Βιρτζίνια Γουλφ, Τζον Στάινμπεκ. Εικονογράφηση: Ατελιέ/LiFO
Βιρτζίνια Γουλφ, Τζον Στάινμπεκ. Εικονογράφηση: Ατελιέ/LiFO

 

Ποτέ ο νους δεν θα πάψει να βασανίζεται από τα μεγάλα ερωτήματα για τον έρωτα και τον θάνατο, τις ακατανίκητες μνήμες και τις επιθυμίες που δεν έγιναν συνώνυμες της πράξης. Όλα αυτά, δηλαδή, που συγκροτούν τον άνθρωπο και τον κάνουν ατελή απέναντι σε οτιδήποτε τον ξεπερνά και τον στοιχειώνει. Τα ίδια αναπάντητα ερωτήματα προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να καλύψουν τα δημιουργήματα της σκέψης, από το σαιξπηρικό δίλημμα τού να ζει κανείς ή να μη ζει έως την αιώνια διάσταση ανάμεσα στο άτομο και στην κοινωνία. Ίσως ο Τζέιμς Τζόις, όπως και η Βιρτζίνια Γουλφ, να μην έγραφαν ποτέ, αν δεν ταλανίζονταν από ανάλογες εσωτερικές συγκρούσεις, όπως αντίστοιχα ο Τζον Στάινμπεκ ή ακόμα και ο δικός μας Ασημάκης Πανσέληνος να μην έβαζαν τα λόγια τους στο χαρτί, αν δεν ένιωθαν βασανιστικά πάνω τους την καυτή ανάσα της Ιστορίας. Αντίστοιχες συνθήκες και αιώνια διλήμματα είναι που οδήγησαν το χέρι των ανεξάντλητων δημιουργών στην πένα – και από εκεί στην αιωνιότητα.

 

Βιρτζίνια Γουλφ

Η κυρία Ντάλογουεϊ
Γι' αυτό και τα κλασικά αναγνώσματα δεν καταγράφονται μόνο βάσει της αντοχής τους απέναντι στον χρόνο αλλά και της ιδανικής τους ικανότητας να θέτουν εκ νέου –και σαν να μην άλλαξαν ποτέ– τα αδιέξοδα της ανθρώπινης συνθήκης: η Κυρία Ντάλογουεϊ της Βιρτζίνια Γουλφ, που επανεκδίδεται σε πολύτιμη μετάφραση της Βασιλικής Κοκκίνου από τις εκδόσεις Μίνωας, ήρθε να περιγράψει τις ανησυχίες του εκάστοτε δημιουργού που δεν κατάφερε ποτέ να αφομοιωθεί αρμονικά από τον περίγυρό του. Η ηρωίδα της Γουλφ αναλαμβάνει τον ρόλο της «τέλειας οικοδέσποινας» σε μια συνεύρεση καταδικασμένη στην πλήξη και την τραγωδία: ο πρώην έρωτάς της που καταφθάνει ξαφνικά από την Ινδία, ο βαρετός αλλά καθ' όλα ευυπόληπτος σύζυγος, η υποταγμένη στα συντηρητικά διδάγματα κόρη της – γενικότερα όλοι αυτοί αντιστοιχούν στο ασφυκτικό περιβάλλον που περιέβαλλε και την ίδια τη Βιρτζίνια Γουλφ τα χρόνια εκείνα. Την ιδιομορφία της να υπάρξει λογοτεχνικά κόντρα στα συντηρητικά ήθη της εποχής δεν φάνηκε να την ασπάζεται ο λονδρέζικος περίγυρος, ο οποίος δυστυχώς δεν εξαντλούνταν στην ποιητική της παρέα του Μπλούμσμπερι και στον καλό της φίλο Τζέιμς Τζόις. Επιπλέον, τα μοντερνιστικά τερτίπια ενός «stream of consciousness» που υπηρετούσε με ακρίβεια η Γουλφ παραήταν ακατανόητα στα λογοτεχνικά σουαρέ της αστικής τάξης – που περιγράφονται με τόση ακρίβεια στο μυθιστόρημα της. Οι αναλογίες πολλές φορές φέρνουν στον νου τις καλύτερες στιγμές της ειρωνικής αποστασιοποίησης στους Δουβλινέζους του Τζόις (ειδικά τη γιορτή των νεκρών) αλλά και τις «γυναίκες στην κάμαρα που έρχονται και πάνε μιλώντας για τον Μικελάντζελο» από το ελιοτικό «Τραγούδι Αγάπης» του J. Alfred Prufrock.

 

Ασημάκης Πανσέληνος
Τότε που ζούσαμε
Με αντίστοιχη εκλεπτυσμένη ειρωνεία που σπανίζει σε σύγχρονα πολιτικά γραπτά είναι διαποτισμένο το συνταρακτικό Τότε που ζούσαμε του Ασημάκη Πανσέληνου που επανακυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του). Πρόκειται για ένα χρονολόγιο της σύγχρονης πνευματικής αντίστασης και συνάμα για μια συγκλονιστική μαρτυρία ζωής ενός ανθρώπου που ανδρώθηκε ανάμεσα σε κορυφαία ιστορικά γεγονότα και στην ποίηση. Ζωντανό πνεύμα, ψύχραιμο και όρθιο κόντρα στην ισοπεδωτική ροή που απαιτούσε τον συμβιβασμό ή τον θάνατο, την εποχή εκείνη ο Ασημάκης Πανσέληνος διέθετε το αλλοτριωτικό χιούμορ που έσπαγε κάθε κατεστημένο και κάθε αυθεντία. Ο ίδιος έφυγε από τον γενέθλιο τόπο του, το νησί της Μυτιλήνης, αρχές του 20ού αιώνα και έτυχε να ζήσει στην Αθήνα από πρώτο χέρι τις μαύρες μέρες της Κατοχής, τότε που, όπως ο ίδιος τονίζει, οι «εχτροί είχαν φτάσει σ' αυτό το σημείο, να μην μπορούν να σταθούν παρά μόνο σκοτώνοντας». Μπορεί, λοιπόν, άλλοτε ο Ασημάκης να αποδίδει με ακρίβεια το ανθρώπινο δράμα κι άλλοτε να αυτοσαρκάζεται σχεδόν ανελέητα, καταθέτοντας παράλληλα την πλέον ανάγλυφη περιγραφή για τους φίλους του και τους ανθρώπους που αποτέλεσαν την πνευματική πνοή του τόπου την εποχή εκείνη: Κορδάτος, Βάρναλης, Σικιελιανός, Βενέζης, Μυριβήλης, είναι μερικά μόνο από τα ονόματα που παρατίθενται στο βιβλίο. Πόσο εύκολα κάποιος που έχει περάσει τις πιο κρίσιμες γραμμές της Ιστορίας κι έχει αντικρίσει σχεδόν κατάματα τον θάνατο και τη δόξα μπορεί να τα χωράει όλα αυτά στο χαρτί;

 

Τζον Στάινμπεκ
Τα σταφύλια της οργής
Μάλλον όπως ο Τζον Στάινμπεκ, ο οποίος θαρρείς ότι γεννήθηκε για να καταγράψει όσο πιο παραστατικά μπορούσε τον ανθρώπινο πόνο: από τον τελευταίο άνθρωπο που είδε τη ζωή του να καταστρέφεται μέχρι αυτόν που κατάφερε να αντικρίσει στα μάτια τον ίδιο τον Θεό (κι ο ίδιος το κατάφερε μέσα από τα γραπτά του). Γραμμένο λίγα χρόνια μετά το Κραχ, το μυθιστόρημά του Τα σταφύλια της οργής (που επανεκδίδεται από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος) είναι αποτέλεσμα μιας σειράς από άρθρα που είχαν δημοσιευτεί από τον Στάινμπεκ στη «Σαν Φρανσίσκο Νιουζ» με τον γενικότερο τίτλο The gypsies of harvest. Για να τα γράψει, φρόντισε να ζήσει ο ίδιος ανάμεσα στους ανθρώπους που υπέφεραν, να δει τον ιδρώτα τους και την απόγνωσή τους, να νιώσει τη μελανή ύφη που έχει η εικόνα της ζωής στο περιθώριο. Η ιστορία της οικογένειας Τζόουντ που βλέπει τη σοδειά της να καταστρέφεται από τις αμμοθύελλες που έπληξαν την ευρύτερη περιοχή του Τέξας (ως τη Νότια Ντακότα) δεν αφήνει κανένα περιθώριο αισιοδοξίας: η τράπεζα τούς παίρνει το κτήμα και χωρίς λεφτά τραβούν για την Καλιφόρνια, διαπιστώνοντας ότι πολλοί σαν κι αυτούς περιπλανιούνται στις πρόχειρες κατασκηνώσεις σε έναν δρόμο δίχως αύριο. Η παραστατικότητα των περιγραφών του Στάινμπεκ είναι συγκλονιστική, στον βαθμό που φρόντισε όχι μόνο να καταγράψει αλλά και να φτάσει στην απόλυτη ενσυναίσθηση για τον απελπισμένο της εποχής του. Αποδίδοντας πλήρως το ύφος του Αμερικανού συγγραφέα, ο Μιχάλης Μακρόπουλος προτίμησε μια πιο παλιομοδίτικη, αλλά απόλυτα ταιριαστή γλώσσα, προορισμένη να αναπαραστήσει τη «φωνή της κοινής ανθρώπινης μοίρας», όπως τονίζει κι ο ίδιος ο μεταφραστής στην εισαγωγή του. Ενίοτε οι επιλογές του Μακρόπουλου φέρνουν στον νου τη μεταφραστική απόδοση του αλησμόνητου Κοσμά Πολίτη, ο οποίος μέσα από λαγαρά ελληνικά κατάφερε να μεταφέρει με ακρίβεια το κλίμα και τον τρόπο της απόγνωσης στα δικά του κλασικά Σταφύλια της Οργής.

 

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ
Άμλετ
Σε μια αντίστοιχη περίπτωση, ο Άμλετ του Κοσμά Πολίτη για τη θρυλική παράσταση του Πειραματικού Θεάτρου της Μαριέτας Ριάλδη, το '71, δεν θα ξεπεραστεί εύκολα. Η «στέρια απόφαση» που καλείται να λάβει ο ήρωας του Σαίξπηρ, τα λόγια που «σα μαχαίρια μπήγονται» στ' αυτιά του, τα βάσανα που «δεν έρχονται ένα ένα ανιχνευτές, μα τάγματα!» ξαναζωντανεύουν μέσα από την πρόσφατη κυκλοφορία της αξεπέραστης μετάφρασης του Πολίτη με επιμέλεια, σημειώσεις και κατατοπιστικά επίμετρα της φιλολόγου και θεωρητικού Σταυρούλας Τσούπρου (από τις εκδόσεις Νεφέλη). Μπορεί στις επιμέρους μεταφραστικές επιλογές του Πολίτη να καταρρίπτεται η ακρίβεια, αλλά η βαθιά αντίληψη του σαιξπηρικού έργου, το οποίο, όπως αναλυτικά μας εξηγεί η Τσούπρου, άσκησε καταλυτική επίδραση στα περισσότερα μυθιστορήματά του, δικαιολογεί τα όποια ατοπήματα. Διέθετε, άλλωστε, ανάλογη κοσμοθεωρία, ποτισμένη από οντολογικού τύπου διαπιστώσεις, γοητευτικές αμφισημίες αλλά και μια βαθιά ειρωνεία που ήταν σύστοιχη με τη σαιξπηρική (η οποία, όπως επισημαίνει η Τσούπρου, μπορεί να διαλευκάνει πολλές δυσκολίες ερμηνείας του έργου του Πολίτη). Επιπλέον, στο κατατοπιστικότατο επίμετρο της Τσούπρου παρατίθενται οι εκτενείς αναλύσεις άλλων θεωρητικών και μεταφραστών γύρω από τον Άμλετ του Κοσμά Πολίτη, όπως αυτή του Peter Mackridge ή της Τζένης Μαστοράκη, η οποία, παρά τις όποιες αντιρρήσεις της, κατέληξε στο ότι «πέρα από τις κριτικές που επιδέχεται, ο μόχθος του Κοσμά Πολίτη υπαγορεύει, προπαντός, τον σεβασμό». Το βασικότερο όλων όμως είναι ότι ο Άμλετ του Πολίτη κατάφερε να κρατήσει ζωντανό το σαιξπηρικό έργο και να διαμορφώσει μια δική του ιδιοσυστασία, ένα δικό του ολοζώντανο και αυτόνομο σύμπαν που το καθιστά μέχρι σήμερα κλασικό. Άλλωστε, όπως τόνιζε και η ίδια η Ριάλδη στο σημείωμά της, ο Άμλετ του Πολίτη, με τη θεατρικότητά του και τη ζωντάνια του, κατάφερε με κάποιον τρόπο να νικήσει τον πιο θανάσιμο εχθρό ενός κλασικού έργου, την πλήξη.