Η λογοτεχνία είναι ένας δύσκολος και τολμηρός δρόμος. Τόσο για την επιβίωση όσο και για την καταξίωση. Πόσο μάλλον αν δεν επιλέγεις το εύκολο μονοπάτι, χαϊδεύοντας τα τρυφερά ανθρώπινα αυτιά, αλλά προσπαθείς να προβληματίσεις, διαταράσσοντας ακόμα και τις παγιωμένες αρχέγονες αντιλήψεις. Κοιτάζοντας χωρίς φανατισμό τη ζωή του συγγραφέα Ζοζέ Σαραμάγκου, μπορούμε να πούμε ότι τα κατάφερε, και παρά το γεγονός ότι άφησε τα εγκόσμια τον Ιούνιο που μας πέρασε το έργο του θα είναι πάντα δίπλα μας, ζωντανό, να θέτει ερωτήσεις, ενισχύοντας το στοιχείο της αμφισβήτησης και όχι της τυφλής παραδοχής των γεγονότων. Ο Σαραμάγκου τόλμησε και δεν φοβήθηκε να αναζητήσει την αλήθεια σε θέματα που οι περισσότεροι ούτε καν θ' άγγιζαν. Αν και πολλοί στοιχημάτιζαν πως θα έτρωγε το κεφάλι του, αυτός αντιστεκόταν με τον τρόπο του. Μάλιστα, ο σημαντικός λογοτεχνικός κριτικός Χάουαρντ Μπλουμ έγραψε κάποτε γι' αυτόν: «Είναι ο μεγαλύτερος εν ζωή συγγραφέας». Το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1998 ήταν μια ακόμα επιβράβευση για τη λογοτεχνική του αξία.

Γεννήθηκε στις 16 Νοεμβρίου του 1922 στο χωριό Αζινιάνγκα της Πορτογαλίας. Οι γονείς του ήταν φτωχοί ακτήμονες. Το Σαραμάγκου ως επίθετο, που στα ελληνικά σημαίνει άγριο ραδίκι, το απέκτησε τυχαία κατά την επίσημη καταγραφή του στα μητρώα γέννησης. Μετακομίζει το 1924 με την οικογένειά του στη Λισσαβόνα. Αν και εξαιρετικός μαθητής, αφήνει για οικονομικούς λόγους το κανονικό σχολείο και γράφεται σε τεχνικό. Τελειώνοντας, εργάζεται ως κλειδαράς και μηχανικός αυτοκινήτων. Παρά το γεγονός ότι έπιαναν τα χέρια του», η δημοσιογραφία και οι εκδόσεις τον κερδίζουν. Αυτοδίδακτος, εργάζεται σε διάφορες εφημερίδες ως αρθρογράφος, ρεπόρτερ και μεταφραστής. Με τα χρόνια ανεβαίνει στην ιεραρχία και γίνεται διευθυντής της έκδοσης της Diário de Notícias. Τη θέση αφήνει μετά την Επανάσταση των Γαρυφάλλων και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας στην Πορτογαλία. Ήδη, από το 1969, είναι μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και δηλωμένος άθεος και πεσιμιστής.

Η πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα γίνεται το 1947, μεσούσης της σκληρής δικτατορίας του Αντόνιο Σαλαζάρ. Το μυθιστόρημα Η γη της αμαρτίας» περνάει σχεδόν απαρατήρητο. Οι επόμενες ποιητικές και πεζογραφικές του προσπάθειες δεν τυγχάνουν ιδιαίτερης αναγνώρισης μέχρι το 1982, οπότε το Χρονικό του μοναστηρίου γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Ο ίδιος έχει δηλώσει: «Αν πέθαινα λίγο πριν τα εξήντα μου, δεν θα με ήξερε κανείς σήμερα». Μεγάλος σάλος γύρω από το όνομά του ξεσηκώνεται δέκα χρόνια αργότερα. Το «Κατά Ιησού Ευαγγέλιον» εξοργίζει την Καθολική Εκκλησιά και σκανδαλίζει την πορτογαλική κοινωνία. Ο Σαραμάγκου στο βιβλίο τολμάει να παρουσιάσει τον Ιησού με ανθρώπινα χαρακτηριστικά, βάζοντάς Τον να κάνει έρωτα με τη Μαρία Μαγδαληνή, και χρησιμοποιεί τον Θεό για να εξασφαλίσει την παγκόσμια κυριαρχία. Η κυβέρνηση της χώρας του απορρίπτει την υποψηφιότητά του για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας και οδηγεί τον συγγραφέα σε αυτοεξορία στα Κανάρια Νησιά. Εκεί έγραψε και το τελευταίο του μυθιστόρημα, Κάιν, το 2009, όπου περιέγραψε με ειρωνικό τρόπο τη δολοφονία του Άβελ από τον αδερφό του, κάνοντας για άλλη μια φορά έξαλλη την Καθολική Εκκλησία.

Συνολικά εξέδωσε τριάντα έργα (πεζά, ποιήματα, δοκίμια και θεατρικά έργα). Στα πιο γνωστά του συγγράμματα περιλαμβάνονται και τα Περί Τυφλότητας, Όλα τα ονόματα, Περί Φωτίσεως, το Περί Θανάτου. Το κοινό χαρακτηριστικό τους είναι η καταγραφή και απεικόνιση μεγάλων γεγονότων της ιστορίας μέσα από την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών της. Ήταν τολμηρός και στον τρόπο γραφής του, αφού ήταν γνωστός για το πειραματικό στυλ του, που χαρακτηρίζεται από μακριές προτάσεις, διαλόγους που δεν χωρίζονται με εισαγωγικά και μεγάλες παραγράφους. Στο πολιτικό σκέλος του βίου του υπήρξε υπέρμαχος της ελευθερίας των ανθρώπων. Μέχρι τον θάνατό του καταδίκαζε οποιαδήποτε στρατιωτική εισβολή και καταφέρθηκε συχνά εναντίον των Αμερικανών για τις πολεμικές επιχειρήσεις τους. Μάλιστα, τόλμησε να παρομοιάσει τα παλαιστινιακά εδάφη μ' ένα σύγχρονο Άουσβιτς, προκαλώντας την μήνι των Ισραηλινών. Συνοψίζοντας το σύνολο του έργου του, ανέφερε στην τελευταία φράση του λόγο του για το Νόμπελ Λογοτεχνίας: «Σταματώ εδώ. Η φωνή που διάβασε αυτές τις σελίδες θέλησε να γίνει η ηχώ της φωνής όλων μαζί των ηρώων μου. Δεν έχω, έτσι κι αλλιώς, άλλη φωνή από τη φωνή που έχουν εκείνοι. Συγχωρήστε με, αν σας φάνηκε λίγο αυτό που είναι για μένα το παν».

Πέθανε στις 18 Ιουνίου του 2010. Έκανε δύο γάμους κι απέκτησε μια κόρη, τη Βιολάντε, με την πρώτη του γυναίκα. Στο σπίτι του στα Κανάρια, το ρολόι ήταν κολλημένο στις τέσσερις το απόγευμα: ήταν η ώρα που γνώρισε τη δεύτερη γυναίκα του, Πιλάρ δελ Ρίο.