Tο ερώτημα θα ήταν πιο ακριβές ως εξής: «Γιατί δεν πέφτουν οι τιμές που με αφορούν;». Γιατί αν ενδιαφέρεστε να αγοράσετε διαμέρισμα στην Εκάλη, ένα οικόπεδο στο Πήλιο, μια τράπεζα (!) ή ένα δημόσιο ακίνητο, οι τιμές έχουν ήδη πέσει σημαντικά. Το ίδιο, αν θέλετε να πιείτε τον καφέ σας σε παραδοσιακό καφενείο εργατικής συνοικίας, αν επιθυμείτε να μιλάτε απεριόριστα στο κινητό σας (λέμε τώρα) ή να αγοράσετε φακές (χύμα). Επειδή, όμως, η κανονική κατανάλωση αφορά περισσότερα και διαφορετικά αγαθά, οι ανακοινώσεις περί αρνητικού πληθωρισμού ακούγονται ειρωνικές. Και η επιβεβλημένη «εσωτερική υποτίμηση», ταξίδι στον Πλούτωνα.

 

Πρώτα, τα βασικά: Πετυχημένη υποτίμηση είναι αυτή που γίνεται στα μουλωχτά. Στα «τεχνοκρατικά». Είναι εκείνη που αποφασίζει ένας πρωθυπουργός και υλοποιεί ο υπουργός του με στελέχη της Κεντρικής Τράπεζας. Τέτοια είναι η υποτίμηση ισοτιμίας νομίσματος. Όλοι πληρώνονται και πληρώνουν λιγότερο, κατά τον ίδιο συντελεστή. (Λίγοι καταλαβαίνουν ότι «φτωχαίνουν» απέναντι στους ξένους και τα προϊόντα τους, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.)

 

 Η εσωτερική υποτίμηση που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα είναι διαφορετικό είδος. Με δεδομένο ότι εισάγουμε ένα κοινό νόμισμα, η συντονισμένη πτώση των αξιών δεν είναι απλή υπόθεση, ούτε μια κεντρικά αποφασισμένη μονοκοντυλιά. Είναι τόσο χαοτική και ιδιόμορφη, που ουσιαστικά δεν υπάρχει προηγούμενο. Η μετάβαση σε χαμηλότερο επίπεδο τιμών απαιτεί την κοινωνική συναίσθηση, τις κοινές προσλαμβάνουσες, την πειθαρχία και τον ακαριαίο συντονισμό που έχουν τα γιγαντιαία κοπάδια σαρδελών όταν, απειλούμενα, αλλάζουν πορεία. Πρέπει καθένας από τα εκατομμύρια Ελλήνων να παίρνει οικονομικές αποφάσεις που τον φθείρουν και να έχει εμπιστοσύνη ότι όλοι ο άλλοι θα κάνουν το ίδιο.

 

Οι  Έλληνες έχουν ένα ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα σε σχέση με τις σαρδέλες: δεν κολυμπούν σε έναν βαθύ, διαυγή ωκεανό, αλλά σε έναν θολό, ρηχό βούρκο. Η δημιουργία καρτέλ που κρατά ψηλά τις τιμές δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο λίγων και μεγάλων πολυεθνικών αλλά και «αναφαίρετο δικαίωμα» ακόμα και δύο- τριών μικρομάγαζων που μοιράζονται τον ίδιο συνοικιακό δρόμο. Κουλτούρα τιμολόγησης; Ανταγωνιστικό πλεονέκτημα; Τις περισσότερες φορές απουσιάζουν. Τα υποκαθιστά η «συνωμοσία της τιμής». Επιπλέον, οι θυγατρικές πολυεθνικών, υπεύθυνες για ένα πολύ μεγάλο μέρος της καθημερινής κατανάλωσής μας, εισάγουν υπερτιμημένα προϊόντα από τις «μαμάδες». Βλέπεις, η «μαμά» προτιμά το κέρδος της να φορολογηθεί οπουδήποτε αλλού εκτός από την Ελλάδα. Ο  Έλληνας καταναλωτής πλήρωνε πρόθυμα μέχρι σήμερα τη διαφορά. Συναφές εμπόδιο; Σήμερα, το ίδιο προϊόν στη Βουλγαρία ή την Ιταλία είναι φθηνότερο. Αλλά ο έμπορος απαγορεύεται να το προμηθευτεί από αυτές τις χώρες, πρέπει να το αγοράσει ακριβότερα από τον ντόπιο αντιπρόσωπο (η παγκοσμιοποίηση έχει τις δικές της, τυφλές γωνίες). Και οι τιμές αντιστέκονται.

 

Στο κοπάδι της οικονομίας, όπως και στις σαρδέλες, κάποιοι είναι ταγοί, δίνουν σήμα και σύνθημα. Αυτοί είναι το κράτος, μεγάλες εταιρείες (ΔΕΚΟ), δίκτυα που συνιστούν κόστος για σχεδόν όλους τους παραγωγούς προϊόντων και υπηρεσιών. Η δυνατότητα αυτών να δημιουργήσουν ρεύμα μείωσης τιμών είναι σημαντική, στην Ελλάδα όμως ανεκμετάλλευτη. Με τα χίλια ζόρια συγκρατήθηκε η ΔΕΗ να προχωρήσει σε αυξήσεις του χρόνου. Έτσι, οι βασικές δαπάνες των επιχειρήσεων δεν έχουν μειωθεί κεντρικά, ώστε να δημιουργήσουν προσδοκία και πίεση για οριζόντια μείωση τιμών.

 

Κάθε άλλο. Το κράτος επιβαρύνει τις τιμές με πιο βαρύ ΦΠΑ και τις επιχειρήσεις με επιπλέον φόρο. Κουβαλάει για χρόνια ένα σωρό διατάξεις που μεγαλώνουν το κόστος μεταφοράς, φύλαξης και διανομής των προϊόντων. Πρόσθεσε σε αυτά και το ακριβότερο πετρέλαιο, τα ακριβότερα δανεικά, το ψηλό κόστος εισαγωγών τοις μετρητοίς, και ο κάθε έμπορος αποκτά πειστικό άλλοθι όταν λέει «δεν βγαίνω». Στην άλλη πλευρά στέκεται ο καταναλωτής. Μέχρι σήμερα, αντιδρούσε στην αυξημένη τιμή με ένα επιπό-λαιο «σιχτίρι» ή ένα «θα τα βγάλω από αλλού» (από την κάρτα...) πάντως όχι με οικονομική συμπεριφορά (ερευνώ, προκρίνω, επιλέγω και απορρίπτω). Τόσο η επιχειρηματική όσο και η καταναλωτική κουλτούρα είναι κάτι που ακόμα αναζητούμε. Ίσως δεν είναι περίεργο. Μετά από δεκαετίες επιχειρηματιών με επιδοτούμενους παραγωγικούς πόρους και καταναλωτές με επιδοτούμενο εισόδημα, πολλά αντανακλαστικά κοιμήθηκαν. Όταν κάτι δεν το πονάς, το σπαταλάς. 

 

Το ζήτημα, όμως, είναι ευρύτερο. Η εσωτερική υποτίμηση δεν θα επηρεάσει μόνο τα ταμπελάκια των τιμών. Θα αλλάξει την όψη των εμπορικών δρόμων και το καταναλωτικό προφίλ των ανθρώπων.

 

Την ίδια την υποτίμηση την επιβάλλει μια ιστορική οικονομική αναδίπλωση. Το πέρας της διαδικασίας θα έχει αφήσει την αγορά αγνώριστη. Εκατοντάδες μαγαζιά θα κλείσουν, καθώς οι πελάτες τους θα έχουν χάσει τη δυνατότητα ή τη διάθεση να τα στηρίζουν - θα έχουν αλλάξει μόδες και προτεραιότητες. (Θα ανοίξουν άλλα, με φθηνά προϊόντα, no frills υπηρεσίες και νέα τιμολόγια.) Η ιδέα ότι η αγορά θα παραμείνει ως έχει, με τις επιλογές που προσφέρει σήμερα, αλλά, λίγο-πολύ, με χαμηλότερες τιμές δεν ισχύει. Η καταναλωτική γκάμα που διευρύνθηκε τα προηγούμενα 20 χρόνια τώρα θα συρρικνωθεί. Η αφρόκρεμα της κατανάλωσης, όμως, θα παραμείνει. Στην Κολομβία, μια χώρα φτωχή, τα καλά εστιατόρια χρεώνουν το T-Bone stake 40 δολάρια. Στην Τεχεράνη, στα εμπορικά κέντρα των βορείων προαστίων οι τιμές των τζιν είναι ψηλότερες από τον μέσο μισθό. Το «καλό» target group θα παραμείνει, έστω και συρρικνωμένο, και θα κρατήσει ζωντανή μια ομάδα επιχειρήσεων που θα απευθύνεται/ονειρεύεται τον premium καταναλωτή, κρατώντας τις τιμές ψηλά. Μια εσωτερική υποτίμηση έχει πολλές ταχύτητες...

 

Με αυτή την έννοια, δυστυχώς, η μείωση των τιμών είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο: μια μαζική άσκηση βέλτιστης κατανομής πόρων, οικονομικών και κοινωνικών, σε μια περίοδο που τα μυαλά είναι στα κάγκελα. Οι προκλήσεις της σημερινής εποχής είναι λιγότερο ηρωικές από παλιά, αλλά όχι λιγότερο δύσκολες. Θα επιβιώσουν καλύτερα οι τολμηροί και οι τίμιοι.