Η βιογραφία αυτή είναι μια πρόφαση. Θέλησα να γράψω ένα σχόλιο πάνω στον έρωτα του Οιδίποδα για τη μητέρα του: Δεν μοιάζει σε τίποτα με αυτόν του Ρωμαίου για την Ιουλιέτα. Δεν μυρίζει φρέσκο χόρτο. Δεν είναι ευχάριστος. Είναι το γλίστριμα πάνω στο αίμα ενός παλιού τραύματος.

Αν ο Οιδίποδας δεν παντρευόταν συμπωματικά την Ιοκάστη, θα είχε και πάλι αναζητήσει την αγάπη κάποιας άλλης εξίσου ικανής να παραδώσει το γιο της στο θάνατο.

Η Μπαρμπαρά, τη δεκαετία του '60, υπήρξε για πολλούς νέους η σκοτεινή μητέρα του Οιδίποδα. Ένας παγωμένος πυρετός παρέλυε τη ραχοκοκαλιά και άναβε το αίμα τους. Τι περίμεναν; Αν τους ρωτούσες, θα απαντούσαν «την ίαση». «Ο τρώσας και ιάσεται» λέει ο αρχαίος χρησμός. Έτσι η επιθυμία όλων ήταν να γονατίσει η Θηβαία βασίλισσα για να δροσίσει με δάκρυα μετάνοιας τους μελανιασμένους αστραγάλους.

Στη βιογραφία υπάρχουν γράμματα μίσους, ικεσίας, σαρκασμού, γράμματα με νύχια που γδέρνουν και άλλα με παλάμες που εκλιπαρούν. Όλα ωστόσο ζητούν από την τραγουδίστρια να επανορθώσει, έστω και «εν εταίρα μορφή» τα σφάλματα της φυσικής τους μητέρας.

Να γίνει δηλαδή καλή. Αν αυτό το πετύχουν, σώθηκαν. Αλλιώς θα μείνουν για πάντα στο κρεβάτι, προσδοκώντας ανέλπιδα την «καληνύχτα» της. Το μάγουλο τους δεν θα αναπαυτεί ποτέ πάνω στην πουπουλένια ευλογία του ύπνου, αλλά θα ξαγρυπνάν με τα αυτιά τσιτωμένα για τα βήματά της στο διάδρομο.

Να όμως που, στο τέλος της ιστορίας, η Μπαρμπαρά όντως επισκέπτεται ένα τέτοιο κρεβάτι: βρίσκεται στο θάλαμο κάποιου νοσοκομείου και κει είναι ξαπλωμένος ένας ασθενής του Aids. Εκείνη σκύβει από πάνω του ιδανικά μητρική και του χαϊδεύει το μέτωπο. Έχει μεταμορφωθεί! Αυτό σημαίνει πως το άρρωστο αγόρι μπορεί τώρα να ψελλίσει ήρεμα το «νυν απολύεις».

Όμως «ποιος είπε πως ο άνθρωπος θέλει την ευτυχία του;».

«Όχι και πάλι όχι, εξανίσταται ο άρρωστος από το ακάνθινο μαξιλάρι του. Σας προτιμώ όπως ήσασταν».

Κάποτε είχε στείλει κι αυτός στους έρωτές του αναρίθμητες επιστολές, ζητώντας τους να γίνουν καλύτεροι. Τι ανοησία! Τώρα καταλαβαίνει πως «όποιος γεννήθηκε με τα σημάδια του Οιδίποδα, ερωτεύεται μόνο όταν ανθίζει το αίμα στα πόδια του». Και καθώς τις άλλες ώρες είναι λυπημένος σαν πτώμα, ανάμεσα στη λάβα και την τέφρα, προτιμά -είναι βέβαιο- τη ζωντανή φλόγα της κόλασης.

Πεθαίνοντας νομίζω πως τον ακούω να ψιθυρίζει μια συμβουλή: «Πάψτε να γκρινιάζετε με αυτά που σας συμβαίνουν. Πιστέψτε με, είναι ό,τι καλύτερο».