Χάνα Κεντ. Σε μια εποχή που η περσόνα των social media αποδομεί εύλογα την ισχύ του λογοτεχνικού ετερώνυμου, η νεαρή συγγραφέας αντιλαμβάνεται από νωρίς ότι δεν έχει τίποτα να κρύψει...
Χάνα Κεντ. Σε μια εποχή που η περσόνα των social media αποδομεί εύλογα την ισχύ του λογοτεχνικού ετερώνυμου, η νεαρή συγγραφέας αντιλαμβάνεται από νωρίς ότι δεν έχει τίποτα να κρύψει...

 

Η περίπτωση της χαρισματικής Αυστραλέζας Χάνα Κεντ δεν είναι μονοσήμαντη: πέρα από το διαπιστωμένο ταλέντο, είναι ευχάριστο να ανιχνεύει κανείς τον πρωτότυπο τρόπο που στήνει τη συγγραφική της περσόνα, μαζί και τα βιβλία της. Αποκαλύπτοντας τις απαρχές του εγχειρήματός της –μια ωραία πρωία ταξίδεψε στην Ισλανδία στο πλαίσιο ανταλλαγής φοιτητών κι έτσι έδεσε η συγγραφική της μοίρα με τη χώρα–, η Κεντ εντάσσει ιδανικά τον αναγνώστη σε μια ανοιχτή διαδικασία παραγωγής του συγγραφικού έργου. Σε μια εποχή που η περσόνα των social media αποδομεί εύλογα την ισχύ του λογοτεχνικού ετερώνυμου, η νεαρή συγγραφέας αντιλαμβάνεται από νωρίς ότι δεν έχει τίποτα να κρύψει. Αποφασίζει, δε, να κάνει κοινωνό τον αναγνώστη στη διαδικασία της συγγραφικής της συγκρότησης, εξηγώντας αναλυτικά, σε μια σειρά από συνεντεύξεις της –τις οποίες αναρτά στο facebook και στο μπλογκ της–, πως η έρευνα που ξεκίνησε ως διδακτορική φοιτήτρια για τη γυναικεία ταυτότητα στην Ισλανδία του 19ου αιώνα την έφερε σε επαφή με το πραγματικό πρόσωπο της Άγκνες Μάγκνουσνότιρ και πως έκτοτε έγινε η ηρωίδα της. Τα πάντα –από τα έθιμα έως τις απλές λεπτομέρειες και τις κλιματολογικές συνθήκες στη Βόρεια Ισλανδία– έγιναν ταυτόχρονα συστατικά ενός λογοτεχνικού σύμπαντος που δύσκολα μπορούν να ξεχωρίσουν από την πραγματικότητα. Αποκαλύπτοντας, λοιπόν, τα μυστικά της συγγραφής ενός βιβλίου για τη δική της Ισλανδία, η Κεντ μας καθιστά συνοδοιπόρους, μεταφορικούς συντοπίτες και συνενόχους ενός κόσμου τοπογραφικά απόμακρου, αλλά ψυχικά εγγύτερου όσο κανένα. Η Ισλανδία γίνεται όχι μόνο το φόντο όπου οποίο πραγματοποιήθηκε το μοιραίο έγκλημα στα Έθιμα Ταφής, που μόλις κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Ίκαρος, αλλά και η γη όπου εισβάλλει η μαγεμένη ματιά του αναγνώστη, ανακαλύπτοντας τη μεταφορική δύναμη του μυθιστορήματος και τα ρεαλιστικά πλεονεκτήματα του non fiction.

 

Η τριαντάχρονη, αν και πολυσυζητημένη Χάνα Κεντ σίγουρα δεν φοβάται ούτε τους κριτικούς, στους οποίους αποκαλύπτει λεπτομερώς τα ημερολόγια με τις συγγραφικές καταχωρίσεις της –«ξυπνούσα κάθε μέρα επτά το πρωί, έγραφα 1.000 λέξεις, κάποιες ακριβείς και κάποιες άτεχνες»–, ούτε τον αναγνώστη, ο οποίος θα δυσκολευτεί να ξεχωρίσει πού αρχίζει η ρεαλιστική πραγματικότητα και πού τελειώνει η λογοτεχνική κατασκευή.

 

Αυτό το υβριδικό μάγμα του ντοκουμέντου και της γοητευτικής μυθιστορηματικής περιπλάνησης σε μια άγνωστη χώρα με οδηγό μια νεαρή λογοτέχνη που δεν έχει εκδώσει τίποτα ως τώρα αποκαλύπτει έναν νέο τρόπο συγκρότησης της συγγραφικής ταυτότητας που διαθέτει τόλμη, θάρρος και δύναμη ανάλογη με αυτήν της ηρωίδας της στο βιβλίο. Η τριαντάχρονη, αν και πολυσυζητημένη Χάνα Κεντ σίγουρα δεν φοβάται ούτε τους κριτικούς, στους οποίους αποκαλύπτει λεπτομερώς τα ημερολόγια με τις συγγραφικές καταχωρίσεις της –«ξυπνούσα κάθε μέρα επτά το πρωί, έγραφα 1.000 λέξεις, κάποιες ακριβείς και κάποιες άτεχνες»–, ούτε τον αναγνώστη, ο οποίος θα δυσκολευτεί να ξεχωρίσει πού αρχίζει η ρεαλιστική πραγματικότητα και πού τελειώνει η λογοτεχνική κατασκευή. Το παιχνίδι ανάμεσα στο fiction και το non fiction που παίζει διαρκώς η Κεντ με τον αναγνώστη της βρίσκει ιδανικό αντίστοιχο και στο εσωτερικό του μυθιστορήματός της: η ηρωίδα της αδυνατεί να αποκαλύψει τα όρια ανάμεσα στη βιωμένη, απηνή πραγματικότητα και στη δική της φαντασία. Ακόμα και όταν στο τέλος του βιβλίου ο γρίφος του φονικού αποκαλύπτεται, ο αναγνώστης καταλαβαίνει ότι αυτό έχει πλέον ελάχιστη σημασία. Η αληθοφάνεια, η ισχύς των επιχειρημάτων και η αποκάλυψη του εγκλήματος ελάχιστη σημασία έχουν για την περίτεχνα δομημένη ιστορία. Η ουσία είναι ότι κάποια στιγμή ο αναγνώστης, μαζί με τους πρωταγωνιστές της ιστορίας, αποφασίζει να σκοτώσει τη δεδομένη του πλευρά, μεταπηδώντας εύλογα από την αθωότητα στην σκληρή εκδίκηση και από τον φθόνο στην καλοσύνη. Τα πάντα συνέχει μια διαφορετική πτυχή που οδηγεί κατευθείαν στη γνώση – ίσως όλα έχουν και τη δική τους ισχύ, ανάλογα με τη φωνή, την οπτική και τη λογική αυτού που μιλάει. Το παν είναι να μπορέσει ο καθένας να «σκοτώσει» τις όποιες προκαταλήψεις του, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο στις ατελείωτες ερμηνείες. Δεν είναι να απορείς που το υπέροχο βιβλιοφιλικό περιοδικό και μπλογκ που διατηρεί η ίδια η Χάνα Κεντ ως βιβλιοκριτικός φέρει, ειρωνικώ τω τρόπω, το όνομα «Kill your darlings».

 

Στη φωτογραφία παραδοσιακός οικισμός στην Ισλανδία, παρόμοιος με αυτόν στον οποίο διέμεναν οι ήρωες του βιβλίου.
Στη φωτογραφία παραδοσιακός οικισμός στην Ισλανδία, παρόμοιος με αυτόν στον οποίο διέμεναν οι ήρωες του βιβλίου.

 

Κι εδώ είναι που κανείς αποκαλύπτει ένα ατέρμονο συγγραφικό παιχνίδι ανάμεσα στο λογοτεχνικό υποκείμενο –τι σημαίνει συγγραφέας και τι λογοτεχνικός κριτικός, πόσο αυτές οι δύο ιδιότητες αλληλοεπικαλύπτονται και πόσο αυτοαναιρούνται– που χαρακτηρίζει τον κόσμο της Κεντ και στις μαρτυρίες της για ιδιόμορφες γυναίκες που αποφασίζουν να γράψουν ακατανόητα πονήματα κόντρα στις επιταγές των ημερών. Η Κεντ έχει την κεντρομόλο ματιά που ξέρει να ξεχωρίζει με ακρίβεια τους διαφορετικούς συγγραφικούς χαρακτήρες, όπως κάνει με τους ήχους του χιονιού και τις λεπτές αποχρώσεις της φύσης σε ένα τοπίο που εν πρώτοις μοιάζει ομοιόμορφο. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τους ανθρώπινους χαρακτήρες της: παρότι φαινομενικά προβλέψιμοι –ο καλός εφημέριος, η ζηλιάρα αδελφή της οικογένειας που φιλοξενεί την Άγκνες–, διαθέτουν λεπτές αποχρώσεις που απειλούν να τινάξουν στον αέρα τα δεδομένα της ταυτότητάς τους. Κυρίως, όμως, αυτό συμβαίνει με τις συγκρούσεις που βιώνουν, γνωρίζοντας ότι ελάχιστη σημασία έχει η δική τους οπτική σε μια οριοθετημένη κοινωνία που έχει μάθει να εξοντώνει τις διαφορετικές φωνές ή σε ένα τοπίο όπου επικρατεί ισοπεδωτικά η φύση. Μοναδική παρηγοριά σε μια απηνή πραγματικότητα που καθορίζεται από τους φορείς της εξουσίας και τις μεταλλαγές του καιρού μοιάζουν οι σάγκες – αλλά ποιος, αλήθεια, μπορεί να ξεχωρίζει ποια είναι η σκληρή πραγματικότητα και ποια είναι η αλήθεια; Απόδειξη η ίδια η πρωταγωνίστριά της, την οποία όλοι θεωρούν φόνισσα και την καταδικάζουν σε θάνατο για τη συμμετοχή της στη βίαιη δολοφονία του εραστή της Νάταν Κέλτισον, αλλά όλα αλλάζουν όταν θα βρεθεί έγκλειστη –αντί για τη φυλακή– στο αγρόκτημα του Γιον Γιόνσον. Τα ίδια τα μέλη της οικογένειας υποδέχονται διαφορετικά την Άγκνες: η σύζυγος επικοινωνεί εσωτερικά μαζί της, ενώ και η μία από τις κόρες βρίσκει στο πρόσωπο της γοητευτικής «φόνισσας» ένα παράδοξο χειραφετικό πρότυπο – και όχι μόνο. Όσο οι μέρες για την εκτέλεσή της πλησιάζουν, η Άγκνες ξετυλίγει όλες τις εσωτερικές συγκρούσεις που τη βασάνιζαν από μικρή, αφηγείται μέσα από αναμνήσεις της τις σκληρές εικόνες που ανέθρεψαν ένα νόθο κορίτσι στο περιθώριο της κοινωνίας και καταθέτει τα μικρά και μεγάλα μυστικά της στον εκπρόσωπο του αντιπάλου της, του ίδιου του Θεού. Και παρότι δείχνει να εναντιώνεται στους φορείς κάθε εξουσίας –από τον Νομάρχη ως τον φορέα του κλήρου–, τελικά εμπιστεύεται στον νεαρό εφημέριο τις πτυχές της προσωπικής της ιστορίας. Του αφηγείται, δηλαδή, πώς κατέληξε να θεωρείται καταδικασμένη από μικρή σε έναν πρώιμο θάνατο ως μια γυναίκα που δεν ασπάστηκε ποτέ την ταυτότητα του νόθου και τον ρόλο της παραδουλεύτρας. Η μεγαλύτερη, άλλωστε, αμαρτία της Άγκνες δεν ήταν ότι σκότωσε αλλά ότι ως γυναίκα αποφάσισε να πάει κόντρα στη νομιμότητα διαβάζοντας και γράφοντας ποιήματα, κάνοντας έρωτα, απολαμβάνοντας τις χαρές της σάρκας και της γνώσης: «Είναι αμαρτία να αντέχεις. Είναι αμαρτία να σπας τη θηλιά. Είναι αμαρτία να είσαι εσύ» ξεσπάει η Άγκνες, ομολογώντας πως μια «γυναίκα με μυαλό δεν μπορεί να είναι αθώα». Η γνώση και η δύναμη δεν συγχωρούνται τον 19ο αιώνα, όπου η προσωπικότητα ταξινομείται ανάλογα με τις αντιδράσεις της και δεν έχει δικαίωμα να υπάρξει ανεξάρτητα από τους κανόνες. Η κατηγοριοποίηση δεν επιτρέπει μια φύση που μπορεί να ξεχαστεί από τους ρόλους της και να διαφύγει από τον νόμο. Ειδικά η γυναικεία προσωπικότητα έπρεπε να υποταχθεί στην αρχή ταξινόμησης και αναπαραγωγής –να είναι, δηλαδή, σύζυγος ή μητέρα, καθώς όλα τα ενδιάμεσα απαγορεύονταν– και είχε λόγο ύπαρξης μόνο στον βαθμό που δεν παραδιδόταν στη φυσική τάξη της αταξίας. Αυτό συνέβη με την Άγκνες άπαξ και ερωτεύτηκε: έγινε ένα με τη φύση, όπου δεν υπάρχει ηθικό ή ανήθικο, μίλησε με τη φωνή των θεών και μελέτησε τις αρχές της ποίησης και της ελευθερίας. Ως γυναίκα που διαβάζει αλλά και που ερωτεύεται και που πονά είναι από την αρχή επίσης καταδικασμένη, ένα «τέρας» κόντρα στον ρου της κοινωνίας: «Είναι οι λέξεις οι μαγικές, το ξόρκι που με μεταμορφώνει σε τέρας. Και γίνομαι η Άγκνες του Ιλουγκάσταντιρ, η Άγκνες της φωτιάς, η Άγκνες των νεκρών με το αίμα, που δεν κάηκαν, η Άγκνες η γαντζωμένη στα ρούχα που είχα φτιάξει γι' αυτόν. Θα την αφήσουν ελεύθερη τη Σίγκα, εμένα όχι. Δεν θα με αφήσουν επειδή είμαι η Άγκνες – η καταραμένη Άγκνες που ήξερε. Και φοβάμαι τόσο πολύ. Νόμιζα ότι θα έπιανε, νόμιζα ότι θα τα κατάφερνα να υποκριθώ, αλλά τώρα το βλέπω, δεν θα μπορέσω, δεν θα μπορέσω με τίποτα, δεν μπορώ να ξεφύγω, δεν μπορώ».

 

Η Άγκνες, επομένως, είναι καταδικασμένη από πριν –πριν ακόμα ξεκινήσει η ιστορία– και αυτή είναι η σπουδαία λογοτεχνική μαεστρία της Κεντ, καθώς αποκαλύπτει ότι το μυστικό που φέρει η ηρωίδα της δεν αφορά τον φόνο αλλά το ότι επιτρέπει στον αναγνώστη να σκοτώσει τις προκαταλήψεις του απέναντί της. Αυτό είναι το μυστικό που μοιάζει να υποβαστάζει αυτό που είναι η ίδια, που αποκαλύπτει την ουσία της και συνιστά το πιο ιδεατό και ουσιαστικό σημείο που μας τραβάει όλους, μαζί με εκείνη, όχι στον θάνατο αλλά στην καρδιά της γνώσης: «Τράβα να τα πεις με τα πρόβατα, Άγκνες. Βιβλία γραμμένα από ανθρώπους και όχι από τον Θεό είναι κακή και επικίνδυνη παρέα. Δεν είναι για σένα». Η αμαρτία, δηλαδή, αφορά τους πάντες στον βαθμό που μαγευόμαστε από τα βιβλία και ως δολοφόνοι σκοτώνουμε πάντα τα αγαπημένα μας. Αυτή είναι ταυτόχρονα η κατάρα και η ευλογία μας κι αυτή είναι η μοίρα των βιβλίων – μαζί και η δική μας.