Εικονογράφηση: Ατελιέ / LIFO
Εικονογράφηση: Ατελιέ / LIFO

 

Οι ιστορίες των ανθρώπων είναι πάντα φτιαγμένες από σάρκα και αίμα και την αντοχή τους την τεστάρει η μνήμη. Σημασία δεν έχει τι έζησες αλλά πώς το έζησες, πώς μεθερμήνευσες και βίωσες την κάθε στιγμή, ακόμα και τα γεγονότα που έμειναν στην ιστορία, όπως η ώρα που πάτησε ο άνθρωπος τη «Θάλασσα της Ηρεμίας» ή ο θάνατος του Χο Τσι Μινχ. Κανένα σπουδαίο συμβάν δεν μπορεί να καταγραφεί πραγματικά, παρά μόνο όταν συνδέεται με την ανάλογη μικροϊστορία, αυτή της δικής σου φωνής που αντηχεί περίτρανα στο σύμπαν. Εσύ πού ήσουν, αλήθεια, όταν συνέβη το μοιραίο; Και τι ακριβώς έκανες όταν τα γεγονότα έριχναν πάνω σου τη δική τους αλήθεια; Χωρίς την προσωπική σφραγίδα κανένα γεγονός δεν μπορεί να μοιάζει πραγματικά μεγάλο. Το ίδιο συμβαίνει και με τις αναμνήσεις. Έχουν την ισχύ και τη διάρκεια που τους δίνεις, αποκαλύπτοντας το σχετικό τους εύρος.


Κάπως έτσι αντιλαμβάνεται το υφάδι των ιστοριών και των ανθρώπων που πλέκει περίτεχνα ο Κολομβιανός συγγραφέας Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες στο αριστουργηματικό και βραβευμένο Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν (από τις εκδόσεις Ίκαρος), γνωρίζοντας πως τα σημαντικότερα γεγονότα πάντα διυλίζονται μέσα από τις πιο απτές λεπτομέρειες της προσωπικής μας ζωής. Το γεγονός ότι ο μεγαλέμπορος της κόκας Πάμπλο Εσκομπάρ χάραξε ανεξίτηλα την ιστορία της Κολομβίας δεν αποτυπώνεται στο μέγεθος των πράξεών του αλλά στον τρόπο που χάσκουν τώρα μόνα και ανερμάτιστα τα περασμένα μεγαλεία: ο τεράστιος ζωολογικός κήπος που εκείνος δημιούργησε, οι τίγρεις και οι εξωτικοί παπαγάλοι που κάποτε δέσποζαν εκεί και τώρα έχουν εξαφανιστεί, οι αχανείς εκτάσεις που ανήκαν στον ξακουστό ναρκέμπορα και λειτουργούσαν ως σημεία αναφοράς και έλξης για τους πολίτες. Αυτά τα μικρά και ασπαίροντα κομμάτια μνήμης που επανέρχονται στη συνείδηση του πιο ανίδεου Κολομβιανού είναι που διαρθρώνουν τις μεγάλες αφηγήσεις. Εξού και η ιστορία της Κολομβίας –μια ατελεύτητη καταγραφή εκρήξεων, τρομοκρατικών χτυπημάτων, εσωτερικών συγκρούσεων και πολιτικής διαφθοράς– ξεδιπλώνεται ως ανάγλυφο φόντο της ιστορίας του αφηγητή και καθηγητή Αντόνιο Γιαμάρα, ο οποίος μετατρέπεται εν μια νυκτί, ύστερα από τον παρ' ολίγο θάνατό του, σε αγωνιώδη περιπλανητή και αυτοσχέδιο ήρωα. Η ανάγκη του να βρει το νήμα που συνέδεσε την κατά τύχη επιβίωσή του με τη δολοφονία του Ρικάρδο Λαβέρδε τον φέρνει κοντά στην κόρη του δολοφονηθέντος, Μάγια. Όλα ξεκίνησαν όταν ο καθηγητής βρέθηκε με μια σφαίρα καρφωμένη δίπλα στον νεκρό φίλο του, «πρώην πιλότο» και πρώην τρόφιμο των φυλακών, Λαβέρδε, χωρίς ακριβώς να γνωρίζει το πώς και το γιατί, όπως άλλωστε και τόσοι Κολομβιανοί που έπεσαν ανυποψίαστα θύματα μιας τυφλής και παράλογης βίας. Πριν από εκείνη τη στιγμή, ο Αντόνιο ήταν ένας φιλήσυχος διανοούμενος που δίδασκε τους φοιτητές τον τρόπο που αποτιμάται η δικαιοσύνη και απολάμβανε έναν ευτυχισμένο γάμο, με μια όμορφη σύζυγο και μια χαριτωμένη κόρη. Έως ότου, αίφνης, ο θάνατος θα τον κοιτάξει απειλητικά στα μάτια, θα τον κλείσει σε μια Εντατική και θα του θυμίσει πώς ακριβώς ακούγεται ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν. Όλα μετρούν αλλιώς μπροστά στο άγχος του θανάτου – γίνονται αυτομάτως παρελθόν, το μέλλον γίνεται φόβος και οι απολησμονημένες σκηνές καταλαμβάνουν τον χώρο ενός κατά τα άλλα φιλήσυχου βίου. Αντίστοιχα, πάλι, η δικαιοσύνη παύει να εκτιμάται με τον ίδιο τρόπο ακριβώς, γιατί ο κόσμος δεν θα είναι ποτέ πλέον δίκαιος – και ως εκ τούτου τα πράγματα θα μοιάζουν έκτοτε για τον καθηγητή του Δικαίου, Αντόνιο Γιαμάρα, σχετικά. Τα όρια καλού και κακού είναι πολλές φορές συγκεχυμένα στα μάτια ενός ανθρώπου που δίνει τη δική του μάχη με την αδικία της φύσης που ταυτίζεται με το παράλογο. Γιατί να πεθαίνει ένας νέος και όχι ένας γέρος; Γιατί ο θάνατος να δεσπόζει ως απειλή τη στιγμή της ευτυχίας; Για την ακρίβεια, όχι μόνο έρχεται αλλά ενσκήπτει, προκαλώντας κρότο και θόρυβο, αποκαλύπτοντας τη βαριά και αληθινή διάσταση των πραγμάτων. «Η απομάγευση έρχεται αργά ή γρήγορα, αλλά πάντα έρχεται, δεν είναι ασυνεπής στο ραντεβού, ποτέ δεν ήταν. Όταν έρχεται, τη δεχόμαστε χωρίς πολλή έκπληξη, γιατί κανένας που έχει ζήσει αρκετά δεν μπορεί να ξαφνιαστεί με τη διαπίστωση ότι η ζωή του έχει διαμορφωθεί από μακρινά γεγονότα και ξένες βουλήσεις, με ελάχιστη ή μηδαμινή συμβολή των δικών του αποφάσεων. Αυτές οι μακρές διαδικασίες που συναντάμε στη ζωή μας –πότε για να της δώσουν την ώθηση που χρειάζεται, πότε για να κάνουν θρύψαλα τα πιο λαμπερά μας σχέδια– τείνουν να μένουν κρυφές σαν υπόγεια ρεύματα, σαν ανεπαίσθητες μετατοπίσεις τεκτονικών πλακών, και όταν τελικά γίνει ο σεισμός, επικαλούμαστε τις λέξεις που έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε για να εφησυχάζουμε: ατύχημα, σύμπτωση, καμιά φορά και μοίρα» διαπιστώνει ο αφηγητής σε μία από τις πολλές φιλοσοφικές ενατενίσεις στις οποίες παρασύρεται ύστερα από την ένταση των γεγονότων. Τα πράγματα κάνουν ισχυρό θόρυβο όταν πέφτουν, διασπώντας το νεφέλωμα των συγκεχυμένων εικόνων. Τα πάντα γίνονται τότε ξεκάθαρα και δεν δίνουν περιθώρια για αυταπάτες – ο άνθρωπος αποκαλύπτεται στην πραγματική του διάσταση και ο τρωτός χαρακτήρας αντικαθιστά τον υπερήρωα.


Ανάμεσα στις πολλαπλές διαπιστώσεις που καταγράφει για τη ζωή και το σύμπαν το πανέμορφα μεταφρασμένο από τον Αχιλλέα Κυριακίδη βιβλίο του Κολομβιανού συγγραφέα, η δυναμική της αλήθειας που διασπά όλες τις ψευδαισθήσεις μοιάζει να είναι η πιο καίρια: πριν από τη διαπίστωση του θανάτου, ο έρωτας, η ποίηση, η τέχνη, το Δίκαιο, φαντάζουν απόλυτα, τίποτα δεν είναι ικανό να διαταράξει τη μαγική τους αύρα. Έως ότου φτάσει εκείνη η μοιραία στιγμή που ο θάνατος έχει την απόλυτη εξουσία κι εχει γίνει κυρίαρχος και δεσποτικός, έχειδιαπεράσει όλες τις στιγμές και καταργήσει τα ηθικά περιτυλίγματα των ανθρώπων: μπροστά στον θάνατο κάθε κόκκος άμμου ισοδυναμεί με το σύμπαν και κάθε μοιραία στιγμή μετατρέπει τις μικρές αφηγήσεις σε μεγάλες. Στην ερωτική συνεύρεση ανάμεσα στους δύο επιβιώσαντες προς το τέλος του βιβλίου δεν υπάρχει η παραμικρή ερωτική αυταπάτη αλλά μόνο η κοινή συνθήκη δύο ανθρώπων που έχουν συντριβεί από τον φόβο του θανάτου. Αντίστοιχα και οι πρόγονοί τους παύουν να τρέφουν ψευδαισθήσεις, μόνο όταν νιώθουν να πλησιάζει απειλητικά ο θάνατος: η μητέρα της Μάγιας, η «γκρίνγκα» –δηλαδή ξένη– Ιλέην, από αφοσιωμένη εθελόντρια των Ειρηνευτικών Σωμάτων που απολάμβανε τα πλούτη του άνδρα της από τις μεταφορές ναρκωτικών καταλήγει, ύστερα από τον παρ' ολίγο θάνατό του, να φύγει μακριά, εγκαταλείποντας τη ζωή της στην Κολομβία. Όσο για τον ίδιο τον πρωταγωνιστή Αντόνιο, μετά τον σοβαρό τραυματισμό του παύει να πιστεύει πια στα πράγματα με τον ίδιο τρόπο. Ίσως αυτό να έχει να κάνει και με τη χρονική συγκυρία, αφού έχουν μεσολαβήσει κάποιες δεκαετίες από τότε που τα παιδιά των λουλουδιών δεν είχαν προλάβει ακόμη να μετατρέψουν το ναρκεμπόριο σε τρομοκρατία και τον κάθε πολίτη υποψήφιο θύμα. Πάνε πια οι μέρες, όπως περιγράφει το βιβλίο, που οι χίπηδες κάθονταν μπροστά στο τζάκι στρίβοντας τζόιντς και τραγουδώντας Φρανκ Ζάπα. Η αθωότητα έχει πεθάνει όχι μόνο για την Κολομβία, αλλά για ολόκληρο τον πλανήτη. Ο μόνος που μοιάζει να μένει πια ζωντανός από την απομάγευση και τον θόρυβο των πραγμάτων όταν πέφτουν είναι ο Μικρός Πρίγκιπας, ο μοναδικός ήρωας ενός παραμυθιού στην ιδανική του διάσταση: «"Κι εσύ έπεσες από τον ουρανό;" ρωτάει ο Μικρός Πρίγκιπας τον πιλότο που του αφηγείται την ιστορία του, κι εγώ σκέφτηκα πως ναι, κι εγώ είχα πέσει από τον ουρανό, αλλά ήταν αδύνατον να υπάρχει η παραμικρή μαρτυρία της πτώσης μου, δεν υπάρχει μαύρο κουτί για να την καταγράψει, όπως δεν υπήρχε ούτε στην πτώση του Ρικάρδο Λαβέρδε – η ανθρώπινη ζωή δεν διαθέτει αυτές τις τεχνολογικές ευκολίες». Εν ολίγοις, μόνο εμείς ως ύπαρξη ή ως σολιψιστική προϋπόθεση μπορούμε να προσφέρουμε την πολύτιμη μαρτυρία στα πιο ακραία γεγονότα. Μόνο εμείς κρατάμε το μαγικό ραβδί για να μεταμορφώσουμε, αν χρειαστεί, τα πράγματα, νικώντας το άγχος του θανάτου. Και ίσως γι' αυτό τελικά να έχουμε ανάγκη τους άλλους ανθρώπους, όπως καταλήγει συμπερασματικά ο συγγραφέας στο βιβλίο, για να μπορούμε να παρηγορούμε τους φόβους μας και να ξέρουμε ότι κάποιος θα μας ψάξει όταν ενδεχομένως δεν είμαστε εκεί. Πώς το είπε και ο δικός μας ο ποιητής; Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.