Η πρώτη μου καθαρή εικόνα από την Κέρκυρα των παιδικών μου χρόνων είναι ένα τεράστιο λιβάδι με παπαρούνες  πίσω από το σπίτι μου, στην Πόλη. Κάθε Μάιο χανόμουνα εκεί μέσα.

Ξεκίνησα τον χορό τρεισήμισι ετών και δεν σταμάτησα ποτέ. Ήμουν ένα νευρικό αγοροκόριτσο -έκανα παρέα με αγόρια, έπαιζα ποδόσφαιρο σχεδόν μέχρι το γυμνάσιο- αλλά σε αντιδιαστολή με όλα αυτά, πήγαινα και στο μπαλέτο, φορώντας ροζ κορμάκια με βολάν.

Όταν χορεύω νιώθω, ότι αισθάνομαι όσα δεν μπορώ να αισθανθώ στην καθημερινότητά μου. Όταν χορεύω αισθάνομαι - νιώθω ότι στην καθημερινότητα μας έχουμε πάψει  πλέον να αισθανόμαστε.

Η απόφασή μου να δώσω για την Κρατική Σχολή Χορού ήταν τελείως αυθόρμητη. Δεν χρειάστηκε να αναρωτηθώ καν τι θα κάνω.  Έφτασα στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1995.

Το πρώτο μου σπίτι ήταν στη Νεάπολη Εξαρχείων. Το πρώτο απόγευμα που έφτασα στην Αθήνα κάθισα για καφέ στο Εξ' αρχής. Εμφανίστηκαν κάτι τύποι, έσπασαν την τζαμαρία, πέταξαν κάτι μολότοφ μέσα, μπουρλότο το μαγαζί. Αυτή ήταν η πρώτη μου αθηναϊκή εμπειρία. Έπαθα ένα μικρό σοκ, είδα ότι τα πράγματα ήταν πιο ακραία απ' όσο φανταζόμουν εγώ, που ήμουν ένα κοριτσάκι από την επαρχία. Μέχρι τότε ήμουν ένα συνεσταλμένο, ήσυχο παιδί. Ξέρεις, το πρώτο παιδί, πάντα σε ένα πρόγραμμα, που δεν κάνει ποτέ τη δική του επανάσταση.

Είμαι παιδί του κέντρου, δεν θα μπορούσα να μείνω εκτός κέντρου. Τώρα μένω στην Κυψέλη και δεν μπορώ να πω ότι με ξετρελαίνει. Ίσως γιατί μου άρεσαν τόσο τα Εξάρχεια. Η Κυψέλη δεν έχει το άρωμα, την ενέργεια, το χρώμα των Εξαρχείων. Βρέθηκα εδώ τυχαία. Νοικιαζόταν αυτό το διαμέρισμα στο ίδιο κτίριο που μένουν και δύο πολύ καλοί μου φίλοι, έψαχνα εκείνη την περίοδο για σπίτι και κάπως έτσι κατέληξα εδώ. Παρόλο που η περιοχή έχει γίνει γκέτο, συνεχίζω να παραμένω για δυο λόγους: το σπίτι είναι νεοκλασικό και λατρεύω τα ψηλά ταβάνια και από πάνω μου μένουν οι κολλητοί μου.

Στην Ολυμπιάδα ήμουν στη χορογραφική ομάδα ως βοηθός χορογράφου - ήμουν και η έγκυος τη βραδιά της τελετής έναρξης. Μετά έφυγα για την Ολλανδία. Ήθελα να επανεκπαιδευτώ, να γνωρίσω άλλα πράγματα. Γύρισα τρία χρόνια μετά. Είμαι, προφανώς, από αυτά τα παιδιά που δεν αντέχουν για πολύ καιρό μακριά από την Ελλάδα.

Όταν ο Δημήτρης Παπαϊωάννου μού πρότεινε τον ρόλο της Μήδειας, τα έχασα. Δεν ήμουν σίγουρη ότι είχα ακούσει καλά. Πώς βουλώνουν καμιά φορά τ' αυτιά σου και αναρωτιέσαι «το άκουσα τώρα αυτό ή όχι;». Ήταν μεγάλο δώρο όλη αυτή η εμπειρία για μένα, και με τα εύκολα και με τα δύσκολά της. Παρόλο που κάναμε 75 παραστάσεις, ακόμα και στην τελευταία παράσταση είχα πάρα πολύ άγχος. Δεν εφησύχασα ούτε μια μέρα - ήξερα ότι κάθε μέρα θα έπρεπε να ανακαλύπτω και κάτι καινούργιο.

Γνώριζα, όταν αποφάσισα να ασχοληθώ με αυτήν τη δουλειά, πως δεν θα κέρδιζα ποτέ πολλά χρήματα, οπότε δεν θα έλεγα ότι με ενοχλεί αυτό. Ψυχολογικά και συναισθηματικά, όμως, πολλές φορές με δυσκολεύει αφάνταστα.

Πώς προέκυψε η Κινέττα; Ταξίδευα από Βρυξέλλες για την Κύπρο, όταν στο αεροδρόμιο χτύπησε το κινητό μου. Ήταν ένας φίλος μου και μου είπε ότι με ψάχνει ο Γιώργος Λάνθιμος. Πράγματι, ο Λάνθιμος μού έδωσε το σενάριο της Κινέττας την επόμενη μέρα. Στην αρχή όλο αυτό ήταν μια έκπληξη για μένα. Του εξήγησα στον ότι δεν είμαι ηθοποιός, μου είπε ότι «αυτό είναι που τον ενδιαφέρει σε μένα» και έτσι αποφάσισα να το κάνω, σαν εμπειρία, να το ζήσω να δω πώς είναι. Ως ταινία ήταν αβανγκάρντ, γεμάτη αυτοσχεδιασμούς. Μπορεί να είχα 4 ατάκες όλες κι όλες στην ταινία.

Με την Αθηνά Τσαγκάρη γνωριστήκαμε αρχικά την περίοδο της Ολυμπιάδας και ξανασυνεργαστήκαμε όταν έκανε την παραγωγή στην Κινέττα. Με πήρε τηλέφωνο ζητώντας μου να κάνω κάστινγκ για τον ρόλο της Μπέλλας στο Άτενμπεργκ. Εκεί είχα να αντιμετωπίσω όλους μου τους φόβους μαζεμένους. Είχαμε ένα κανονικό σενάριο, με διαλόγους, κι έπρεπε να πω ένα τραγούδι στα γαλλικά. Πρώτη ανασφάλεια ήταν η φωνή μου, που δεν μου αρέσει, και το ότι εδώ δεν έπρεπε απλώς να μιλήσω αλλά και να τραγουδήσω και μάλιστα στα γαλλικά - δεν τραγουδάω ποτέ μπροστά σε κόσμο και δεν μιλάω γαλλικά. Το έκανα επειδή εμπιστεύομαι την Αθηνά και για να ξεπεράσω αυτούς τους φόβους, που με κρατούσανε πίσω στη δουλειά μου.

Το Άτενμπεργκ διαπραγματεύεται πολύ έντονα το θέμα του σεξ, του έρωτα και θανάτου με πολύ βαθύ τρόπο.

Μας εξέπληξε όλους η καλή υποδοχή που είχε η ταινία στο Φεστιβάλ της Βενετίας. Ήταν πολύ ωραία εμπειρία, κυρίως γιατί εμείς ήμασταν μια μικρή παραγωγή από την Ελλάδα μέσα σε όλες αυτές τις υπερπαραγωγές και, παρ' όλα αυτά, η ταινία άρεσε πάρα πολύ. Και από το χειροκρότημα μετά το τέλος της προβολής το καταλάβαμε, αλλά και από το γεγονός ότι ο Ταραντίνο ήταν παρών στην πρεμιέρα της ταινίας, ενώ συνήθως η κριτική επιτροπή παρακολουθεί τις ταινίες ξεχωριστά. Ακόμα και ο διευθυντής του φεστιβάλ ήταν ιδιαίτερα θερμός μαζί μας. Υπήρχε ένα αγκάλιασμα.

Μαζί με την Alexandra Waierstall και τον Χρήστο Παπαδόπουλο στήσαμε μια μικρή εγκατάσταση στον χώρο του Μουσείου κατά τη διάρκεια της έκθεσης «Locus Solus». Με τη συμμετοχή περίπου 45 εθελοντών. Εμπνευστήκαμε από την είσοδο του Μουσείου Μπενάκη -έχει 4 γέφυρες και θελήσαμε να δημιουργήσουμε κάτι για τον χώρο εκείνο- να γίνει το περφόρμανς έξω από τον χώρο της έκθεσης. Η ιδέα ήταν να δημιουργήσουμε κάτι που να θυμίζει ανάποδη κλεψύδρα, γι' αυτό και το έργο λέγεται «Ηourglass Εntity». Δημιουργήσαμε κάτι σαν χαλί, 40 άτομα ανεβαίνουν τις ράμπες σιγά-σιγά και όταν φτάνουν στην πρώτη ράμπα γυρνάνε και κοιτάνε τον κόσμο προς τα πίσω. Είναι η κίνηση που θα είχε η άμμος στην κλεψύδρα, αν πήγαινε ανάποδα.

Έχω πια αρχίσει και ψάχνω και τη δική μου την ταυτότητα καλλιτεχνικά, όχι ως περφόρμερ ή χορεύτρια, απλώς για να δω, αν ήθελα εγώ να πω κάτι, πώς θα το έκανα. Δεν θεώρησα ποτέ τη χορογραφία προτεραιότητά μου. Να χορεύω ήθελα, να είμαι το εργαλείο του κάθε δημιουργού, να παίρνω το όραμά του και να το φέρνω εις πέρας πάνω στη σκηνή. Αν έχω προσδοκίες; Δεν έχω συνηθίσει να έχω προσδοκίες, κάνω ό,τι κάνω όσο καλύτερα μπορώ. Οι χορευτές έχουμε συνηθίσει να είμαστε πάντα στον αέρα - ακόμα και μια αλλαγή να γίνει, τελευταίοι το μαθαίνουμε. Μαθαίνεις σε αυτήν τη δουλειά να ζεις σε έναν κόσμο χωρίς μεγάλες προσδοκίες.