Η μάνα μου είναι η συγγραφέας Ευγενία Φακίνου. Είναι αστείο διότι σπάνια κάνουν το συνειρμό, δεν περιμένουν να είμαι εγώ ο γιoς της Φακίνου.

Στο σχολείο ήμασταν μια παρέα παιδιών που πάνω από όλα μάς ένωνε η αγάπη για τη μουσική. Αγοράζαμε μανιωδώς δίσκους και εκδίδαμε ένα μουσικό φανζίν που λεγόταν «After Life», για το οποίο παίρναμε συνεντεύξεις από underground συγκροτήματα της εποχής. Στέλναμε τις ερωτήσεις ταχυδρομικώς και με αυτό τον τρόπο μάς απαντούσαν. Η πιο γνωστή μπάντα που είχαμε πάρει συνέντευξη ήταν οι Concrete Blonde. Όταν πήραμε τις απαντήσεις τους πανηγυρίζαμε. Σημειωτέον ότι το φανζίν ήταν γραμμένο στα αγγλικά.

Κάποια στιγμή ξεκινήσαμε να κάνουμε εκπομπή σε έναν πειρατικό ραδιοφωνικό σταθμό που υπήρχε στη γειτονιά μας, στο Χαλάνδρι. Είχε μηχανήματα ένας παλιός ερασιτέχνης και κάθε Παρασκευή, μετά το σχολείο, πηγαίναμε εκεί. Μας άκουγαν όλοι οι συμμαθητές μας. Μεγάλη επιτυχία - ειδικά στις συμμαθήτριες. Μέσα από τον πειρατικό σταθμό διοργάνωσα και το πρώτο μου πάρτι στο ξενοδοχείο President, στα δεκαπέντε μου.

Ένα χρόνο αργότερα έπιασα την πρώτη μου δουλειά, παράλληλα με το σχολείο. Έκανα τη μουσική επιμέλεια στα Κακά Παιδιά (Λάλας - Ταγματάρχης). Αργότερα είχα δική μου εκπομπή στον Ωχ FM, μέχρι που «τα σπάσαμε» με τους ανθρώπους του σταθμού, οπότε και σταμάτησα το ραδιόφωνο μια για πάντα. Άλλωστε, δεν με ενδιέφερε καθόλου.

Το πρώτο μου επαγγελματικό djing το έκανα το ‘93 και από τότε παίζω μουσική non stop. Ήταν στο Next, το οποίο εν συνεχεία έγινε Underworld, το 2005. Η πρώτη φορά που έπαιξα εκεί ήταν βουτιά στα βαθιά. Είχε 600 άτομα κοινό και είχα χεστεί πάνω μου, αλλά τα κατάφερα, νομίζω. Ήταν πάντως αποκάλυψη για μένα. Έβλεπα τις αντιδράσεις του κόσμου ακριβώς εκεί μπροστά μου. Τελικά, είναι ιδανικό συναίσθημα να βλέπω τον κόσμο να περνάει καλά όταν παίζω μουσική. Αυτό είναι η επιβεβαίωσή μου.

Έχω περάσει πολύ δύσκολες μέρες κάνοντας αυτή τη δουλειά, αλλά τις ξεπέρασα γιατί κάπως έπρεπε να ζήσω. Δεν κάνω την πλάκα μου, όπως νομίζουν πολλοί, ούτε έχω και δεύτερη δουλειά, όπως κάνουν άλλοι. Αυτή είναι η μόνη δουλειά μου.

Τη μέρα νιώθω ότι δουλεύω σε γραφείο. Μιλάω με promoters, περφόρμερ, κλείνω καλλιτέχνες. Είναι μια full-time δουλειά. Υπάρχει μια προεργασία πίσω από την κάθε βραδιά που διοργανώνω.

Είμαι τρομερά αφοσιωμένος σε αυτό που κάνω και αυτό είναι που αντιλαμβάνεται και ο κόσμος. Ότι δηλαδή είμαι ειλικρινής στις προθέσεις μου.

Υπάρχει αυτό το στερεότυπο, ότι οι άνθρωποι της νύχτας είναι απαραίτητα μέσα στα ναρκωτικά, τα όπλα και τις παρανομίες. Αυτό μού φαίνεται αστείο. Καμία σχέση.

Πριν το Ίντερνετ δεν είχες κανένα εργαλείο για να προωθήσεις και να υποστηρίξεις τη δουλειά σου. Έπρεπε να βασίζεσαι σε άλλους για να βοηθηθείς. Τώρα δεν χρειάζεσαι τίποτα. Φτιάχνεις δικό σου Μyspace, δικό σου μπλογκ, δικό σου site και καθάρισες. Μπορείς να προωθήσεις τη δουλειά σου και τα οράματά σου μόνος σου, εφόσον το όλο θέμα έγινε τελείως DIY.

Το Second Skin είναι ένα μαγαζί για άτομα συνειδητοποιημένα σχετικά με αυτό που έρχονται να ακούσουν και να δουν. Τα φετιχιστικά σόου και τα «ιδιαίτερα» ντυσίματα είναι μέρος της τελετουργίας.

Σκάνε μύτη βέβαια και πολλοί περίεργοι. Μια φορά ήρθε ένας τύπος ντυμένος Αϊ-Βασίλης και σε κάποια φάση τα έβγαλε όλα και κυκλοφορούσε έτσι, γυμνός, ανάμεσα στον κόσμο. Στην αρχή δεν του είπαμε τίποτα, αλλά, όταν αργότερα άρχισε να πειράζει και να βάζει χέρι, του την είπαμε. Τα αντιμετωπίζουμε όλα αυτά με ψυχραιμία.

Νιώθω ότι θα παίζω για πάντα μουσική, όσο ουτοπικό και να ακούγεται αυτό. Ποτέ δεν ένιωσα ότι το djing μού στέρησε κάτι, διότι, πολύ απλά, ποτέ δεν στενοχωρήθηκα που κάθε Σαββατόβραδο ή κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς είχα να παίζω σε κάποιο μαγαζί.

Αυτό που με έχει διδάξει η ζωή είναι ότι με τη συγκεκριμένη δουλειά δεν μπορώ να έχω μια φυσιολογική σχέση. Άσε που μου αρέσει να είμαι μόνος μου - δεν μου πάνε οι longtime σχέσεις. Έχω φάει μπουνιές από γκόμενα, μια άλλη με περίμενε με το ρόπαλο έξω από το σπίτι μου ή, σε άλλη φάση, εμφανίστηκε κάποια, που ήρθε και μου πέταξε όλα τα CD κάτω, καθώς έπαιζα μουσική. Γι' αυτό σου λέω, δεν κάνω για σχέση.

Μου είχε πει σε κάποια φάση η μάνα μου, που την είχαν καλέσει σε μια εκδήλωση για τα 30 χρόνια της Τενεκεδούπολης: «Βρε αγόρι μου έλα μαζί μου, αλλά, σε παρακαλώ, μη βάλεις eye liner». Δεν έβαλα. Κι πατέρας μου μού λέει: «Τι το ήθελες το κραγιόν!» ή «Γιατί έβαψες τα νύχια των ποδιών σου;» και τέτοια. Με τον καιρό όμως τη συνηθίζουν την εμφάνισή μου.