Μου είπε ότι κάθε χρόνο, μαζί με τον λογιστή του, βγάζει ένα ποσό για γυναίκες: είτε του βγει η άλλη αγία είτε πόρνη, για εκείνον είναι το ίδιο. Τα καλά κορίτσια όμως, είπε, τα κρατά κοντά του.
Δεκαετίες μετά, τον έχω πια χάσει. Τον σκέφτομαι με κάποια τρυφερότητα και του στέλνω πάντα μήνυμα στη γιορτή του. Μερικές φορές απαντά ένα “να ’σαι καλά, κούκλα”. Από κάθε σχέση μπορεί να χάσεις πολλά, από αυτόν όμως κάτι έμεινε. Και ναι, δεν ήταν ωραίο ότι τον περνούσα ένα κεφάλι. Όταν κάναμε σεξ τον ένιωθα σαν Σάτυρο και όταν τελείωνε στο πρόσωπό μου ήταν αηδία. Αλλά μετά σκεφτόμουν ότι σε λίγες μέρες θα πετούσα πρώτη θέση για Ρίο και κάπως όλα ισορροπούσαν μέσα μου. Το έχω σκεφτεί κι εγώ: τι διαφορά έχει αυτό απ' ό,τι κάνει μια σεξεργάτρια; Ίσως καμία. Αλλά ήταν μόνο αυτός. Δεν υπήρξαν άλλοι χορηγοί. Μόνο ένας. Και τελικά, για μένα, αυτή ήταν η μόνη διαφορά. Το κατάλαβα στην ψυχοθεραπεία, που καταλήξαμε ότι τέτοιες σχέσεις δεν είναι μόνο για το σεξ, τη νιότη ή το χρήμα, είναι και για την εξουσία που νιώθει πως ασκεί ο ένας πάνω στον άλλον».