Μανόλης Αναγνωστάκης: «Τι μένει λοιπόν από τον ποιητή, αν μένει τίποτα;»

Μ. Αναγνωστάκης «Η χαμηλή φωνή» Facebook Twitter
«Από χρόνια μου ’χει παγιωθεί η εντύπωση πως η εκτίμησή μας για την ποιητική μας παράδοση και η κριτική μας αποτίμηση στηρίχτηκε περισσότερο σε ιδεολογικά παρά σε μορφολογικά κριτήρια».
0



TETOIEΣ ΜΕΡΕΣ ΠΡΙΝ
 από τριάντα πέντε χρόνια ο Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005) έδινε στη δημοσιότητα μια προσωπική ποιητική ανθολογία, ξαναμοιράζοντας τα χαρτιά της παραδοσιακής μας ποίησης. Στο «Η χαμηλή φωνή: Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς» που κυκλοφόρησε το 1990 από τις εκδόσεις Νεφέλη, ο Αναγνωστάκης ξεχώριζε από τους ομοτέχνους του εκείνους που μίλησαν στην καρδιά του –από τον Απόστολο Μελαχρινό, τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και τον Τέλλο Άγρα ως τον Καρυωτάκη, τον Σκαρίμπα και τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο– κι έφερνε στην επιφάνεια κάποιες «χαμηλές» αλλά παλλόμενες από ένταση φωνές, με μια κίνηση αλληλεγγύης και ευγένειας. 

Στην πραγματικότητα, η «Χαμηλή φωνή» υπήρχε πολύ καιρό προτού εκδοθεί. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης την είχε παρουσιάσει ήδη από το 1987 στην Κρήτη, στους ακροατές του Ραδιοφωνικού Σταθμού Ηρακλείου, παρέα με τον επιστήθιο φίλο του και συνοδοιπόρο του στους «Φιλολογικούς περιπάτους στον Μεσοπόλεμο» του Α’ Προγράμματος, Γιώργο Ζεβελάκη. Κι ο ποιητής, ο τόσο φειδωλός στα λόγια, ιδιαίτερα όταν του ζητούσαν τη γνώμη του επί παντός επιστητού, ήταν παραπάνω από γενναιόδωρος σ’ αυτήν τη συνομιλία.  

Ομολογημένος στόχος του Αναγνωστάκη ήταν ν’ αναδείξει αυτό «το εσωτερικό, το intime ή το φαντεζί στοιχείο που υπάρχει στους θεωρούμενους ήσσονες ποιητές μας» και το οποίο συγκινούσε περισσότερο τον ίδιο στα τέλη του 20ού αιώνα, καθώς είχε κουραστεί από τις μεγαλοστομίες και τα διδάγματα μέσω της ποίησης.

«Από χρόνια μου ’χει παγιωθεί η εντύπωση», έλεγε ο Αναγνωστάκης, «πως η εκτίμησή μας για την ποιητική μας παράδοση και η κριτική μας αποτίμηση στηρίχτηκε περισσότερο σε ιδεολογικά παρά σε μορφολογικά κριτήρια. Αναζητούσαμε, λίγο ως πολύ, τι μας λέει ο ποιητής, σε βάρος του πώς μας το λέει. Απλουστεύω απελπιστικά τα πράγματα, δεν είναι απολύτως έτσι, αλλά είναι βέβαιο πως η ύπαρξη ενός μηνύματος, μιας πρόθεσης –άσχετα αν είναι πρόθεση πολιτική, θρησκευτική, κοινωνική ή όποια άλλη– θεωρείτο ένα συν στην ποιητική προσφορά. Κι έρχεται μια εποχή, η δική μας ας πούμε, που αυτό το συν μάς φαίνεται κάπως απλοϊκό, πρωτοβάθμιο, ξεπερασμένο. Τι μένει λοιπόν από τον ποιητή, αν μένει τίποτα; Ίσως μένει αυτό που λιγότερο προσέξαμε άλλοτε. Δηλαδή αυτό το λυρικό στοιχείο που υπάρχει σ’ όλους ανεξαίρετα τους ποιητές. Αλλά σ’ άλλους αυτοπαραμερίζεται και σ’ άλλους παραμερίζουμε εμείς σαν αναγνώστες ή σαν κριτικοί για ν’ αναδείξουμε άλλα στοιχεία που μας βολεύουν περισσότερο».  

Πώς θα μπορούσαμε να ορίσουμε την έννοια του λυρισμού; Ο Μανόλης Αναγνωστάκης αποφεύγει τους σχολαστικούς ορισμούς. «Οπωσδήποτε», όμως, «ο λυρικός ποιητής δεν εμπνέεται κατ’ αρχήν από ιδέες, από κοσμοθεωρίες ή μεγάλα προβλήματα της εποχής μας. Πηγή της ποιητικής του δημιουργίας είναι ο εσωτερικός του κόσμος. Εγωιστικά… Όσο εγωιστικός είναι ο έρωτας, η ατομική στάση απέναντι στη φύση και τις εκφάνσεις της, η προσωπική ζωή, η καθημερινότητα απέναντι στα αιώνια και στα μεγάλα. Όταν ο Παλαμάς τραγουδά “εφέτος άγρια μ’ έδειρεν η βαρυχειμωνιά / που μ’ έπιασε χωρίς φωτιά και μ’ ηύρε δίχως νιάτα”, ξεχνάει και τα μεγάλα προβλήματα και τα μεγαλεπήβολα οράματα και τις πατριωτικές εξάρσεις. Κι όμως, αν σήμερα μένει κάποιος Παλαμάς, μένει μέσα από τα εγωιστικά αυτά ποιήματα κι όχι από τις προφητικές του πατριδορητορείες. Αυτόν τον Παλαμά δεν τον ξέρουμε, γιατί αυτό το κομμάτι του το θεωρούμε πάρεργο, δεύτερο. Σαν άσκηση, παρά σαν δημιουργία. Αλλά με τα χρόνια, τα όνειρα παίρνουν εκδίκηση». 

χαμηλη φωνη
Η «Χαμηλή Φωνή» του Μανόλη Αναγνωστάκη έχει εξαντληθεί στον εκδότη.

Στη «Χαμηλή φωνή» ανθολογούνται τριάντα δύο ποιητές. Ανάμεσά τους οι Ρώμος Φιλύρας, Ιωάννης Γρυπάρης, Κλέων Παράσχος, Κώστας Καρθαίος, Λορέντζος Μαβίλης, Κώστας Ουράνης, Μιλτιάδης Μαλακάσης, κι ακόμα οι Γ. Κοτζιούλας, Λ. Πορφύρας, Μ. Παπανικολάου και Μ. Πολυδούρη. Ο Βάρναλης απουσιάζει, αν και «έχει γράψει μερικά λυρικά ποιήματα που σήμερα μπορούν να διαβαστούν καλύτερα και να λειτουργήσουν. Γιατί η πολιτική επικάλυψη πάνω στον θρύλο Βάρναλη έκανε ώστε τα ποιήματά του αυτά και στην εποχή του να μη διαβαστούν σωστά και έντιμα. Ας πούμε το παράδειγμα ενός άλλου ποιητή, του Μαβίλη. Ενός κατεξοχήν “σχολικού” ποιητή, πατριδολάτρη, που ηρωικά έπεσε για την ελευθερία του έθνους κ.λπ. Σωστά είναι όλα αυτά, αλλά δεν είναι μόνο εκεί ο Μαβίλης. Σήμερα, ένα ποίημα που έγραψε το 1911, το “Φάληρο”, κι όπου υπάρχουν λέξεις όπως μπαρ, αυτοκίνητο, σοφέρ, μιλάει περισσότερο στον αναγνώστη απ’ όλα τα υπόλοιπα πατριωτικά του ποιήματα».  

Πέρα από τον Παλαμά και τον Βάρναλη, κι άλλα ονόματα που συνηθίζουμε ν’ αποκαλούμε κορυφαία δεν περιλαμβάνονται στη «Χαμηλή φωνή». Ο Αναγνωστάκης περιορίστηκε «στη γενιά των επιγόνων, αυτών που συνειδητά, όσο και ιδιοσυγκρασιακά ήταν έξω από το κλίμα κάθε μορφής υψηλής ποίησης κι έξω από τις προθέσεις μιας τέτοιας ποίησης. Κανείς από αυτούς δεν φιλοδόξησε να γίνει προφήτης ή εκφραστής μιας εποχής ή κοινωνικός αναμορφωτής. Είναι κατ’ εξοχήν ελάσσονες, με τη γραμματολογική κι όχι με την ποιοτική σημασία του όρου. Και θα έλεγα, μετριοπαθείς στους στόχους τους. Πάλι από ιδιοσυγκρασία και αντίληψη ποιητικής λειτουργίας». 

Ομολογημένος στόχος του Αναγνωστάκη ήταν ν’ αναδείξει αυτό «το εσωτερικό, το intime ή το φαντεζί στοιχείο που υπάρχει στους θεωρούμενους ήσσονες ποιητές μας» και το οποίο συγκινούσε περισσότερο τον ίδιο στα τέλη του 20ού αιώνα, καθώς είχε κουραστεί από τις μεγαλοστομίες και τα διδάγματα μέσω της ποίησης. «Βέβαια», παραδεχόταν ευθαρσώς στον Ζεβελάκη, «προσωπικά δεν πιστεύω, με την εξαίρεση δυο τριών περιπτώσεων, ότι υπάρχουν πολύ μεγάλα ονόματα στην ποίησή μας. Ο λυρισμός δεν είναι αισθηματολογία. Λίγοι είναι οι ποιητές που κατόρθωσαν –χωρίς να το επιδιώξουν, απλώς ήταν ποιητές– να υπερβούν αυτήν την αισθηματολογία ή ακόμα και γλυκερότητα. Έχουμε λοιπόν σπουδαία ποιήματα. Δεν έχουμε όμως εξίσου σπουδαίους ποιητές. Κι αυτό, γιατί από τους περισσότερους έλειψε η βαθύτερη ποιητική συνείδηση. Αυτό το τάξιμο, που λέμε, η αφοσίωση στην ποιητική λειτουργία. Όχι σαν ένας τρόπος προέκτασης της ανάγκης για έκφραση –αυτό υπάρχει σ’ όλους τους ανθρώπους, δεν υπάρχει κανείς που να μην έγραψε ποίημα στα νιάτα του– αλλά σαν ένα πρόβλημα προς επίλυση. Αυτό το πρόβλημα τσάκισε, για παράδειγμα, τον Σολωμό, που μπορούσε να γράψει χιλιάδες στίχους, αλλά δεν κατόρθωσε παρά να μας δώσει σπαράγματα. Οι περισσότεροι αφέθηκαν σε μια φυσική τους ροπή που μόνο σ’ ελάχιστες περιπτώσεις αληθινά προικισμένων μπορεί από μόνη της να κρυσταλλωθεί σε τελειωμένο έργο».  

*Η ανθολογία του Μανόλη Αναγνωστάκη «Η χαμηλή φωνή» παρουσιάζεται στις 10 Δεκεμβρίου στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, στις 19:30, από νέους ποιητές και ποιήτριες, όπως οι Ορφέας Απέργης, Στέλλα Βοσκαρίδη, Φοίβη Γιαννίση, Π. Ιωαννίδης, Δ. Κωτούλα, Παυλίνα Μάρβιν, Όλγα Παπακώστα και Χρ. Σιορίκης. 

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΕΠΕΞ Δημήτρης Δασκαλόπουλος: «Τα ποιήματα του Καβάφη στοχεύουν κατευθείαν στην καρδιά και στο μυαλό»

Βιβλίο / Δημήτρης Δασκαλόπουλος: «Τα ποιήματα του Καβάφη στοχεύουν κατευθείαν στην καρδιά και στο μυαλό»

Ο βιβλιογράφος, ποιητής και ένας από τους σημαντικότερους καβαφιστές μιλά στη LiFO για την πορεία και την προσωπικότητά, το έργο και την παγκόσμια ακτινοβολία της ποίησης του μεγάλου Αλεξανδρινού.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Μετέφρασε το Συμπόσιο του Πλάτωνα. Τον κατηγόρησαν και τον κυνήγησαν ανελέητα. Αυτοκτόνησε

Ιστορία / Μετέφρασε το Συμπόσιο του Πλάτωνα. Τον κυνήγησαν ανελέητα. Αυτοκτόνησε

Αυτή είναι η ιστορία του Ιωάννη Συκουτρή, ενός μεγάλου πνευματικού Έλληνα που κατηγορήθηκε ως άθεος για τη μετάφραση του «Συμποσίου» του Πλάτωνα εξ αιτίας της αναφοράς του στις «γενετήσιες σχέσεις στην αρχαία Ελλάδα».
ΣΠΥΡΟΣ ΣΤΑΒΕΡΗΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ