Βρέθηκε ο κάλος και πατήθηκε. Επιτέλους το συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα έκανε μπίνγκο μετά από πολλά χρόνια. Έκλεισε το Χρηματιστήριο, πάγωσε ο δείκτης και κάποιοι μιλούσαν για διεθνές ρεζιλίκι. Υπάρχουν όμως και άλλοι (χωρίς δημόσια φωνή) που νιώθουν εθνική υπερηφάνεια, ευελπιστούν σε μια επανάληψη και κάπου στην άκρη του μυαλού τους ονειρεύονται πολλαπλάσια δεινά στη χρηματοπιστωτική αγορά, την εγχώρια και την παγκόσμια. Δεν ξέρω τι εννοούσαν οι αναλυτές και οι διάφοροι τηλεδημοσιογράφοι όταν έλεγαν ότι «γίναμε ρόμπα στην υφήλιο», ξέρω όμως ότι αυτά τα αισθήματα τρέφουν όσοι κάνουν υπερτροφία από αυτό το σύστημα. Είναι όλοι εκείνοι που έχουν ετήσιο εισόδημα πάνω από 300.000, που εν ολίγοις πληρώνουν για λογαριασμό κινητού περισσότερα από ένα μισθό υπαλλήλου τραπέζης. Είναι όλοι εκείνοι που κοιτούν με απαξία το πλήθος που τους υπηρετεί, που θεωρούν ότι όσοι αμείβονται με 600 ευρώ τόσα αξίζουν γιατί δεν τους κόβει, που θα απέλυαν δεκάδες εργαζόμενους ελαφρά τη καρδία προκειμένου να εξυγιανθεί μια επιχείρηση.

Οι εργαζόμενοι και ο συνδικαλισμός έχουν μία και μόνο σχέση με το σκληρό καπιταλιστικό σύστημα που σκληραίνει ολοένα τα τελευταία χρόνια. Είναι μια σχέση εχθρότητας, και μόνο αν φτάσουν τα πράγματα στα άκρα υπάρχει ελπίδα να πάρουν ανάσα η μεσαία και η εργατική τάξη. Η αναστάτωση που προκλήθηκε από την απεργία στην Τράπεζα της Ελλάδας δεν ήταν προβλέψιμη, αλλά είναι αξιοποιήσιμη. Δεν υπάρχει λόγος να γίνονται παραδοσιακές κινητοποιήσεις. Οι πορείες είναι μάταιες: Κόσμος πάει κι έρχεται και κανενός δεν ιδρώνει το αφτί του. Οι στάσεις εργασίας και οι μονοήμερες απεργίες το μόνο που πετυχαίνουν είναι να συμπιέσουν τη δουλειά στις υπόλοιπες μέρες της εβδομάδας. Άλλες επιλογές απλά θίγουν το συμπολίτη χωρίς να χτυπούν εκεί που πρέπει. Για παράδειγμα, ακόμη κι αν συμφωνούμε με τους απεργούς της Ολυμπιακής, είναι αδύνατον να μην τους μπινελικώσουμε αν βρεθούμε στο αεροδρόμιο πασχαλιάτικα, να χάνουμε το τετραήμερο, να χάνουμε τα λεφτά του εισιτηρίου και του ξενοδοχείου ενόσω ο Κ. Χατζηδάκης κάπου θα λιάζεται.

Ο νέος συνδικαλισμός πρέπει να έχει και μια σύγχρονη βιαιότητα. Δεν έχει νόημα να παίζεις ξύλο με τα ΜΑΤ όταν μπορείς να αξιοποιήσεις εναλλακτικούς τρόπους αντίδρασης και μάλιστα με συγκεκριμένη στόχευση. Το κλείσιμο του Χρηματιστηρίου θα πρέπει να δώσει ιδέες για μια σειρά ανάλογων αντιδράσεων, όπως το να παγώσουν ηλεκτρονικά όλες αυτές οι τράπεζες που κάθε χρόνο διπλασιάζουν τα κέρδη τους, αλλά ενοικιάζουν υπαλλήλους από άλλες εταιρείες προκειμένου να γλιτώσουν ασφαλιστικές εισφορές και λοιπές δεσμεύσεις. 

Για τους συνδικαλιστές υπάρχει πρόβλημα: Οι εχθροί είναι δυο. Πέρα από μέτωπο εργοδοσίας/ κυβέρνησης, υπάρχει και η πλεμπάγια των ψευδαισθήσεων. Σε αυτήν ανήκουν όσοι αγόρασαν ακριβό αυτοκίνητο με 80 άτοκες δόσεις, όσοι τζογάρουν κανά χιλιαρικάκι στο Χρηματιστήριο ή εκείνοι που επειδή κατάφεραν να αγοράσουν ακριβά παπούτσια νομίζουν πως έγιναν μεγαλοαστοί. Άρα το πιο δύσκολο σε αυτή την υπόθεση είναι να πείσεις ότι ζούμε μια μπάσταρδη ευημερία άλλως σε συνθήκες εξευγενισμένης φτώχειας.