Ο Στηβ Γιανάκος δεν χρειάζεται συστάσεις ή μάλλον χρειάζεται - δυστυχώς ακόμη και τώρα, ύστερα από περίπου 40 χρόνια πορείας στον διεθνή χώρο της συγχρονης τέχνης. Από τη μια έχει υπάρξει μια αρκετά διακριτική προσωπικότητα και, ενώ παίρνει τη δουλειά του στα σοβαρά, έχει το θάρρος να μην παίρνει πάντα τον εαυτό του τόσο στα σοβαρά. Βέβαια, από την άλλη, έχει να κάνει και με την κατάσταση της τέχνης στην Ελλάδα: ένας χώρος που δεν έδινε μέχρι τώρα σημασία στη νεότερη ιστορία του σε καλλιτέχνες που ιστορικά διαμόρφωσαν το κλίμα της έκφρασης τόσο στην Ελλάδα όσο και σε ολόκληρο τον κόσμο. Μάτια ερμητικά κλειστά προς αυτούς τους Ελληνες (ή Ελληνοαμερικάνους) καλλιτέχνες που «έκαναν πραγματική διαφορά» στη διεθνή σύγχρονη εικαστική έκφραση και έδειχναν προσοχή μόνο σ' ένα στενά επαρχιώτικο κλίμα της εγχώριας σκηνής ήταν η τέλεια συνταγή πάνω στην οποία μπορούσαν, μέχρι πρότινος, να δημιουργηθούν «λαϊκοί εγχώριοι ήρωες».

Ευτυχώς, τέτοιου είδους συνταγές δεν έχουν ποτέ μόνιμη υπόσταση. Γεννημένος το 1938 στη Νέα Υόρκη, ο Στηβ Γιανάκος άρχισε να εκθέτει το 1966 πάνω στη γέννηση και την ανάπτυξη της ποπ αρτ. Στη Νέα Υόρκη έχει κάνει πάνω απο εικοσιεπτά εκθέσεις παγκοσμίως σε γνωστές γκαλερί, μουσεία και ιδρύματα τέχνης όπως το Guggenheim και το PS1, την γκαλερί της Barbara Gladstone, και έχει συμμετάσχει σε δεκάδες ομαδικές με άλλους σημαντικούς αμερικανούς καλλιτέχνες. Γι' αυτόν έχει γράψει, το Σεπτέμβριο του 2004, ένας από τους πιο σημαντικούς ιστορικούς της σύγχρονης τέχνης, ο Robert Rosenblum, ότι: «Εδώ και τρεις δεκαετίες έχει, όπως ο Mel Brooks, σπρώξει στα όριά τους τις προκαταλήψεις μας. Οι εικόνες του αποτελούν εξέλιξη του δέντρου που φυτεύτηκε από τον Roy Lichtenstein, που, ας σημειωθεί, υπήρξε μεγάλος θαυμαστής της δουλειάς του Γιανάκου».

Αν υποθέσουμε πως κάποιος νεότερος καλλιτέχνης -και η αλήθεια είναι πως όσο νεότεροι είναι οι καλλιτέχνες τόσο περισσότερο επικοινωνούν με την δουλειά του Γιανάκου- θα έπρεπε να έρθει σε επαφή με το έργο του, ή θα έπρεπε να έχει πρόσβαση στα ιδρύματα και στις βιβλιοθήκες της Νέας Υόρκης ή να τον συναντήσει τυχαία στα Χανιά, όπου ο καλλιτέχνης μοιράζει τον χρόνο του με την Νέα Υόρκη, ή να προλάβει να πληροφορηθεί για τις αθηναϊκές γκαλερί και να έχει καταφέρει να δει έκθεση του Γιανάκου στην ΑΔ.

Θα μπορούσε να πιστέψει κανείς ότι ανάμεσα στις είκοσι επτά εκθέσεις του Γιανάκου ζήτημα να υπάρχει μια αναδρομική σε ένα σημαντικό μουσείο της Ελλάδας ή μια μονογραφία του καλλιτέχνη στα ελληνικά; Γεγονός που πρέπει να μας κάνει να ντρεπόμαστε όλοι εμείς, στον χώρο της τέχνης, στην Ελλάδα. Φυσικά, υπάρχουν εξαιρέσεις. Η γκαλερί ΑΔ υποστηρίζει σθεναρά το έργο του Γιανάκου τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, ενώ ο Θανάσης Μουτσόπουλος έχει κάνει εκτενή αναφορά στο έργο του στην έκδοση Ποπ Αλλόκοτο.

Ο Στηβ Γιανάκος κατασκευάζει προκλητικές εικόνες στις οποίες η αφήγηση παραπέμπει στην εποχή της «αθωότητας» και σε ένα προκλητικό ερωτικό παιχνίδι από το οποίο, όμως, απουσιάζει η πραγματική βία, αλλά ταυτόχρνα δοκιμάζονται τα όρια της «οικογενειακής γαλήνης». Δανείζεται τη γλώσσα και τα σύμβολα της «κλασικής» εικονογράφησης, προσβάλλοντας το «σημαινόμενό» τους και αποδομώντας κάθε έννοια εμπιστοσύνης στο συλλεκτικό φαντασιακό. Οικειοποιείται εικόνες γνωστές σε όλους, τις οποίες με καυστικό χιουμορ και διαβολική ευφυΐα στέλνει στα άκρα. Κανείς βλέπει μπροστά του ότι μπορεί να έχει φανταστει στην πιο «αμαρτωλή στιγμή», σύμφωνα με τη συμβατική εκδοχή της σημερινής κοινωνίας. Δεν υπάρχει, όμως, καμία έννοια «πρόστυχου» ή φτηνού «προκλητικού εντυπωσιασμού». Οι τίτλοι των έργων αποτελούν συστατικό στοιχείο της δουλειάς του Γιανάκου. Είτε ενσωματώνονται στη ζωγραφική επιφάνεια είτε συνοδεύουν το έργο και πάντα με τον ίδιο κυνικό χαρακτηρα, όπως αυτός της εικόνας, καταστρέφουν ολοκληρωτικά οποιουδήποτε είδους στερόετυπο. Ο Στηβ Γιανάκος βρίσκεται στα Χανιά, όπου αυτές τις μέρες ανοίγει και η ατομική του έκθεση στην τοπική πινακοθήκη.   Είχαμε την ευχαρίστηση να ανεβάσουμε την ιδέα του αφιερώματος του έργου του Στηβ Γιανάκου στην έκθεση «Illustration LifO» στο Μουσείο Μπενάκη. Μαζί είχαμε και την τιμή να πάρουμε απαντήσεις του σε ορισμένες ερωτήσεις μας. Απαντήσεις που συνάδουν απόλυτα με τον χαρακτήρα του έργου του και μας θυμίζουν ότι όπου υπάρχει σοβαρή και στιβαρή πράξη τα πολλά λόγια περιττεύουν...

Πόσο επηρέασε το οικογενειακό περιβάλλον σου τον επαγγελματικό προσανατολισμό σου;

Ο αδελφός μου και εγώ μεγαλώσαμε στη Νέα Υόρκη. Οι γονείς μας θέλανε να γίνουμε δικηγόρος και γιατρός. Ακόμη και σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, όταν γνωρίζομαι με κάποιον σε ένα μπαρ, συστήνομαι ως χειρουργός.

Τι «πράγματα» σου έδωσε η αμερικάνικη και τι η ελληνική κουλτούρα;

(Γέλια) Το τι πήρα από την αμερικανική κουλτούρα είναι το πιο πράγμα ορατό στη δουλειά μου. Στην Ελλάδα έμαθα τα περισσότερα για την ιδιωτική μου ζωή, ξοδεύοντας χρόνο στο καφενείο με τους μάγκες.

Τι διάβαζες στην εφηβεία;

Στα δεκατρία μου ανακάλυψα τον Χένρι Μίλερ και βρέθηκα στον παράδεισο.

Πότε νομίζεις ότι ένας άνθρωπος φτάνει στη ενηλικίωση, αν το καταφέρνει ποτέ;

Δεν ξέρω, γιατί δεν μου έχει τύχει ακόμη!

Ο Roy Lichtenstein έχει υπάρξει θερμός θαυμαστής της δουλειάς σου. Ποια ήταν η σχέση σας;

Ο Roy υπήρξε ένας θαυμάσιος και πολύ γενναιόδωρος φίλος. Είχε τρομερό χιούμορ και άρεσε και στους δυο να ζωγραφίζουμε γυναίκες, αλλά με διαφορετικό τρόπο... ( γέλια)

Άρχισες να εκθέτεις στο αποκορύφωμα της ποπ αρτ. Νιώθεις ένας από τους συνδημιουργούς της;

Αγαπώ την ποπ, αλλά δεν ένιωσα ποτέ ότι ήταν αυτό που έκανα. Η ποπ δεν εμπεριέχει «κακία» και εμένα μου αρέσουν οι «αλητείες».

Πιστεύεις ότι το χιούμορ είναι κάποιου είδους επανάσταση; Πιστεύεις στην «εξουσία» του γέλιου;

Είναι το καλύτερο κομμάτι μιας στιγμής στην καθημερινή μας ζωή.

Τι σε ενοχλεί στο σύστημα των «οικογενειακών αξιών»;

Αυτήν τη στιγμή είμαι σ' ένα παραλιακό καφέ στην Κρήτη και ακούω μια «μανουλίτσα» να λέει στο παιδί της δυνατά: «Φάε, φάε φάε!».

Σκέφτηκες ποτέ τη δουλειά σου ως σεξουαλικά ερεθιστική;

Όχι, ποτέ!

Νιώθεις την Ελλάδα πατρίδα σου;

Κάθε μέρος της με τρελαίνει.

Υπάρχει κάποια ανέκδοτη ιστορία, στην οικογένειά σου η στην παιδική σου ηλικία, που υπήρξε έναυσμα για τα έργα σου;

Όταν ήμουν πολύ μικρός, θυμάμαι τον πατέρα μου να με βάζει σε μια τεράστια κατσαρόλα στο εστιατόριο που δουλεύει και να τον ακούω να γελάει πολύ δυνατά.

Τι μισείς περισσότερο στην Ελλάδα;

Τους χοντρούς και άσχημους τουρίστες.

Πώς σου φαίνεται ο χώρος της σύγχρονης τέχνης σήμερα και ο τρόπος με τον οποίο εξελίσσεται;

Προσπαθώ να μην αφήνω το μυαλό μου να ενδιαφέρεται για ό,τι δεν με απασχολεί.

Εάν ήταν να γίνει μια τεράστια παγκόσμια καταστροφή και μπορούσες να σώσεις ένα μόνο έργο τέχνης, ποιο θα ήταν;

Μάλλον ένα πολύ σέξι έργο από έναν πολύ καλό καλλιτέχνη.

Αν σου ζητούσαν να δώσεις μια συμβουλή σ' έναν πολύ νέο καλλιτέχνη, ποια θα ήταν;

Δίνω συμβουλές μόνο όταν μπορώ να πάρω και εγώ μια σε αντάλλαγμα.