Η πλατεία Συντάγματος στις αρχές της δεκαετίας του ’60 σε μια φωτογραφία από το αρχείο Διονύση  Άννινου που είδαμε στην έκθεση του Νίκου Βατόπουλου στην Ελληνοαμερικανική  Ένωση.
Η πλατεία Συντάγματος στις αρχές της δεκαετίας του ’60 σε μια φωτογραφία από το αρχείο Διονύση Άννινου που είδαμε στην έκθεση του Νίκου Βατόπουλου στην Ελληνοαμερικανική Ένωση.

 

Λίγο να φύγεις από την Αθήνα και τα πάντα μοιάζουν αλλιώς /

 

ήταν πάντα έτσι ή κάτι αλλάζει μέσα μου; /

 

κοινοτοπίες, θα πείτε, και σας ορκίζομαι ότι περίπου το ίδιο θα σκεφτόμουν κι εγώ /

 

όμως, τη φετινή άνοιξη (μισό χειμώνας, μισό άνοιξη) η ανάγκη να ξεφύγουμε από την πραγματικότητα επιταχύνει μέσα μας τη λύσσα της φυγής /

 

ποτέ δεν ήμουν από αυτούς που το σκάνε με το πρώτο τριήμερο /

 

ελεεινολογούσα όσους στριμώχνονταν στα πλοία και στα διόδια /

 

τι δυστυχία, αναλογιζόμουν, να επιλέγεις μια τόσο χαρούμενη κόλαση, ενώ η άδεια πόλη είναι εκεί και σε περιμένει /

 

αλλά δεν την αντέχω εύκολα πια την Αθήνα και σιγά-σιγά γίνομαι αυτό που κορόιδευα /

 

αργά το απόγευμα της Δευτέρας του Πάσχα, ένας από τους χιλιάδες στο κονβόι της μεγάλης επιστροφής, με πλημμύριζε μια παράξενη αίσθηση, ένιωθα αλώβητος: ούτε το άγριο μποτιλιάρισμα μετά την Κόρινθο δεν θα με έκανε να μετανιώσω γι' αυτές τις τρεις μέρες μακριά από την τοξική μαυρίλα της Αθήνας /

 

στο αυτοκίνητο, ένας φίλος από κοντινή επαρχία μού μιλάει για την αφόρητη πλήξη της μικρής του πόλης, πόσο πολύ ήθελε να ξεφύγει και να το σκάσει μια για πάντα «στην πρωτεύουσα» /

 

τον καταλαβαίνω, αλλά ακόμα κι εγώ, που η Αθήνα είναι κομμάτι από το δέρμα μου, ονειρεύομαι κάπου-κάπου έναν μικρό, γενέθλιο τόπο, λίγο πιο έξω, ένα μέρος που θα αισθάνομαι «δικό μου» και στο οποίο θα επιστρέφω /

 

αλλά είμαι καταδικασμένος αυτό το μέρος να είναι εδώ όπου γεννήθηκα και ζω /

 

κι ένα τόσο γλυκό απόγευμα, που ο ήλιος ζωγραφίζει τον Υμηττό μενεξεδί, δεν μπορώ να μη θυμηθώ τον Άγγελο Τερζάκη /

 

τα αγαπημένα βιβλία του Τερζάκη έχουν πολλή Αθήνα μέσα τους, η Μενεξεδένια Πολιτεία, γραμμένη τη δεκαετία του '30, είναι ένα πολύ «αθηναϊκό» μυθιστόρημα /

 

αντιγράφω από τη σελίδα 71 της κλασικής έκδοσης της Εστίας: «Από δω, το τέρμα, μπροστά στα σιδερένια κάγκελα που καθορίζουν τον "ιερό χώρο", στεκότανε και, πισωστρέφοντας, αγνάντευε την Αθήνα. Την κοίταζε απλωμένην ανάερα, απέραντη κι άσπρη, μέσα σε χνωτό χρυσαφί, να τεντώνεται με χάρη νωχελική νεαρής εταίρας. Το ξανθινό χνούδι της, άχνινο σα γύρη, τρέμιζε στον αέρα, κι ο ήλιος το κεντούσε με νήματα στραφταλιστά. Την κοίταζε, και συλλογιζόταν πόσο την αγαπούσε, δίχως προσποίηση αυτό, δίχως ρομαντισμό κανένα. Ο έρωτάς της σα να 'χει μπει στο αίμα του ασύνειδα, από χρόνια μακρινά, με την καθημερινή του την ανάσα. Την αγαπάει ήρεμα και μυστικά, με χαμογελαστή λατρεία, και νιώθει πως αν κάποτε αναγκαστεί να φύγει από δω, ο καημός της θα τον ακολουθήσει ασίγαστος παντού» /

 

είναι αστείο και μόνο να το σκεφτεί κανείς, αλλά αυτή η πλάγια ερωτική εξομολόγηση του ήρωα του Τερζάκη στην Αθήνα μού έφερε στο μυαλό μια πολύ πιο διάσημη σκηνή, αυτήν τη φορά από το σινεμά: το ασπρόμαυρο Μανχάταν του Γούντι Άλεν και τα πρώτα πλάνα της ταινίας, όπου ακούμε τη φωνή του ίδιου του σκηνοθέτη να προσπαθεί να βάλει σε λόγια τον έρωτά του για τη Νέα Υόρκη /

 

κι αν θέλετε κι άλλη Αθήνα από τον Τερζάκη, υπάρχει πάντα και η Μυστική Ζωή, πάντα από την Εστία.