Μια οδύσσεια τσέπης με δύο κορίτσια, ένα αγόρι κι ένα τροχόσπιτο κάτω από τον καυτό μεσογειακό ήλιο της ελληνικής επαρχίας. Η νέα ταινία των The Callas –Λάκη και Άρη Ιωνά– είναι μια τολμηρή και εκφραστική κινηματογραφική εμπειρία που συνδυάζει τη μουσική, την εικαστική αισθητική και τη θεατρικότητα που χαρακτηρίζει τη μπάντα εδώ και 20 χρόνια.
Δυο κορίτσια κληρονομούν ένα vintage τροχόσπιτο στην επαρχία και σχεδιάζουν να το κάνουν ένα κινούμενο «μπουρδέλο» μόνο για γυναίκες. Η επιχείρηση «Madonna» ξεκινάει. Μια ιστορία γυναικείας αλληλεγγύης, περιέργειας και αγάπης προς το «ξένο», με χιούμορ και χρώματα Ρομέρ και πρωταγωνιστές την Τζωρτζίνα Λιώση, τη Νάνσυ Μπούκλη και τον Νικολάκη Ζεγκίνογλου.
Στην πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία τους, οι Callas συνεργάζονται ξανά με έναν πυρήνα φίλων και καλλιτεχνών και επιμελούνται οι ίδιοι τη σκηνογραφία, τα κοστούμια και τη μουσική της ταινίας, δημιουργώντας μια ολιστική εμπειρία που ξεπερνά τα όρια της παραδοσιακής αφήγησης. Η ταινία βγαίνει στον Μικρόκοσμο και σε άλλες κινηματογραφικές αίθουσες στις 5 Μαρτίου.
— Πώς γεννήθηκε αρχικά η ιδέα για την ταινία «Madonnas»;
Ξεκίνησε πριν από δύο χρόνια ουσιαστικά. Τα πρότζεκτ μας ξεκινάνε πάντα με ένα όνειρο, κι ένα πράγμα που θέλαμε να κάνουμε τότε ήταν να αγοράσουμε ένα τροχόσπιτο. Θέλαμε να κάνουμε κάτι με τροχόσπιτο, να το έχουμε στο κτήμα ή να το κάνουμε installation, είχαμε διάφορα πράγματα στο μυαλό μας. Το κουφό του πράγματος είναι ότι πήγαμε στο νοσοκομείο που νοσηλεύτηκε ο πατέρας μας και στο διπλανό κρεβάτι ήταν ένας τύπος που πούλαγε μεταχειρισμένα τροχόσπιτα! Ήταν ο άνθρωπός μας. Έγινε η γνωριμία και από εκεί ξεκίνησε όλη η ιστορία. Μας βρήκε αυτό που ψάχναμε ακριβώς, ένα ’70s ιταλικό που το αγοράσαμε και έγινε το τροχόσπιτο της ταινίας. Γράψαμε το σενάριο, γιατί η μουσική υπήρχε, τα τραγούδια που χρησιμοποιήσαμε τα κουμπώσαμε στο σενάριο και σιγά σιγά φτιάχτηκε η ιστορία.
«Είναι κι ένας τρόπος το χιούμορ να ξεφεύγεις και να επιβιώνεις. Σε σώζει από τον μαλάκα, από άβολες στιγμές και μπορεί να πάρει και χαρακτηριστικά ειρωνείας, να γίνει πιο αιχμηρό. Έχει και ένα ενδιαφέρον αυτό, το ότι μπορείς με έναν κομψό τρόπο να μιλάς για πολύ αιχμηρά πράγματα».
— Υπογράφετε σκηνοθεσία, μουσική, σκηνογραφία, κοστούμια. Πόσο συνειδητή ήταν αυτή η ολιστική προσέγγιση; Είναι ανάγκη για έλεγχο ή αναγκαίο κακό λόγω budget;
Πάντα ό,τι κάνουμε είναι low budget, αλλά, από την άλλη, είναι και πράγματα με τα οποία ασχολούμαστε έτσι κι αλλιώς. Αυτά τα επιμέρους κομμάτια τα δουλεύουμε είτε στα εικαστικά μας, είτε στα μουσικά, είτε στις περφόρμανς, οπότε έτσι κι αλλιώς είναι το σύμπαν μας στο οποίο τσαλαβουτάμε αριστερά δεξιά. Τα ρούχα είναι από την γκαρνταρόμπα του Λάκη. Θα μπορούσαν να γίνουν upgrade ανάλογα με το budget, αλλά, ok, έχουμε μάθει να δουλεύουμε με αυτόν τον τρόπο.
— Τι είναι το «Madonnas» στην ταινία σας;
Είχαμε κάνει μια σειρά έργων που λεγόταν «Working class Madonnas» –την είχαμε παρουσιάσει στη Στέγη– και είχαν να κάνουν πολύ με τον γυναικείο κόσμο. Είναι κάπως αυτά τα χρώματα, αυτές οι υφές κι αυτή η αίσθηση που είχαμε εμείς για όλο αυτό το πράγμα που αποκαλούσαμερ «working class Madonnas», που πολλές φορές αυτές είναι φίλες μας, είναι Calassettes, είναι ο κόσμος μας. Και μας άρεσε και ως ποπ τίτλος. Μας αρέσει αυτό το παιχνίδι, όταν πολλές φορές χρησιμοποιούμε κάτι το οποίο υποτίθεται ότι είναι ιερό και το εντάσσουμε σε μια κουλτούρα καθημερινή. Οι αφορμές μας και οι επιρροές μας μπορεί να είναι ποιητές, ζωγράφοι, κ.λπ. – είναι κομμάτι του ευρύτερου σύμπαντός μας αυτή η λογική.
— Η ιδέα ενός φεμινιστικού οίκου ανοχής πάνω σε ρόδες είναι ταυτόχρονα προκλητική και χιουμοριστική. Πόσο πολιτική είναι η ταινία σας;
Γενικότερα αυτό που κάνουμε, και στην τέχνη και στα εικαστικά, έχει ένα πολιτικό background χωρίς να φαίνεται, χωρίς να το φωνάζουμε, χωρίς να το δηλώνουμε με την έννοια της ταμπέλας. Αλλά η πολιτική έχει να κάνει κυρίως με ένα σύμπαν που φτιάχνουμε κι ένα σύμπαν που φτιάχνουν οι κοπέλες, που είναι ένα σύμπαν προστασίας έναντι όλου αυτού που ζούμε. Οπότε, νομίζω, εκεί εντάσσεται, σε μια έννοια κοινότητας, ότι έχουμε αλληλοϋποστήριξη και αλληλεγγύη σε έναν κόσμο που είναι εχθρικός. Έχουν ένα πολιτικό background οι δουλειές μας από πάντα, είναι πολιτική η βάση του από την αρχή μας, και το δουλεύουμε μεταξύ μας και μαζί με τον κόσμο που συνεργαζόμαστε. Υπάρχει η στήριξη αυτής της κοινότητας με πολλές δυσκολίες, και το να υπάρχει ο χώρος προστασίας είναι πολύ βασικό στοιχείο της δουλειάς μας. Μπορεί να είναι πολύ εύθραυστος και να σπάει, αλλά συνεχίζουμε να φτιάχνουμε τον επόμενο και τον επόμενο…
— Ο ανδρικός χαρακτήρας τι ρόλο παίζει;
Οι δυο κοπέλες συναντούν συνεχώς δυσκολίες και μια τυχαία συνάντηση με τον Νικολάκη, που είναι ντόπιος και θέλει να φύγει, να αποδράσει από εκείνο το μέρος, λειτουργεί στο τέλος ως σύνδεσμος που ενώνει κάποιους κόσμους. Ενώνει κάποιους ανθρώπους που έχουν τις ίδιες δυσκολίες, παρότι φαίνονται διαφορετικές. Όταν κάνουν κάτι μαζί, φέρνει αποτέλεσμα.
— Το road trip λειτουργεί ως απελευθέρωση ή ως διαρκής φυγή;
Είναι μια ιδέα από παλιά που είχαμε, μας ενδιέφερε να κάνουμε ένα road trip, αλλά χωρίς να κινείται τίποτα. Μας ενδιέφερε η κλασική δομή του φιλμ νουάρ, όπου έχουμε το μοτέλ και όλοι έρχονται και φεύγουν συνεχώς. Πρόκειται για ένα λίγο αντεστραμμένο road trip, και μας άρεσε αυτό ως ιδέα, γιατί πάντα μας ενδιέφερε ο παρατηρητής που βλέπει κάποιον, δημιουργείται μια συνθήκη μεταξύ τους και δεν ξέρει τι έχει προηγηθεί ούτε τι έπεται. Οπότε, για ένα μικρό χρονικό διάστημα, που ο άλλος μπορεί να κάτσει να πιει έναν καφέ, μπορεί να γίνει εκεί ο χαμός. Κάπως έτσι, εκκινώντας απ’ αυτό το πράγμα, φανταστήκαμε ότι αυτές κάνουν το road trip, σταματάνε κάπου με το τροχόσπιτο κι αρχίζουν και συμβαίνουν όλα, δηλαδή πετυχαίνουν τον Νικολάκη και γύρω από αυτήν τη συνθήκη δομείται το πράγμα.
— Το αισθητικό σας σύμπαν είναι αναγνωρίσιμο εδώ και χρόνια. Πώς εξελίσσεται κινηματογραφικά σε σχέση με τα προηγούμενα πρότζεκτ σας;
Δεν είναι πολύ διαφορετικό αυτό που κάνουμε τώρα. Οι άξονες, οι βάσεις, ο τρόπος που γίνεται, οι άνθρωποι με τους οποίους συνεργαζόμαστε, η αισθητική, δεν αλλάζουν, αλλάζει η εμπειρία που έχουμε σε αυτό που δείχνουμε προς τα έξω, το πώς το δείχνουμε. Κι απ’ την άλλη, μεγαλώνοντας κι εμείς σιγά σιγά αισθανόμαστε λίγο ότι εμβαθύνουμε σε αυτά τα πράγματα που αρχικά τα κάναμε λίγο αυθόρμητα και ότι τα δουλεύαμε επειδή ήταν έτσι ο χαρακτήρας μας. Η αισθητική μας, είτε πρόκειται για σινεμά, είτε για εικαστικά, είτε για μουσική, έχει δυο τρία βασικά χαρακτηριστικά. Από την εμπειρία και από τις συνθήκες που βλέπουμε τώρα τριγύρω μας πολλές φορές αισθανόμαστε ότι πράγματα που κάναμε πριν από δεκαπέντε χρόνια είναι πολύ πιο επίκαιρα τώρα. Δηλαδή όλο αυτό με τον γυναικείο κόσμο που συζητάμε ή τα υφαντά που κάναμε…
— Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη αναφορά (κινηματογραφική ή εικαστική) που επηρέασε το «Madonnas»;
Οι κινηματογραφικές μας αναφορές είναι από Τζάρμους, Καουρισμάκι, Μπρεσόν, και όλο το New Wave, ο Ρομέρ – ειδικά τα ’80s του Ρομέρ. Αυτό το ήπιο ποιοτικό ποπ το έχουμε στο μυαλό μας, χωρίς εξάρσεις και δραματικές στιγμές έντονες.
— Πείτε μου για το χιούμορ ως όπλο απέναντι στον συντηρητισμό.
Υπάρχει χιούμορ σε όλες τις ταινίες μας, λιγότερο όμως. Στη συγκεκριμένη το δουλέψαμε ώστε να το πάμε ένα βήμα παρακάτω και να γελάσει αυτός που τη βλέπει. Και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης η ανταπόκριση ήταν πολύ καλή, οπότε το θεωρούμε ένα όπλο μας. Πάντα με το χιούμορ κάνουμε πολλά πράγματα, σε όλους τους τομείς, από τις παρέες μέχρι την τέχνη, οπότε θέλαμε να επιμείνουμε λίγο και σεναριακά και νομίζουμε ότι λειτούργησε. Είναι κι ένας τρόπος το χιούμορ να ξεφεύγεις και να επιβιώνεις. Σε σώζει από τον μαλάκα, από άβολες στιγμές και μπορεί να πάρει και χαρακτηριστικά ειρωνείας, να γίνει πιο αιχμηρό. Έχει και ένα ενδιαφέρον αυτό, το ότι μπορείς με έναν κομψό τρόπο να μιλάς για πολύ αιχμηρά πράγματα.
— Πόσο ρομαντικός είναι τελικά ο όρος «ανεξάρτητο σινεμά», όταν στην πράξη σημαίνει ελάχιστα χρήματα, εξάντληση και διαρκείς συμβιβασμούς;
Είμαστε μαθημένοι στα ελάχιστα, δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό αυτό, αν είχαμε τον διπλάσιο ή τον τριπλάσιο χρόνο δεν ξέρω τι θα κάναμε μετά. Αν είχαμε τα διπλά λεφτά δεν θα είχαμε κάνει άλλου είδους ταινία, ελάχιστα πράγματα θα αλλάζαμε, μπορεί, αντί να «πηγαίναμε» δέκα σκηνές την ημέρα, να κάναμε πέντε και, αντί να τρώγαμε μπριζόλα, να τρώγαμε αστακό (γελάνε). Μας ενδιαφέρει να περνάμε πάρα πολύ καλά στα σετ, δηλαδή θέλουμε ό,τι χρειάζεται για να ικανοποιούνται οι ανάγκες όλων –άλλος θέλει να τρώει συνέχεια, άλλος να πίνει συνέχεια–, προσπαθούμε με το budget να είμαστε happy όλοι στη δεδομένη συνθήκη. Προτιμάμε να καλύψουμε αυτό, παρά να πάρουμε έναν φακό ή να νοικιάσουμε κάτι τεχνικό. Όλα μπορούν να βελτιωθούν, αλλά όταν κάνουμε εμείς μια ταινία δεν έχουμε τη φιλοδοξία ή το ψώνιο ότι θα αλλάξουμε τον κόσμο ή ότι θα κάνουμε την επανάσταση. Εμάς μας ενδιαφέρει να είναι συγκεκριμένο το μήνυμα –το πολιτικό, το αισθητικό– που θέλουμε να περάσουμε και συγχρόνως να περνάμε πολύ καλά. Δεν μπορούμε τις εντάσεις, τα κλάματα, το δράμα γενικώς. Αν είχαμε περισσότερα λεφτά, θα μπορούσαμε να είχαμε καλύτερες συνθήκες για όλους, περισσότερο χρόνο, ούτως ώστε να είναι πιο δουλεμένα τα πράγματα.
— Σε μια χώρα με περιορισμένες δομές για ανεξάρτητες παραγωγές, είναι το DIY επιλογή ή αναγκαστική συνθήκη;
Η βασική μαλακία σ’ αυτό είναι ότι θα θέλαμε το DIY να μη σημαίνει «πάμε με το τίποτα». Εμάς η μεγάλη μας καύλα θα ήταν να μπορούν όλοι να είναι happy και να πληρώνονται όπως πρέπει, χωρίς υπερβολές. Κι όλοι οι καλλιτέχνες, ό,τι τέχνη κι αν κάνουμε, είτε είμαστε εικαστικοί είτε μουσικοί, αυτή είναι η ζωή μας ολόκληρη. Και πρέπει να ζήσω απ’ αυτό, δεν είναι ότι βγάζω από κάπου αλλού λεφτά και κάνω και την τρέλα μου. Δουλεύω 24 ώρες την ημέρα, πρέπει να αμείβεται αυτή η εργασία. Σου λένε «έλα, μωρέ, εσύ κάνεις την πλάκα σου, θα σε πληρώνω κιόλας;». Το άλλο δράμα είναι ότι εμείς είμαστε πάντα άμεσοι, μας αρέσει να ’χουμε αντανακλαστικά σε σχέση με αυτό που συμβαίνει γύρω μας, δεν μπορούμε να περιμένουμε τρία χρόνια να πάρουμε λεφτά για να κάνουμε ταινία. Τοτε θα έχουμε γεράσει, θα έχουμε άλλη ιδέα και θα είναι και διαφορετικό το σύμπαν γύρω μας. Δεν τα περιμένουμε αυτά, πάμε και το κάνουμε. Δεν μπορούμε να περιμένουμε ούτε εμείς ούτε η παρέα μας να έρθουν τα λεφτά για να εκπληρώσουν το μεγάλο όνειρο του σκηνοθέτη, σκασίλα μας, τώρα θέλουμε να το κάνουμε.
— Πόσο ελεύθερος είσαι πραγματικά όταν εξαρτάσαι από επιτροπές και εγκρίσεις;
Δεν τις έχουμε σκεφτεί ποτέ, δεν έχει περάσει καν απ’ το μυαλό μας, δεν έχουμε καμία εικόνα.
Η ταινία «Madonnas» των Callas βγαίνει στους κινηματογράφους την Πέμπτη 5 Μαρτίου από την Amorsa.