Οι πιο έντονες εικόνες της Τίλντα Σουίντον που μου έρχονται στο μυαλό δεν προέρχονται κατ' αρχήν από το σινεμά - το Μάικλ Κλέιτον, την ταινία για την οποία πήρε το Όσκαρ, δεν το έχω δει καν. Την είχα δει όμως από κοντά (ή τέλος πάντων εκεί κάπου στο βάθος πίσω από κεφάλια) ως ωραία (πολύ ωραία, όπως πάντα) κοιμωμένη ή ως ζωντανό έκθεμα ή ως εγκατάσταση με σάρκα και οστά ή ως performance artist σε καταστολή ή ως οτιδήποτε τέλος πάντων, το 1995, στην γκαλερί Serpentine του Λονδίνου όπου πίσω από ένα γυάλινο θόλο βρισκόταν σε κοινή θέα οκτώ ώρες τη μέρα για μια ολόκληρη εβδομάδα. Η Τίλντα Σουίντον κοιμόταν ή έκανε ότι κοιμόταν σ' αυτό το έργο που είχε τίτλο «Το Ίσως», και όποιο κι αν ήταν το βαθύτερο concept, το θέαμα για κάποιο λόγο φαινόταν να ενσαρκώνει μια ιδέα του ηθοποιού σαν «εμάς» όχι σαν «αυτούς», τους απόμακρους σταρ δηλαδή που μένουν εγκλωβισμένοι για πάντα σε μια celebrity τυπολογία. Και σίγουρα ταίριαζε πάρα πολύ στην ίδια την Κάθριν Ματίλντα Σουίντον που μοιάζει στις ταινίες της να λάμπει πάντα σε «συνθήκες εγκλεισμού» (κυριολεκτικά ή μεταφορικά). Δεν μιλούσε, δεν κουνιόταν. Απλά ήταν. Ένα γαλήνιο ζωντανό πορτρέτο που καθένας το παρατηρούσε με διαφορετικό βλέμμα.

Η άλλη εικόνα προέρχεται από το βίντεο των Orbital για το «The Box», όπου και πάλι είναι σαν να πλέει σε κατάσταση ύπνωσης ανάμεσα στις γκρίζες αποχρώσεις της μεγαλούπολης ενώ την καταδιώκουν οι κάμερες. Υπνωτική ομορφιά. Ένα μόνο από τα κλισέ στα οποία δίνει υπόσταση η μορφή της: χάρισμα, πολύτιμο glamour, «class», εξωτισμός, διακριτικός ανδρογυνισμός - όλα τα ωραία πράγματα...

Στην καριέρα της μοιάζει να εξερευνεί τα πιο λεπτά στοιχεία της γυναικείας εμπειρίας με μια ένταση πολύ σπάνια στη λαπαδιασμένη εποχή μας, ενώ συγχρόνως περνάει κάτω από τα επιφανειακά ραντάρ των hipsters, κάτι που μάλλον δεν πρόκειται ν' αλλάξει αφού κοντεύει τα πενήντα (έλεος!). Και βέβαια κάνει τόσο καλά αυτό που οφείλουν υποτίθεται να κάνουν οι ηθοποιοί. Εξαφανίζεται στους ρόλους της για να αναδυθεί μετά, συχνά αγνώριστη (όπως στο Broken Flowers του Τζάρμους, εξαιρετική στο υποτιμημένο Deep End στο ρόλο μιας Αμερικανίδας νοικοκυράς, αυτή η αυθεντική αριστοκράτισσα, συμβολική στο Love is the Devil ως Μίριελ Μπέλχερ, η θρυλική λεσβία/ αδελφομάνα/ μοντέλο του Φράνσις Μπέικον και διαβόητη πατρόνα του υπόγειου χαμαιτυπείου The Colony Room ή απλά Muriel's στο Σόχο, όπου ξέρναγε κάθε βράδυ ασταμάτητα πανέξυπνες και βιτριολικές ατάκες, άψογη στα Χρονικά της Νάρνια (ο Άρχοντας των δαχτυλιδιών των φτωχών), απαραίτητη στο Adaptation, συγκλονιστική στο αδιέξοδο του χαρακτήρα της στο Young Adam... Ακόμα και στην πρόσφατη τελετή των Όσκαρ έμοιαζε από άλλο μυστηριώδη και γοητευτικό πλανήτη σε σχέση με τις άλλες σταρ της celebrity πασαρέλας. Θα μου πεις, ποιος ασχολείται με τα Όσκαρ τώρα, και δικαίως, αν σκεφτεί κανείς τις κατά καιρούς ακατανόητες και εκνευριστικές επιλογές. Απλά αναγνωρίζει κανείς την παροιμιώδη ανθεκτικότητα του θεσμού και πού και πού βρίσκει μια αφορμή για να πανηγυρίσει οπαδικά κάποια βράβευση, σαν να δικαιώνει η Ακαδημία το οριακό και ελιτίστικό του γούστο (τελευταία φορά που μου συνέβη αυτό πριν την προηγούμενη Κυριακή ήταν προ δεκαετίας περίπου, όταν πήρε Όσκαρ δεύτερου αντρικού ο συχωρεμένος ο Τζέιμς Κόμπερν, τη χρονιά που το μεγάλο Όσκαρ πήρε μια από τις πιο εμετικές και κακόγουστες και προσβλητικές ταινίες όλων των εποχών, το Η ζωή είναι ωραία του τρόμπα του Μπενίνι).

Η πρώτη ανάμνησή μου από την Τίλντα Σουίντον, όπως πολλών άλλων κάποιας ηλικίας, είναι βέβαια από τον Ορλάντο της Σάλι Πότερ όπου μεταμορφωνόταν κατά βούληση από αγόρι σε κορίτσι και μετά σε έργο τέχνης. Οι πιο προχωρημένοι βέβαια τη γνώριζαν από τις ταινίες του Ντέρεκ Τζάρμαν (Καραβάτζιο, Ο Κήπος, The Last of England, Εδουάρδος ΙΙ), εκεί που την είδαμε και οι υπόλοιποι εκ των υστέρων. Πώς αυτή η κόρη στρατηγού (και όχι κανενός καραβανά, αλλά αριστοκράτη με πιο πολλούς τίτλους ευγενείας κι από την Ελισάβετ) και συμμαθήτρια της Νταϊάνα Σπένσερ έγινε η «μούσα» του Τζάρμαν και στη συνέχεια μια από τις εντυπωσιακές γυναίκες του σύγχρονου σινεμά; Ρητορικό το ερώτημα.

Η Τίλντα Σουίντον είχε δηλώσει πριν μερικά χρόνια ότι δεν πιστεύει στο ρομαντισμό με την έννοια του να χάνεσαι στον άλλο και τέλος, πιστεύει όμως στη μοναξιά: «Η μοναξιά. Η μοναξιά είναι το ζήτημα. Η μοναξιά είναι το τελευταίο μεγάλο ταμπού. Αν δεν αποδεχτούμε τη μοναξιά, τότε ο καπιταλισμός κερδίζει το παιχνίδι με άνεση. Διότι όλο το κόλπο του καπιταλισμού είναι να πείθει τους ανθρώπους να ξεχνάνε, προσφέροντάς τους διαρκώς αντιπερισπασμούς, να τους παραμυθιάζει ότι μπορείς να το κάνεις καλύτερα. Δεν είναι αλήθεια όμως». Μάλιστα. Η Τίλντα Σουίντον μένει με τον άντρα και τα δύο της παιδιά μερικά χιλιόμετρα πάνω από το Ινβερνές στη Σκωτία - πιο πάνω δεν πάει, αλλιώς πέφτεις στην παγωμένη Βόρεια Θάλασσα. Εδώ και δύο χρόνια ακούγεται ότι θα υποδυόταν τη Nico στην κινηματογραφική βιογραφία της ψυχρής τευτονικής θεάς, αλλά το πρότζεκτ κάπου μοιάζει να σκάλωσε. Κρίμα...