Όταν ο επιχειρηματίας του κινηματογράφου Βίλμα στη Θεσσαλονίκη ανακοίνωσε στον Κώστα Μπακιρτζή, Πρωτοχρονιά του 2025, ότι τον κλείνει οριστικά, εκείνος ξέσπασε σε κλάματα. Η σύνδεσή του με το θρυλικό πορνοσινεμά της περιοχής Βαρδαρίου δεν είχε να κάνει με την ερωτική του αφύπνιση αλλά με μια ρομαντική σύνδεση με τη Θεσσαλονίκη της εφηβείας του.
Χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις σκηνοθεσίας, με βασικό του σύμμαχο το πάθος του να σώσει κάτι από το σινεμά του ονειρικού του παρελθόντος και με τη συμβολή του συνεργάτη του Κωστή Σταμούλη γύρισε ένα handmade ντοκιμαντέρ-αποχαιρετισμό σε μερικά από τα πιο εμβληματικά σινεμά ενός είδους που έχει πεθάνει προ πολλού.
Παρελαύνουν και μοιράζονται τις αναμνήσεις τους ο Τάκης Σπετσιώτης, ο Θωμάς Κοροβίνης, ο Γιώργος Τσιτιρίδης, ο Γιάννης Παλαμιώτης, ενώ την ταινία κλείνει με μια σύντομη εμφάνιση ο Αργύρης Μπακιρτζής.
— Ήταν πράγματι το Βίλμα ο τελευταίος παραδοσιακός κινηματογράφος ερωτικών ταινιών που έκλεισε;
Ναι, λειτούργησε για τελευταία φορά τον Δεκέμβριο του 2024, όντας η τελευταία παραδοσιακή αίθουσα ερωτικών ταινιών της Ελλάδας. Πιθανώς ορισμένοι να αναφέρουν ως τελευταία το εν λειτουργία Αθηναϊκόν στην πλατεία Κοτζιά στην Αθήνα, μα δεν θεωρείται παραδοσιακή αίθουσα καθώς ξεκίνησε κατευθείαν με ταινίες πορνό σε χώρο πρώην καταστήματος και όχι ως Α’ ή Β’ προβολής.
«Σε κοινωνίες όπου η ερωτική επιθυμία δεν μπορούσε να εκφραστεί ανοιχτά, τέτοιοι χώροι λειτούργησαν ως άτυπα καταφύγια. Η ταινία δεν κρίνει, ούτε "ξεσκεπάζει", απλώς παρατηρεί μια κοινωνική πραγματικότητα και την τοποθετεί μέσα στον χρόνο της».
— Ωστόσο κάνεις μια αναδρομή και σε άλλους κινηματογράφους του είδους, όπως το Λαϊκόν της πλατείας Βαρδαρίου και το Σταρ της Ομόνοιας στην Αθήνα. Γιατί επέλεξες να μιλήσεις κυρίως για τη Βίλμα;
Διότι σε αντίθεση με τους άλλους δύο κινηματογράφους, η Βίλμα ήταν αυτός που γνώρισα και έζησα. Ήταν για μένα ένα σημείο συνάντησης όλων μου των νοσταλγιών, ένα ταξίδι στις δεκαετίες που ήθελα, αλλά δεν πρόλαβα να ζήσω, ένας φάρος έμπνευσης στην καθημερινότητά μου και συγχρόνως απομεινάρι μιας Θεσσαλονίκης που δεν υπάρχει πια. Και για την ίδια την πόλη, μια υπενθύμιση πως κάποτε η ζωή δεν ήταν έτσι, πως ο Βαρδάρης δεν ήταν γεμάτος ενοικιαζόμενα βραχυχρόνιας μίσθωσης και η πλατεία Μαβίλη [σ.σ. παρακείμενη περιοχή] δεν ήταν θύμα του gentrification. Φυσικά, όταν γυρίζεις μια ταινία με θέμα τους ερωτικούς κινηματογράφους της Ελλάδας, δεν μπορείς να μην αναφερθείς στους δύο θρύλους του είδους σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, Σταρ και Λαϊκόν. Για διαφορετικούς λόγους, συνδέθηκα και με τους δύο, οπότε η παρουσία τους στην ταινία δεν είναι απλώς για λόγους τεκμηρίωσης.
— Η ταινία σου έχει προσωπικό χαρακτήρα και κάνεις μια παράξενη σύνδεση του «Ταξιτζή» του Σκορσέζε, του Λαπαθιώτη και της Βίλμα. Θεωρείς ότι είναι ντοκιμαντέρ ή μια κινηματογραφική ελεγεία;
Στον «Ταξιτζή» ο Ρόμπερτ ντε Νίρο, πνιγμένος στη μοναξιά της μεγαλούπολης, συχνάζει σε κινηματογράφους ερωτικών ταινιών. Όταν έφτασα το 2016 στη Θεσσαλονίκη από την Καβάλα όπου μεγάλωσα, ταυτιζόμουν με τον Τράβις Μπικλ και πήγαινα συνεχώς στον κινηματογράφο Βίλμα, χωρίς όμως να μπαίνω μέσα. Ο Σκορσέζε κινηματογραφεί χρησιμοποιώντας χαρακτήρες που δεκαετίες αργότερα έγιναν θαμώνες της Βίλμα. Ο Λαπαθιώτης κάνει τις πονηρές του βόλτες στο Ζάππειο παρέα με τον Γιώργο Τσουκαλά, όπως πολλοί έκαναν τις πονηρές τους βόλτες στη Βίλμα. Και στη Βίλμα και στο Ζάππειο, όλα γίνονταν στο ημίφως. Ο Κώτσος Γκίκας από το Μενίδι ήταν ο τελευταίος εραστής του ποιητή και είναι σαν να τον έχω δει να ανεβαίνει τα σκαλιά του εξώστη. Όσο για το τι είναι τελικά η ταινία μας, θα αφήσω τους θεατές να αποφασίσουν. Αυτό που ήθελα εγώ να παραθέσω το έκανα και δεν έχω κάτι άλλο να προσθέσω.
— Θεωρείς την ταινία queer; Θα λέγαμε, θέλοντας και μη, «αποκαλύπτεις» μια ανομολόγητη δραστηριότητα των Ελλήνων αντρών, ότι δηλαδή σε αυτά τα πορνοσινεμά τα τελευταία χρόνια –ίσως και πρωτύτερα– οι θαμώνες έμπαιναν προσχηματικά για να δουν ταινίες ετεροφυλόφιλου σεξ (στις αφίσες της εισόδου κυριαρχεί το γυναικείο γυμνό), ενώ αρκετοί κατέληγαν να κάνουν σεξ μεταξύ τους.
Η ταινία συνομιλεί σίγουρα με την queer κινηματογραφία, αλλά δεν θα την τοποθετούσα αυστηρά σε ένα τέτοιο πλαίσιο. Στις αφίσες αλλά και στα σύντομα πλάνα ερωτικών ταινιών κυριαρχούν οι γυναίκες, γιατί αυτές ήταν οι πρωταγωνίστριες στο ξεκίνημα των ερωτικών κινηματογράφων. Ταινίες με γκέι θεματική άλλωστε ελάχιστα σινεμά της Ελλάδας έδειχναν. Δεν μας ενδιέφερε να αποκαλύψουμε κάτι κρυφό αλλά να καταγράψουμε έναν χώρο που μέσα στα χρόνια πέρασε από διάφορα στάδια. Από τη μια ένα ετεροφυλόφιλο ξεκίνημα που έγινε τελικά βιτρίνα προς το τέλος και από την άλλη μια χρήση του χώρου που λειτούργησε τα τελευταία χρόνια βασικά ως σημείο γνωριμίας και συνεύρεσης μεταξύ αντρών. Να μην ξεχνάμε ότι τα πρώτα χρόνια πήγαιναν και πολλές γυναίκες.
Φυσικά, αυτό δεν είναι ένα ελληνικό φαινόμενο ούτε κάτι σκανδαλώδες. Σε κοινωνίες όπου η ερωτική επιθυμία δεν μπορούσε να εκφραστεί ανοιχτά, τέτοιοι χώροι λειτούργησαν ως άτυπα καταφύγια. Η ταινία δεν κρίνει, ούτε «ξεσκεπάζει», απλώς παρατηρεί μια κοινωνική πραγματικότητα και την τοποθετεί μέσα στον χρόνο της.
Όσον αφορά την ανομολόγητη δραστηριότητα των Ελλήνων αντρών, η πραγματικότητα είναι πως πάρα πολλοί έμπαιναν στον κινηματογράφο σχεδόν τρέχοντας για να αποφύγουν τα αδιάκριτα μάτια, όποτε από αυτό και μόνο βγάζει ο καθένας τα συμπεράσματά του. Πάντως, υπήρχε κόσμος που πήγαινε για να παρακολουθήσει την ταινία.
— Τα νυχτερινά πλάνα είναι σινεφίλ αναφορές σε αγαπημένες ταινίες; Μήπως εξιδανικεύεις τη Θεσσαλονίκη, κάνοντας τη να μοιάζει με τη νυχτερινή Νέα Υόρκη;
Τα νυχτερινά πλάνα είναι όντως αναφορές σε αγαπημένες μου ταινίες του ’70 και του ’80. Θέλαμε να παρουσιάσουμε με αυτόν τον τρόπο μια πλευρά της πόλης που αργά τη νύχτα επιβιώνει ή και θυμίζει σε ορισμένες στιγμές ακόμη και τη Νέα Υόρκη του «Ταξιτζή». Δεν ξέρω αν εξιδανικεύω τη Θεσσαλονίκη. Σίγουρα εξιδανικεύω όσα με γοητεύουν. Ο κινηματογράφος άλλωστε δεν είναι ρεπορτάζ, είναι βλέμμα. Αν σε κάποια πλάνα η πόλη μοιάζει διαφορετική, είναι γιατί αυτό είναι το φίλτρο μέσα από το οποίο την έζησα.
— Πώς «παντρεύεται» η πορνογραφία με την ποίηση;
Ο Λαπαθιώτης, ο Μήτσος Παπανικολάου, ο Χριστιανόπουλος, ο Βαρβέρης που έχει γράψει και για το Σταρ, έχουν ήδη δώσει την απάντησή τους.
— Εννοώ ότι ανιχνεύεις μια ποιητική διάσταση μέσα στα παροπλισμένα και σε αποσύνθεση σινεμά. Ακόμα και μέσα από το αποτύπωμα που άφησαν όλοι όσοι πέρασαν κάποτε από εκεί στα λερωμένα από σπέρμα καθίσματα…
Υπήρχαν κινηματογράφοι ερωτικών ταινιών που στεγάστηκαν σε κτίρια-αρχιτεκτονικά αριστουργήματα, όπως το Σταρ, το Αβέρωφ ή το Κεντρικόν στη Θεσσαλονίκη. Όταν επισκέφτηκα για πρώτη φορά το πρώτο, έμεινα αποσβολωμένος από τη γοητεία και την αισθητική του. Παρά την παρακμή του, στέκεται ακόμα στην Αγίου Κωνσταντίνου σαν έκπτωτος βασιλιάς, υπενθυμίζοντας το λαμπερό παρελθόν του. Σαν τις μεγαλοαστές και δίχως συγγενείς κυρίες του κέντρου που έζησαν μόνες στα νεοκλασικά τους μέχρι το τέλος. Έχουν μια δύναμη αυτοί οι χώροι, μέσα από το σκοτάδι τους αναβλύζει ένα φως, το φως του παρελθόντος που δεν διαγράφεται. Σίγουρα δεν μπορείς να παραβλέψεις τους ανθρώπους που πέρασαν από αυτά, ειδικά όταν γνωρίζουμε πως ιδιαίτερα σημαντικές προσωπικότητες ήταν θαμώνες σε κινηματογράφους ερωτικών ταινιών . Στα λερωμένα καθίσματα, στους τοίχους του εξώστη που έχουν αλλάξει χρώμα, στη μυρωδιά που έχει ποτίσει την αίθουσα, έχουν αποτυπωθεί ιστορίες έρωτα και πάθους. Μετά τα γυρίσματά μας στον χώρο του κινηματογράφου, η μυρωδιά του εξώστη δεν έφευγε από τη μύτη μου για μια εβδομάδα.
— Ο Γιώργος Τσιτιρίδης που συμμετέχει αποκαλεί τη Βίλμα «μικρό έρημο νησί». Το τέλος των πορνοσινεμά και η εκτίναξη των ερωτικών διαδικτυακών σάιτ επιβεβαιώνουν τη μετάβαση από το συλλογικό στο ατομικό και την αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου;
Σίγουρα επιβεβαιώνει αυτήν τη μετάβαση, αν και ο Γιώργος θεωρώ πως το χαρακτηρίζει «έρημο νησί» γιατί ενώ οι θαμώνες τα τελευταία χρόνια είχαν λιγοστέψει, αυτό στεκόταν ακόμα ήσυχα αλλά και υπερήφανα εκεί. Ενώ δηλαδή αυτός ο κόσμος είχε κάνει τον κύκλο του, η Βίλμα παρέμενε στις επάλξεις, παρότι όλα γύρω του είχαν αλλάξει. Ζούμε όντως σε καιρούς αποξένωσης και αυτό διαφαίνεται σε διάφορους τομείς της καθημερινότητας. Ωστόσο, υπάρχει μαζική επιστροφή του κόσμου στις εμπορικές αίθουσες. Τι κερδίζει τελικά; Να παρακολουθείς μια ταινία μόνος στο σαλόνι του σπιτιού σου ή σε μια ωραία αίθουσα με ανθρώπους γύρω σου; Από την εμπειρία μου, τελικά το δεύτερο. Μαζική επιστροφή δεν θα υπήρχε ποτέ στους ερωτικούς κινηματογράφους, όσα χρόνια κι αν περνούσαν, γιατί η ιστορία πλέον σε αυτόν τον τομέα γράφεται αλλιώς.
— Συμπεριλαμβάνεις αποσπάσματα από ταινίες πορνό «αξιώσεων» των ’70s, γυρισμένες την ίδια εποχή με τον «Ταξιτζή» και τους «Κακόφημους δρόμους». Θεωρείς ότι σε μια εποχή που ο συμβατικός κινηματογράφος δείχνει απροκάλυπτα σκηνές σεξ και η πορνογραφία έχει αντικατασταθεί από κυνικό πορνό (ΟnlyFans, Pornhub), ήρθε η ώρα του καλλιτεχνικού πορνό;
Ας συμφωνήσουμε ότι όταν αναφέρουμε ένα δημιούργημα ως ταινία, αυτό έχει σκηνοθέτη, σεναριογράφο, σύνθετη του σάουντρακ, ενδυματολόγο και άλλες ειδικότητες. Το να βάζουμε δύο ανθρώπους σε ένα άδειο δωμάτιο με έναν καναπέ στη μέση δεν νομίζω πως πληροί τις προϋποθέσεις μιας ερωτικής ταινίας, όση απήχηση κι αν έχει σήμερα. Παραθέτουμε αποσπάσματα ταινιών που θεωρούμε σημαντικά δημιουργήματα, όπως το «Behind the green door». Εκεί διαφαίνεται πως η ταινία είχε κάτι να πει, ήθελε να παρουσιάσει ένα αποτέλεσμα με άποψη και αισθητική. Γιατί να μην υπάρχει χώρος και σήμερα για κάτι τέτοιο;
— Πώς μοιράσατε οι δύο σας με τον Κωστή τις αρμοδιότητες; Θα έλεγες ότι η ταινία τελικά πραγματοποιήθηκε χάρη στην επιμονή σας να ολοκληρωθεί;
Το αρχειακό υλικό που είχαμε στη διάθεσή μας συνεχώς ανανεωνόταν με τρόπο καθόλου οργανωμένο κι αυτό είναι δική μου ευθύνη. Έρχονταν συνεχώς στο κεφάλι μου περίεργες ιδέες και πολλές φορές κάναμε βήματα πίσω. Ο Κωστής ήταν αυτός που έβαλε σε μια σειρά τη διαδικασία, όρισε κάποιες παραμέτρους και κατάφερε να βάλει σε τάξη την πλήρη αταξία μου. Χωρίς αυτόν δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί αυτή η ταινία. Είναι φορές που καθόμαστε στο Jazz in Jazz ή στον Ένοικο αργά το βράδυ κάποιας καθημερινής και σκεφτόμαστε τι θα αλλάζαμε σε αυτό που παραδώσαμε τελικά. Πάντα όμως καταλήγουμε πως δεν έχει καμία σημασία αυτή η κουβέντα, γιατί και μόνο που μια απλή επιθυμία για καταγραφή της τελευταίας παραδοσιακής αίθουσας ερωτικών ταινιών της Ελλάδας έφτασε να είναι επίσημη συμμετοχή στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης είναι κάτι το εντυπωσιακό. Στο τελικό αποτέλεσμα συνέβαλε σημαντικά και ο αδερφικός φίλος και συνοδοιπόρος, ο διευθυντής φωτογραφίας της ταινίας Δημήτρης Μουγκός.