Η περιπέτειά μου στο χώρο των Γραμμάτων άρχισε με την ποίηση, όταν ήμουν δεκατριών ετών. Πρωτοδημοσίευσα ποιήματά μου στα εικοσιένα μου, στα περιοδικά «Δωδέκατη ώρα» και «Νέα Εστία». Από το 1966 έως το 2006 εξέδωσα δώδεκα ποιητικά βιβλία. Η πρώτη πεζογραφική απόπειρά μου έγινε το 1983, με το βιβλίο Ιστορίες μιας παλιάς εποχής που δεν ήρθε ακόμα (εκδ. Αιγόκερως). Επρόκειτο για κείμενα που, επειδή αδυνατούσα να τα πυκνώσω, ώστε να γίνουν ποιήματα, τα ανέπτυξα περαιτέρω και γίνανε μικρά πεζογραφήματα. Η πρώτη σοβαρή πεζογραφική μου απόπεια έγινε το 2006 με το Όντα και μη Όντα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης (βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω», 2007), που το διαδέχτηκε την επόμενη χρονιά το Περί αγγέλων και δαιμόνων από τις ίδιες εκδόσεις.

Είχε πλέον για τα καλά εγκατασταθεί μέσα μου ο δαίμων της πεζογραφίας. Έτσι, το 2008 ακολούθησε το Οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες. Βέβαια, όταν μιλάμε για πεζογραφία, πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου ότι πρόκειται για πεζά κείμενα γραμμένα από ποιητή. Ο λόγος πρέπει, συνεπώς, να ρέει απρόσκοπτα, μουσικά, οι συλλαβές των προτάσεων να είναι ζυγισμένες και μετρημένες με ακρίβεια, ενίοτε μάλιστα (χάριν παιδιάς ή ειρωνείας) να υπάρχουν μέτρο και εσωτερικές ομοιοκαταληξίες. Η χρήση επίσης συνηχήσεων, παρηχήσεων, ομόηχων λέξεων και επαναλήψεων είναι απαραίτητη. Όσο για τη μεταφορά, αυτή πρέπει κυριολεκτικά να πρωταγωνιστεί.

Το Οριζόντιο ύψος συμπληρώνει το τρίπτυχο που ξεκίνησε με τα δύο προηγούμενα βιβλία. Και οι τρεις αυτές συλλογές αφηγημάτων, όπως και ολόκληρο το ποιητικό έργο μου, συνέχονται από μια κοινή, κεντρική ραχοκοκκαλιά, την υπαρξιακή αγωνία, και βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση με τον θάνατο, όπως θα ήθελε και ο Octavio Paz. Επειδή ωστόσο είχε πολύ βαρυνθεί η ψυχή μου, αποφάσισα ότι χρειαζόμουν μιαν αναψυχή. Δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται στον παλιμπαιδισμό της ηλικίας (κοντεύω να κλείσω τα εξήντα έξι), αλλά, ξαφνικά, ένιωσα τη βαθύτατη ανάγκη για παραμυθία, για παρηγοριά. Εκεί επάνω ξανάρθανε στη σκέψη μου οι στίχοι του Σεφέρη (Τελευταίος σταθμός, στ. 83-86, από τη συλλογή Ημερολόγιο Καταστρώματος, Β’):

Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει̇

Αυτοί οι στίχοι ήταν το έναυσμα για τη γραφή του Οριζόντιου ύψους, όπου η αμίλητη φρίκη αντιμετωπίζεται με τα μόνα αποτελεσματικά όπλα που διαθέτει ο άνθρωπος: το όνειρο και το χιούμορ. Για τη συνέχεια, ωστόσο, χρειαζόμουν έναν μπούσουλα, κι αυτόν μου τον έδωσε ένας γέροντας στην ακροποταμιά, εδώ, λίγο πιο πέρα από το σπίτι μου, που τον άκουσα ένα απόβραδο να μουρμουρίζει, σαν προσευχή (Ένας γέροντας στην ακροποταμιά, στ. 16, ό.π.):

Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Εκείνου του δόθηκε· ελπίζω να δόθηκε και σε μένα.