Ξαφνικά. Και ενώ βιώνεις ανυποψίαστος την καθημερινότητά σου, έρχεται η στιγμή, ύπουλη, και σε λογχίζει.

Κατακαλόκαιρο, κολυμπάς στην παραλία και ο διάβολος σε βάζει να δεις κοντά σου έναν άντρα πολύ νεότερό σου, όμορφο, χαρούμενο και γεμάτο ζωή.

Άντε μετά να συμμαζέψεις τον νου σου. Άντε να καταλάβεις πώς αντιδρά και να αυτοκυριαρχηθείς.

Διότι το βλέπεις καθαρά ότι ο άντρας που κολυμπάει δίπλα σου σού μοιάζει, και όχι απλώς σου μοιάζει, αλλά πως είναι ίδιος, ολόιδιος με σένα, ο σωσίας σου. Καταλήγεις να πιστέψεις πως θα σωθείς μόνο άμα εκείνος εξαφανισθεί. Αφού, ενόσω υπάρχει αυτός, εσύ περισσεύεις.

Παράλογη βέβαια ιδέα και σκέψη, αλλά ο πανικός δεν περπατάει στα μονοπάτια της λογικής. Ούτε χειραγωγείται όποτε το αποφασίσεις. Γι' αυτόν το λόγο σχεδιάζει ο αφηγητής έναν φαινομενικά αναίτιο φόνο. Επειδή συνειδητοποιεί, απροσδόκητα, ότι τα καλύτερα χρόνια του έχουν περάσει, και θέλει άρον-άρον να γυρίσει τη ζωή του είκοσι χρόνια πίσω, όσο και ο άντρας που κολυμπάει κοντά του, να τον υποκαταστήσει. Επιζητεί έτσι να αλλάξει απόλυτα ζωή και να ζήσει απ' αρχής τα χρόνια εκείνα που του έφυγαν, αδικαίωτα.

Η ιδέα είναι δηλαδή σαν την αρρώστια. Σε μολύνει ανεπαίσθητα και γρήγορα, σε κατακυριεύει. Η νοσηρή σκέψη, ας την πούμε στην προκειμένη περίπτωση ζήλεια, παίρνει μέσα σου ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Τότε, ή θα τρελαθείς ή θα σπεύσεις, όσο πιο γρήγορα μπορείς, να της δώσεις φόρμα, για να απαλλαγείς απ' αυτήν, αν όχι αμετάκλητα, τουλάχιστον προσωρινά.

Έτσι ξεκινά η καλλιτεχνική υποστασιοποίησή της. Αναπολείς τη ζωή σου όλη, κάνεις έναν αναγκαστικό απολογισμό. Και βγαίνεις μείον.

Μια ιστορία μόνον μπορεί να σε σώσει. Γι' αυτό καταφεύγεις στη γραφή. Για τη συγκρότηση μιας άλλης εκδοχής των πραγμάτων, παρηγορητικής. Πρέπει, οπωσδήποτε, να πεισθείς τώρα και να πείσεις.

Γράφω, οιστρήλατος, μια ιστορία. Με πλοκή, ένταση αντίστοιχη αυτής που βιώνω, στην ξαφνική συνειδητοποίηση ότι έχω, αναίτια, μεγαλώσει. Η ιστορία φτάνει στις 400 σελίδες. Αμέσως αρχίζει η επίμονη προσπάθεια της αποκάθαρσής της. Να βγει το καταστάλαγμα, το μεδούλι της. Ο ουσιώδης λόγος.

Κοσκινίζω το πρώτο κείμενο, φεύγουν οι συναισθηματισμοί. Οι άστοχες σκέψεις, οι γλωσσικοί ακκισμοί. Περιστέλλεται ο αυθορμητισμός και ο ναρκισσισμός μου. Τυραννιέται ο εαυτός να φτάσει στα άκρα του, τεντώνεται. Πασχίζει να ιχνηλατήσει και να καταδείξει σε όλους τι φταίει. «Να φωτίσω τις αιτίες που μ' αφήνανε μισό». Η ιστορία φτάνει έτσι στις 179 σελίδες.

Η απεμπλοκή σου από το πρωταρχικό αυτό βίωμα αναδεικνύει την καινούργια αλήθεια σου. Το νέο εαυτό σου. Γιατί, μετά από την αφήγηση και την ιστορία σου, ένας άλλος εαυτός γεννιέται. Που δεν είναι πια ο ίδιος με τον προηγούμενο, που δεν του μοιάζει. Και χωρίς σωσίες θα μπορέσεις πλέον να ζήσεις ανέμελα μέχρι να σε μολύνει ξανά μια άλλη ιδέα, κάποια σάπια σκέψη, μέχρις ότου, δηλαδή, αποτολμήσεις να δεις γύρω σου ό,τι δεν πρέπει να δεις και δεν μπορείς ν' αντέξεις. Την ομορφιά εννοώ.

Αποδέχεσαι, προς το παρόν, τη νέα πραγματικότητά σου. Τη νέα εκδοχή των πραγμάτων. Αυτό επιτυγχάνεις με τη γραφή. Να μεταστοιχειώσεις την πραγματικότητα, να την αλλάξεις. Να τη φέρεις στα μέτρα σου.

Έχεις πια πλάσει μιαν απαλή, μια διαυγή ιστορία με ρυθμό, με ελαφρότητα, με το προσωπικό σου ύφος. Το σήμα σου. Αυτήν προσφέρεις με ταπεινότητα και φόβο μαζί. Και θα 'θελες, για να δικαιολογηθείς, να θυμίσεις τα λόγια του Μπεράτη: «Κανείς δεν μπορεί να ξέρει πόσο πολύ παιδεύτηκα για να φαίνεται ότι δεν παιδεύτηκα καθόλου». Για να μη νομίσει ο αναγνώστης ότι η ιστορία σου είναι προϊόν ευκολίας.