ADVERTORIAL
Οι Κυριακές μετά τις γιορτές έχουν πάντα έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Δεν είναι ακριβώς μέρες ξεκούρασης, ούτε και μέρες δράσης. Είναι εκείνη η ενδιάμεση κατάσταση, κατά την οποία όλοι είναι λίγο πιο αργοί, λίγο πιο γεμάτοι από γλυκά που κανείς δεν μέτρησε, περισσότερο κουρασμένοι από την «ξεκούραση» των γιορτών. Είναι οι μέρες που το σώμα ζητάει απλώς λίγο παραπάνω χώρο.
Η Άννα έχει γενέθλια. Όχι από εκείνα που οργανώνονται με προσκλητήρια και τούρτες-έκπληξη. Από εκείνα που πέφτουν ακριβώς μετά τις γιορτές και σε βρίσκουν φουλ — από φαγητό, κόσμο, εξόδους και «πρέπει». Παρ’ όλα αυτά, έχει καλέσει φίλους για τραπέζι στο σπίτι. Όχι γιατί έχει όρεξη να μαγειρέψει, αλλά κυρίως γιατί δεν έχει όρεξη να είναι μόνη. «Δεν φτιάχνω κάτι βαρύ», τους λέει από το τηλέφωνο. «Τέλεια», απαντούν όλοι σχεδόν ταυτόχρονα.
Το πρωί κατεβαίνει στα Lidl της γειτονιάς χωρίς λίστα, περισσότερο από ανάγκη να μη σκεφτεί ιδιαίτερα τι θα διαλέξει. Περπατά αργά στους διαδρόμους, αφήνοντας το μάτι να προηγηθεί του μυαλού. Σταματά μπροστά στα veggie και vegan προϊόντα περισσότερο από περιέργεια, παρά από καθαρό ενδιαφέρον. Δεν ψάχνει να αλλάξει τρόπο ζωής, ψάχνει απλώς κάτι πιο ελαφρύ για εκείνη την ημέρα.
Επιλέγει μια vegan πίτσα με λαχανικά, σπανάκι, ντομάτα, μανιτάρια. Κάτι ζεστό, εύκολο, που αρέσει σε όλους. Ρίχνει στο καλάθι μικρά vegan λουκανικοπιτάκια, από αυτά που μπαίνουν στον φούρνο και βγαίνουν όσο γρήγορα γεμίζουν τα πρώτα ποτήρια. Δίπλα τους, vegan μπουκιές λαχανικών, κλασικές και spicy – γιατί πάντα κάποιος θα θέλει κάτι πιο πικάντικο.
Καθώς προχωρά στα ράφια, οι παύσεις της διαρκούν ολοένα και περισσότερο. Οι τορτίγιες λαχανικών με παντζάρι της τραβάνε την προσοχή. Της αρέσει το χρώμα τους, αλλά πάνω απ’ όλα της αρέσει που μοιάζουν λίγο πιο ανάλαφρες απ’ ό,τι έχει συνηθίσει. Πριν πάει στο ταμείο, προσθέτει κάτι μικρό, σχεδόν από ένστικτο: ένα vegan snack με κρέμα καρύδας. «Για μετά», σκέφτεται. Ή για εκείνον που πάντα θα ζητήσει κάτι γλυκό χωρίς να το έχει προγραμματίσει.
Κοιτά το καλάθι. Δεν είναι φορτωμένο, ούτε περίπλοκο. Είναι γεμάτο μικρές επιλογές που βγάζουν νόημα και που δεν την κάνουν να νιώθει ότι ξεφεύγει. Ούτε σε κόπο, ούτε σε κόστος.
Το μεσημέρι, το σπίτι ξεκινά να γεμίζει με κόσμο. Παλτό στις καρέκλες, παπούτσια αφημένα όπως-όπως δίπλα στην πόρτα, κουβέντες που ξεκινούν «στο όρθιο». Ό,τι μπαίνει στον φούρνο, μπαίνει σχεδόν μόνο του. Στρώνουν τραπέζι πρόχειρα. Κανείς δεν ρωτά τι είναι τι. Όλοι δοκιμάζουν, συνεχίζοντας τις συζητήσεις τους.
Η πίτσα κόβεται σε κομμάτια που εξαφανίζονται γρήγορα. Τα λουκανικοπιτάκια μοιράζονται χωρίς μέτρημα. Κάποιος παίρνει δεύτερο vegan nugget και μετά τρίτο. Οι τορτίγιες γεμίζουν με ό,τι υπάρχει στο τραπέζι. Το γεύμα μοιάζει να βρίσκει μόνο του τον ρυθμό του. Οι κουβέντες μπλέκονται με τα πιρούνια, τα γέλια έρχονται χωρίς αφορμή, κάποιος σηκώνεται να φέρει νερό, κάποιος άλλος γεμίζει ξανά το ποτήρι του διπλανού του. «Αυτό είναι ωραίο», λέει κάποιος. «Ναι, βάλε και σε μένα!» απαντά ένας άλλος, πριν καν τελειώσει την πρώτη του μπουκιά. Η λέξη vegan ακούγεται αργότερα, σχεδόν κατά λάθος, σαν πληροφορία που δεν αλλάζει τίποτα. Κανείς δεν σταματά να τρώει, κανείς δεν ρωτά λεπτομέρειες.
Κάποια στιγμή, ανάμεσα στα πιάτα που αδειάζουν και στα ποτήρια που γεμίζουν ξανά, κάποιος θυμάται: «Ε, γενέθλια δεν έχεις σήμερα;» Η Άννα σηκώνει τους ώμους. «Έχω. Αλλά δεν το πήρα πολύ σοβαρά φέτος». Κάποιος ανάβει ένα μικρό κερί και το βάζει μέσα στο μπολάκι με τη σως. Το τραγούδι έρχεται φυσικά. Η Άννα φυσά το κερί χωρίς να κάνει ευχή. Ή μάλλον κάνει, απλώς δεν τη λέει δυνατά.
Το τραπέζι κρατά όσο πρέπει. Δεν υπάρχει εκείνο το γνώριμο βάρος των γιορτών. Δεν υπάρχει το «παραήπιαμε» ή το «δεν έπρεπε να φάω τόσο». Γιατί τελικά το Veganuary, για κάποιους ανθρώπους, δεν είναι πρόκληση. Είναι απλώς μια μικρή σταδιακή αλλαγή. Χωρίς ταμπέλα. Χωρίς θόρυβο. Χωρίς να το πάρουν ποτέ πολύ σοβαρά — αλλά αρκετά συνειρμικά, ώστε να κάνει την όποια διαφορά.