«Μεγάλωσα σε διάφορα μέρη του Καναδά - κυρίως στην εξοχή, σε μια μικρή πόλη που λέγεται Dundas», λέει o Dan Snaith, ο οποίος μπορεί να είναι ένας από τους πιο ξεχωριστούς μουσικούς που έχουν ξεπηδήσει από την καναδέζικη σκηνή την τελευταία δεκαετία, αλλά η κύρια ιδιότητά του δεν είναι μουσικός. Είναι καθηγητής μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ, στην Αγγλία. Ζει εκεί από το 2001 που πήγε να κάνει το διδακτορικό του στο Imperial College. «Όλες μου οι αναμνήσεις είναι απ' τον Καναδά», προσθέτει, «με θυμάμαι πιτσιρικά να τρέχω γύρω από το σπίτι με μια τσίγκινη σφυρίχτρα στο στόμα κι έπειτα να κουτρουβαλιάζομαι απ' τη σκάλα, τη σφυρίχτρα να μου καρφώνεται στον ουρανίσκο -σχεδόν μέχρι την κοιλότητα της μύτης- και μετά να με τρέχουν στο νοσοκομείο».

Την πρώτη φορά που άκουσα τη μουσική του ο Daniel Victor Snaith υπόγραφε ως Manitoba και είχε μόλις κυκλοφορήσει το ντεμπούτο άλμπουμ του Start Breaking My Heart. Ήταν 2000, η folktronica άνθιζε και όλοι προσπαθούσαν να μοιάσουν στους Boards Of Canada. Στο μυαλό μου ακόμα έχω έναν αχταρμά από τον ήχο των Dntel, Four Tet, του Manitoba που ήταν και υπερεκτιμημένος και χωρίς ταυτότητα, όσο κι αν ήταν big thing εκείνη την εποχή.

«Πάντα μου άρεσε πολύ να γράφω μουσική και αυτό ακριβώς ονειρευόμουν: να γίνω μουσικός» εξηγεί. «Άρχισα να παίζω πιάνο όταν ήμουν πέντε ή έξι, αλλά έπρεπε να γίνω 13 ή 14 για να μπορέσω να πείσω τους γονείς μου να μου αγοράσουν συνθεσάιζερ. Στη συνέχεια, χρησιμοποίησα το κομπιούτερ του πατέρα μου για να φτιάξω κομμάτια. Ακόμα και τώρα κάνω κάτι παρόμοιο. Η πιο μεγάλη μου επιρροή ήταν ο δάσκαλός μου του πιάνου, που με δίδασκε πώς να γράφω ποπ τραγούδια. Το ίδιο κι ο φίλος μου ο Koushik, ο οποίος μου σύστησε τους ήχους που με έκαναν να θέλω να φτιάξω ηλεκτρονική μουσική. Από τότε, καλλιτέχνες όπως ο Four Tet, ο Pharoah Sanders, ο Albert Ayler, ο Madlib, ο Timbaland, οι Animal Collective, οι Can, οι Daft Punk, οι Neutral Milk Hotel επίδρασαν πάνω μου κατά πολλούς τρόπους».

Ο Manitoba, ευτυχώς, προχώρησε. Η electronica των δυο πρώτων άλμπουμ του (ακολούθησε το Up In Flames) έδωσε τη θέση της στους «γαλλικούς» progressive ήχους των μέσων της δεκαετίας του ‘70 με στοιχεία kraut rock του The Milk of Human Kindness, ενός άλμπουμ που τον βρήκε και με διαφορετικό όνομα. To Manitoba έγινε Caribou, εξαιτίας μιας διαμάχης: «Με μήνυσε ένας ηλικιωμένος punk rocker, ο οποίος ονόμαζε τον εαυτό του Handsome ‘Dick' Manitoba» μου λέει. «Ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατί αποφάσισε να το κάνει, αλλά ήμουν ανήμπορος, δεν είχα και όρεξη να το κυνηγήσω δικαστικά, έτσι το άλλαξα σε Caribou. Και τα δύο ονόματα πάντως αντιπροσωπεύουν τις ρίζες μου, την αγροτική και καναδέζικη φύση τους».

Το τελευταίο άλμπουμ του που κυκλοφόρησε πέρσι με τίτλο Andorra απέχει πολύ από τις πρώτες ηλεκτρονικές μέρες του και είναι ο καλύτερος δίσκος που έχει κυκλοφορήσει μέχρι τώρα. Με πλήρες συγκρότημα με διπλά φωνητικά, με ποπ κομμάτια που δανείζονται στοιχεία από τα ‘60s, χαρούμενα και ρυθμικά, με κομμάτια που νομίζεις ότι ξεπήδησαν από άλμπουμ των Zombies, όπως τα εξαιρετικά «Melody Day» και «Sandy». Το παραδέχεται και ο ίδιος. «Το Αndorra είναι διαφορετικό από τις προηγούμενες δουλειές μου. Στο παρελθόν οι δίσκοι μου φτιάχνονταν με λούπες, το ένα στρώμα πάνω στο άλλο, αλλά αυτή τη φορά έκανα μια πραγματικά συνειδητή προσπάθεια να γράψω ποπ τραγούδια - με μελωδίες, αρμονίες, αλλαγές φωνών. Έφτιαξα ένα βασικό μοτίβο, πριν αρχίσω να ηχογραφώ οτιδήποτε. Ήθελα να μετατρέψω τις ιδέες μου σε ποπ τραγούδια, όσο πιο συγκινητικά ήταν δυνατόν. Κάποια απ' αυτά είναι πολύ χαρούμενα, ακριβώς επειδή η διαδικασία της δημιουργίας τους ήταν πολύ συναρπαστική για μένα. Ήταν διασκεδαστικό, κι ας υπάρχουν νότες μελαγχολίας σε κάποια κομμάτια».

«Τα σχέδιά μου; Θα περιοδεύουμε μέχρι το καλοκαίρι, αλλά έχει αρχίσει ήδη να με "τρώει" η επιστροφή για να φτιάξω ένα καινούργιο άλμπουμ. Υπάρχουν πάντα τόσες πολλές ιδέες που περιμένω να ηχογραφήσω...».

Χίλαρι ή Ομπάμα; «Ομπάμα, αλλά ως ρεαλιστής νομίζω ότι κανείς απ' τους δυο τους δεν είναι κατάλληλος. Για τα πιο πολλά θέματα».