Φόντο ένα αιματοβαμμένο τσίγκινο υπερμέγεθες παραπέτασμα. Τρεις γυναίκες με μακριά μαύρα ρούχα και κόκκινα μαλλιά εκτελούν μια χορογραφία, ενώ σύντομα συμπληρώνονται από μία σειρά επίσης μαυροντυμένων γυναικών που φοράνε μαύρα γυαλιά και κόκκινα γάντια. Η πρωτοποριακή όπερα του Τζουζέπε Βέρντι «Μακμπέθ», γραμμένη το 1847 και βασισμένη στο σαιξπηρικό δράμα, παρουσιάζεται από την Εθνική Λυρική Σκηνή στη δεύτερη και πιο καταλασταγμένη εκδοχή της του 1865, όταν για χάρη των Γάλλων και της παριζιάνικης πρεμιέρας ο Ιταλός συνθέτης πρόσθεσε ένα εισαγωγικό μπαλέτο, ενώ έκανε και αρκετές άλλες προσαρμογές. Η Λυρική, παρ’ όλα αυτά, κράτησε το ιταλικό λιμπρέτο του Φραντσέσκο Μαρία Πιάβε με τις επεμβάσεις του Αντρέα Μαφέι.

 

Οι μάγισσες όχι μόνο προφητεύουν την πορεία του στρατηγού Μακμπέθ και του συντρόφου του Μπάνκο αλλά τους καλούν στον κόσμο τους. Στην αισθητικά εξεζητημένη αυτή παράσταση, της οποίας βλέπω πρόβα στην αίθουσα «Τριάντη» του Μεγάρου Μουσικής, οι δυο τους προσγειώνονται από τον ουρανό με αλεξίπτωτα. Ο Ιταλός σκηνοθέτης Λορέντζο Μαριάνι έχει τοποθετήσει όλη τη δράση σε έναν τόπο ανώνυμο και άυλο, στους δαιδάλους και τους εφιάλτες του ανθρώπινου μυαλού, ένα ιδιαίτερο «περιβάλλον» όπου θα διαδραματιστεί όλο το δράμα. Στο σύντομο διάλειμμα από τις πολύωρες πρόβες τον απομονώνω για μία ολιγόλεπτη συνέντευξη, ώστε να μου εξηγήσει τον τρόπο που βλέπει τη διάσημη όπερα. Εξηγεί: «Η ιστορία του Μακμπέθ έχει να κάνει με την ανθρώπινη “Ψυχή” και τον “Φόβο” – με την ελληνική έννοια των λέξεων. Η αληθινή σύγκρουση στο έργο δεν είναι μεταξύ πολεμιστών ή ανάμεσα σε χώρες. Η πραγματική σύγκρουση είναι της ψυχής του Μακμπέθ και της Λαίδης Μακμπέθ. Η έκφραση του αγνώστου και της αμφιβολίας αλλά και της πιθανότητας της σύγχυσης μέσα στο μυαλό, όπως εκπροσωπείται από τις μάγισσες. Κατά κάποιον τρόπο, οι μάγισσες εκπροσωπούν το άγνωστο και τη ρήξη της ψυχής του Μακμπέθ με το άγνωστο, αυτό που ποτέ δεν ξέρουμε. Πολλές φορές στη ζωή μας καταλήγουμε στο πουθενά, όπως η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων που, όταν ακολουθεί τον λαγό, πέφτει στην τρύπα η οποία κανένας δεν ξέρει που καταλήγει. Ίσως μέσα της, ίσως κάπου αλλού. Όπως και ο καθένας, όταν κάνει ενδοσκόπηση, χάνεται στον εαυτό του. Αυτό είναι το σκηνικό στο οποίο εξελίσσεται το έργο, στη συλλογική ψυχή όλων μας. Εκεί όπου μας πηγαίνουν οι μάγισσες». Προτείνω γι’ αυτό τον άτοπο τόπο τον «εύκολο» χαρακτηρισμό «no man’s land», αλλά ο Μαριάνι επιμένει να αναφέρεται στο «άγνωστο», το μέρος που δεν γνωρίζουμε, και συμπληρώνει: «Ο Σαίξπηρ αποκαλεί τις μάγισσες “αλλόκοτες αδελφές” γιατί συμπεριφέρονται με έναν αλλόκοτο τρόπο».

 

«Τι είναι εκείνο που οδηγεί τον Μακμπέθ και την Λαίδη στις ανόσιες πράξεις τους, στους φόνους και στις προδοσίες, με σκοπό την αρπαγή του θρόνου της Σκωτίας; Η υπέρμετρη φιλοδοξία για εξουσία;» τον ρωτάω. Απαντάει: «Αν και δεν είναι μικρής σημασίας, θεωρώ ότι η φιλοδοξία είναι συνέπεια του φόβου, η συνέπεια του αγνώστου και των μαγισσών. Έχουμε δύο άντρες, τον Μακμπέθ και τον φίλο του Μπάνκο, οι οποίοι είναι ταυτόσημοι. Έχουν περάσει είκοσι χρόνια μαζί στα πεδία της μάχης, σκότωσαν ανθρώπους μαζί, έσωσαν ο ένας τον άλλον από τον θάνατο και τώρα αντιδρούν με τελείως διαφορετικό τρόπο ο καθένας. Ο Μπάνκο δεν σκοτώνει κανέναν». Η περιγραφή της σκηνοθετικής του ματιάς παραπέμπει σε μια υπαρξιακή και ψυχογραφική ανάλυση του έργου. Δεν τον ενδιαφέρει η ρεαλιστική απεικόνιση του έργου; «Φυσικά υπάρχει το αίμα, φυσικά ο βασιλιάς πεθαίνει, η ιστορία είναι γνωστή και όντως συμβαίνει όπως την ξέρουμε, αλλά ο λόγος που επέλεξα να παρουσιάσω την ιστορία με τον συγκεκριμένο τρόπο είναι για να δώσω την ευκαιρία σε όλους να καταλάβουν γιατί συμβαίνουν όλα αυτά. Ο Μακμπέθ δεν είναι ο προφανής κακός. Δεν μπορούμε να τον συγκρίνουμε με τον Ριχάρδο ΙΙΙ ούτε με τον Ιάγο, κι ας κάνει φόνους. Δεν είναι τυχαίο ότι ταυτιζόμαστε μαζί του, ενώ ποτέ δεν θα ταυτιστούμε με τον Ιάγο ή τον Ριχάρδο». Ποια είναι η άποψή του για τον καταλυτικό ρόλο της Λαίδη Μακμπέθ, η οποία είναι και εκείνη που εξωθεί τα πράγματα προς αυτή την κατεύθυνση; Εξηγεί: «Ούτε για εκείνη θα έλεγα ότι φταίει. Δεν είναι απλώς μια κακιά γυναίκα. Θα τη χαρακτήριζα “ψυχολογικό ρετάλι”. Στην αρχή είναι ορμητική, δεν φοβάται κανέναν, αλλά στο τέλος αυτοκτονεί, επειδή ακριβώς η ψυχή της είναι ευάλωτη. Με έναν τρόπο, έτσι είμαστε όλοι».

 

Ο Δημήτρης Τηλιακός, βαρύτονος με σημαντική διεθνή καριέρα, συμμετέχει στην πρόβα επίσης, καθώς είναι ο Μακμπέθ της πρώτης διανομής. Έχει παίξει τον ρόλο επανειλημμένως στο παρελθόν και πρόσφατα στην πετυχημένη σκηνοθεσία του Ντίμτρι Τσερνιάκοφ, με διευθυντή ορχήστρας τον Θόδωρο Κουρετζή στη Μόσχα, στο Παρίσι και στη Μαδρίτη. Εξηγεί πώς κάθε παραγωγή είναι μία νέα ανάγνωση, αλλά γνωρίζοντας καλά πια τον ρόλο επικεντρώνεται σε αυτόν: «Ο Μακμπέθ είναι τρομερά απαιτητικός κι εξουθενωτικός δραματουργικά. Έχει πολλές, απότομες και περίεργες ψυχολογικές μεταπτώσεις, είναι ένας άνθρωπος συνέχεια φοβισμένος κι οξύθυμος. Ουσιαστικά, την πρώτη φορά σκοτώνει για να γίνει αυτό που έχει αποφασίσει στο υποσυνείδητό του, επειδή φοβάται μη συμβεί, και από κει και πέρα το στοιχείο του φόβου είναι συνεχώς παρόν. Ένας δύσκολος ρόλος, για τον οποίο ακουμπάει κανείς σε τέτοια συναισθήματα». Παρατηρώ ότι ίσως δεν είναι τυχαίο ότι έχει παίξει τόσο πολλές φορές. «Ναι, ίσως τελικά να μην είναι τυχαίο! Είναι ένας ρόλος που τον σκέφτομαι από τα σπουδαστικά μου χρόνια, μάλλον γιατί με ενέπνευσε ένας σπουδαίος Μακμπέθ, ο δάσκαλος μου Κώστας Πασχάλης. Η τελευταία άρια για τον θάνατο πάντα μου άρεσε. Δεν θα έλεγα ότι αγαπώ τον ήρωα, αλλά ότι μου έμαθε πολλά πράγματα. Με επηρεάζει ψυχολογικά πάρα πολύ όποτε τον ερμηνεύω». Έχει δει παραστάσεις που να τον έχουν βοηθήσει; «Ναι, έχω δει, κυρίως μέσα από το Διαδίκτυο. Μου αρέσει πολύ η κινηματογραφική μεταφορά του Κουροσάβα Ο θρόνος του αίματος».