φωτό: Πάνος Μιχαήλ


«ΕΙΜΑΙ ΑΝΤΙΘΕΤΟΣ ΣΕ ΚΑΘΕ ΕΦΕΥΡΕΣΗ, σε κάθε αλλαγή, αλλά είμαι αποφασισμένος να καταλάβω αυτό που συμβαίνει», είπε ο Μάρσαλ Μακ Λούαν το 1966, προφητεύοντας το τέλος του έντυπου λόγου και τη νέα εποχή των υπολογιστών και του διαδικτύου. Τότε κόντεψαν να τον λιντσάρουν, ενώ σήμερα θεωρείται προφήτης των νέων δεδομένων που αλλάζουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα τις τελευταίες δεκαετίες.

Το ίδιο καχύποπτα αντιμετωπίζεται και ο Μισέλ Ρεϊγιάκ, που περιγράφει τους καινούργιους τρόπους να αφηγούμαστε ιστορίες, χρησιμοποιώντας τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, το κινητό τηλέφωνο, το tablet ή και την καθημερινή ζωή. Και αυτό λέγεται Transmedia, κάτι πολύ καινούργιο, που περιέχει μέσα του κάτι πολύ παλιό.

Ο Μισέλ Ρεϊγιάκ μεγάλωσε στην Αφρική, παρακολουθώντας από μακριά τον κινηματογράφο να επαναπροσδιορίζεται στην πατρίδα του, τη Γαλλία, μέσα από τις συμπλοκές των σινεφίλ του ’60 και τη νουβέλ βαγκ. Έγινε χορευτής, παραγωγός παραστάσεων χορού, έφτιαξε ένα εστιατόριο όπου τυφλοί σερβιτόροι σερβίρουν στο σκοτάδι, έγινε διευθυντής ενός πρωτοποριακού κινηματογραφικού φεστιβάλ στο Παρίσι (Forum des Images), αποφάσισε να γίνει παραγωγός σε ταινίες που δεν έβρισκαν εύκολα χρηματοδότηση και κατέληξε διευθυντής στο ARTE, ένα κανάλι που τολμάει να προβάλλει τις πιο διαφορετικές εκπομπές και ταινίες απ’ όλο τον κόσμο.

Κι εγώ, όπως και πολλοί άλλοι Έλληνες σκηνοθέτες που παλεύουμε να κάνουμε ανεξάρτητες ταινίες, έπεσα πάνω στον Μισέλ Ρεϊγιάκ και στο ARTE, το κανάλι που με βοήθησε ν’ αντιμετωπίσω αποτελεσματικά τα χρέη της προηγούμενης ταινίας μου. Αλλά, δυστυχώς, και το ARTE «χτυπήθηκε» από την κρίση, μείωσε τον αριθμό των ταινιών που μπορεί να χρηματοδοτήσει και ο Ρεϊγιάκ άρχισε να μηχανεύεται νέους τρόπους για να βοηθήσει τις ανεξάρτητες ταινίες σε όλον τον κόσμο, επιστρατεύοντας τα μέσα που έχουν κάνει τις κινηματογραφικές αίθουσες ν’ απειλούνται.

Κι εγώ φοβάμαι τις αλλαγές, κάθε καινούργιο πράγμα με αγχώνει πολύ: ακόμα και τα καινούργια ρούχα τα’ αφήνω να παλιώσουν πριν τα φορέσω, όμως ακούγοντας τον Ρεϊγιάκ, άρχισα να κοιτάζω με λιγότερη καχυποψία την τηλεόραση, το κινητό μου, το λάπτοπ, το iPad του διπλανού μου, το αδιάκριτο facebook, το αγενές twitter και όλα αυτά τα social και new (δεν πολυκαταλαβαίνω τις διαφορές τους) media.

«Κάποτε έπρεπε να καθορίσουμε το πρόγραμμά μας», λέει ο Ρεϊγιάκ, «για να μπορέσουμε να δούμε σε μια συγκεκριμένη ώρα μια ταινία στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση. Τώρα μπορούμε να τη δούμε όποτε θέλουμε σε μια από τις οθόνες-αξεσουάρ του καθενός μας, και συγχρόνως μπορούμε να ψάχνουμε στο ίντερνετ τα βιογραφικά των συντελεστών της, ν’ απαντάμε στα μέιλ μας ή να τουιτάρουμε στους φίλους μας σχόλια για την ταινία. Αντί να αποσιωπούμε αυτή την πραγματικότητα, πρέπει να προσαρμοστούμε και να επινοήσουμε τρόπους αφήγησης που να εκμεταλλεύονται τα νέα μέσα και τα social media , ώστε να διευρύνουν το περιεχόμενο και την εμβέλειά τους».

Αυτό είναι η αρχή του Transmedia. Μια διαδικασία που μπορεί να γίνει επικίνδυνη, καλλιεργώντας και κολακεύοντας την επιπολαιότητα της ανθρώπινης φύσης, αλλά ο Ρεϊγιάκ επιμένει πως πρέπει να το δούμε από τη δημιουργική της πλευρά.

Με όλα αυτά τα καινούργια μέσα και τις ανεξάντλητες δυνατότητές τους μπορούμε όλοι να έχουμε πρόσβαση στον κινηματογράφο, μπορούμε όλοι να γυρίζουμε ταινίες, μπορούμε όλοι να συμμετέχουμε στη διαδικασία παραγωγής και διανομής μιας ταινίας.

Ο Σιρίλ Μενεγκέν γύρισε την ταινία Louise Wimmer με λίγα χρήματα, που κι αυτά τέλειωσαν στα γυρίσματα και δεν υπήρχε τρόπος να διαφημιστεί η ταινία. Ο Ρεϊγιάκ παρατήρησε πως σε μια σκηνή της ταινίας η πρωταγωνίστρια έπαιρνε έναν αριθμό σ’ ένα κινητό τηλέφωνο. Πρότεινε στους διανομείς της ταινίας να γεμίσουν τους δρόμους του Παρισιού, της Λυών και της Λιλ με 12.000 χειρόγραφα post-it με το όνομα και το τηλέφωνο της ηρωίδας. Η πρωταγωνίστρια για τρεις μήνες απαντούσε στις κλήσεις (πάνω από 500 τις πρώτες δύο ημέρες) ως Louise Wimmer, αυτοσχεδιάζοντας και προετοιμάζοντας την προβολή της ταινίας στους κινηματογράφους, παρατείνοντας έτσι την εμπειρία της ταινίας και μετά την ολοκλήρωσή της κι επινοώντας έναν νέο, φτηνό κι αποτελεσματικό τρόπο διαφήμισής της.

Μια άλλη ταινία, το Iron Sky, ολοκληρώθηκε χρησιμοποιώντας το διαδίκτυο, όπου ενεργοποιήθηκε το crowd funding, μια μέθοδος χρηματοδότησης όπου, έναντι διαφορετικών χρηματικών ποσών, γίνεται κανείς συμπαραγωγός σε μια ταινία, προσφέροντας όσα μπορεί και προσδοκώντας το ανάλογο αντάλλαγμα.

Η επινοητικότητα των συντελεστών της ταινίας σχετικά με αυτά τα ανταλλάγματα κατάφερε να συμπληρώσει τα χρήματα που χρειάζονταν και συγχρόνως να κρατήσει μια διαρκή επαφή με όλους αυτούς τους υποστηρικτές της ταινίας. Μέσω των social media ο σκηνοθέτης μοιράστηκε μαζί τους πληροφορίες για την πορεία της ταινίας αλλά και αρκετές από τις αγωνίες του στη διάρκεια των γυρισμάτων και του μοντάζ. Η ταινία προβλήθηκε στο φετινό Φεστιβάλ του Βερολίνου και ο αριθμός των πιστών της, που την ακολουθούν ήδη, πριν από την προβολή της στους κινηματογράφους, μοιάζει να έχει εξασφαλίσει την εισπρακτική επιτυχία της.

Αυτά ήταν μερικά από τα πρώτα πειράματα σχετικά με τον τρόπο που συνδυάζεται το διαδίκτυο με τον κινηματογράφο και τις ανεξάρτητες ταινίες. Ταυτόχρονα, άρχισε να σχηματίζεται ένα νέο είδος θεατών που παράλληλα γίνονται και συμπαραγωγοί μιας ταινίας.

Βασικός στόχος του Transmedia είναι η διαδραστικότητα και η δημιουργική επικοινωνία των θεατών. Το ARTE έχει χρηματοδοτήσει ήδη ντοκιμαντέρ που προβάλλονται με ενιαία μορφή στο κανάλι, αλλά, αν θελήσει κανείς να συμμετάσχει πιο διαδραστικά, έχει επιπλέον δυνατότητες. Παράδειγμα το «Gaza Sderot», ένα ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε στη Γάζα, στην ισραηλινή και την παλαιστινιακή πλευρά, σε δύο περιοχές που απέχουν λίγα μέτρα μεταξύ τους. Μπορεί να παρακολουθήσει κανείς στο ίντερνετ μια διαφορετική μορφή του ντοκιμαντέρ: οι σκηνές είναι τοποθετημένες σε ένα timeline με τον ίδιο τρόπο που είναι χωρισμένες και οι δύο περιοχές από τη μιά και από την άλλη μεριά των συνόρων, και ο θεατής έχει τη δυνατότητα να επιλέγει μια μέρα του χρόνου και να παρακολουθεί τις σκηνές που γυρίστηκαν ταυτόχρονα στα ισραηλινά και τα παλαιστινιακά εδάφη.

Και ο Ρεϊγιάκ, όπως κι ο Μακ Λούαν, αντιμετωπίζεται με τρομαχτική καχυποψία όταν παρουσιάζει το Transmedia. Οι δημιουργοί φοβούνται πως θα χάσουν τον έλεγχο των εκφραστικών τους μέσων, οι θεατές πως θα χάσουν τη μαγική παθητικότητα που σου προσφέρει η αποτυπωμένη στον κινηματογράφο πραγματικότητα με τον τρόπο που γινόταν ως τώρα.

 

Ο Ρεϊγιάκ επιμένει πως το Transmedia είναι κάτι καινούργιο που μιλάει για κάτι παλιό και πως η παραδοσιακή μορφή του κινηματογράφου θα επιζήσει ως επιλογή, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που μπορεί κανείς να δειπνήσει σ’ ένα παραδοσιακό εστιατόριο αλλά και σ’ ένα φαστ φουντ.

Ο Ρεϊγιάκ ταξιδεύει σε όλον τον κόσμο και παρουσιάζει το Transmedia γιατί πιστεύει πως όποιος αγνοεί την εξέλιξη, απλώς μένει πίσω. Υπερασπίζεται παθιασμένα την περιέργεια ως κίνητρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, προαναγγέλλει την εποχή που δεν θα χρειάζεται η επαφή με τα αντικείμενα για να επικοινωνεί κανείς με τους άλλους, προειδοποιεί όσους υιοθετούν το Transmedia για να βγάλουν χρήματα, πως είναι πολύ νωρίς για κέρδη, ανακοινώνει τη δημιουργία 16 ταινιών transmedia στο Λος  Άντζελες, καταγράφει τους καινούργιους κανόνες αυτής της νέας διαδραστικής τέχνης και τονίζει πως το Transmedia είναι ένας τρόπος επικοινωνίας και συνύπαρξης των ανθρώπων, που χρησιμοποιεί όλα αυτά τα μέσα, τα οποία στην ουσία τους απομονώνουν ή τους χωρίζουν.

Όμως ο Ρεϊγιάκ είναι σίγουρος πως ο παραδοσιακός τρόπος να βλέπει κανείς ταινίες δεν πρόκειται να εξαφανιστεί κι επιμένει πως πάντα θα χρειαζόμαστε καταφύγια χωρίς wi fi, χωρίς πρόσβαση στα τελευταία τεχνολογικά επιτεύγματα, όπου θα προβάλλονται ταινίες με γραμμικές ιστορίες που θα παρακολουθούμε με τον γνωστό τρόπο του παθητικού θεατή.

Ξενυχτισμένος μετά από την πρώτη transmedia παράσταση που έκανε στο Παρίσι, με 78 συμπαίκτες κλεισμένους για 48 ώρες χωρίς κινητά και ρολόγια σε μια μεγάλη αίθουσα, ο Ρεϊγιάκ ήρθε στην Αθήνα, στο Φεστιβάλ του Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, για να συμπληρώσει με παραδείγματα το ντοκιμαντέρ του Transmedia που προβλήθηκε από την ΕΤ1 τον Μάρτιο.

Ανάμεσα στο κοινό διανομείς, σκηνοθέτες και άνθρωποι του κινηματογράφου που αγωνιούσαν αν ο Ρεϊγιάκ θα προανήγγελλε τον θάνατο των ταινιών που αγαπάμε. «Είναι η ώρα να διευρύνουμε τους ορίζοντές μας. Η ιδέα του Τransmedia, μια ιδέα παλιά σε μια καινούργια λέξη, είναι ο τρόπος για να εμπλέξουμε το κοινό περισσότερο σ’ αυτά που κάνουμε, να χρησιμοποιήσουμε την επικοινωνία με τους θεατές για να διευρύνουμε το έργο μας και την εμβέλειά του. Αυτό που εγώ περιμένω είναι οι δυνατές εμπειρίες που θα με βοηθήσουν ν’ αλλάξω την εικόνα μου για τον κόσμο. Όπως λατρεύω τον Ταρκόφσκι, το κλασικό σινεμά, τη ζωγραφική, το θέατρο, και όλα αυτά με κάνουν πιο πλούσιο, έτσι ελπίζω ότι και τα transmedia projects θα με ταξιδέψουν σε μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας. Όπως γινόταν πάντα στο σινεμά. Διαφέρει μόνο ο τρόπος. Γιατί οι ταινίες δεν τελειώνουν με την ολοκλήρωσή τους».