1. Φρέαρ. Με ολοένα και πιο συγκροτημένη ύλη μας προσφέρεται το περιοδικό του Δημήτρη Αγγελή και της εκλεκτής συντροφιάς του, το «Φρέαρ», ήδη στο έκτο τεύχος του. Ο στοχασμός συναντάει την ποίηση, ο Στέλιος Ράμφος και ο Αλαίν Μπαντιού ανταμώνουν με τον Χρίστο Ρουμελιωτάκη και την Ούρσουλα Φωσκόλου. Δεσπόζει η Ζέφη Δαράκη με την εσκεμμένα απορρυθμισμένη θέαση του κατακερματισμένου κόσμου μας και με την παλλόμενη φιλοσοφική ευαισθησία της: «Πετιούνται από / δω από κει πετιούνται οι χειραψίες// Και μοναχοί τρεις στίχοι / με τα μάτια χυμένα σε λάμψη βαθιά / γυρνούν το πρόσωπο / μην τους αγγίξεις». Προβληματισμούς υψηλής εντάσεως που καλό είναι να συζητηθούν επειγόντως και ευρέως εκθέτει η πάντα ενδιαφέρουσα πένα της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη στο κείμενο «Ελληνική και Παγκόσμια Λογοτεχνία» (προδημοσίευση από το πόνημα Μικρό εγχειρίδιο λογοτεχνίας). «Στην Ελλάδα», τονίζει η Δεληγιώργη, «καθώς αμελούμε τη βαρύτητα της λογοτεχνίας, αναθέσαμε την υπόθεση στους δημοσιογράφους. Συγγραφείς όπως ο Μπέρνχαρντ, η Γέλινεκ, αλλά και άλλοι παλαιότεροι, όπως ο Μούζιλ ή ο Μπροχ, δεν είναι εύκολοι ούτε τόσο ευχάριστοι. Ο αναγνώστης δεν θα τους διάβαζε αν ήταν στο χέρι του να επιλέξει τα εύκολα. Αν όμως τους βρίσκει στις Εθνικές Βιβλιοθήκες κι αν τους διαβάζει, είναι με τη μεσολάβηση των κριτικών που αναδεικνύουν ποιοι συγγραφείς είναι το συμβολικό κεφάλαιο της χώρας τους. Στο Δουβλίνο, στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, εικονίζονται όλοι οι κλασικοί Ιρλανδοί συγγραφείς, από τον Τζόναθαν Σουίφτ ως τον Μπέκετ. Εμείς δεν βλέπουμε στις προθήκες των βιβλιοπωλείων μας τον Ροΐδη, τον Παπαδιαμάντη, τον Βιζυηνό, την Αξιώτη». Και καταλήγει, με μια διπλή επισήμανση/παρότρυνση: «Οι επαρχιακές κοινωνίες, κλειστές ακόμα και στον ίδιο τον εαυτό τους, βγάζουν μικρούς συγγραφείς και αποκλείουν αυτούς που, αν τους έστεργαν, θα μπορούσαν να γίνουν μεγάλοι, οικουμενικοί δηλαδή. Αλλά το ίδιο μικρόψυχες είναι και οι παγκοσμιοποιημένες κουλτούρες, που χωνεύουν αμάσητο τον κοσμοπολιτισμό ως αντίδοτο».

 

 

2. «Φαρφουλάς». Code name: Δημοσθένης Βουτυράς / Special χαρακτηριστικά: χιούμορ, αντισυμβατικότητα, γλέντια, υπαρξιστικός υπερλεξισμός, αντιδογματικός υπερρεαλισμός / Σούπερ εξώφυλλο: Richard Brautigan (τριάντα χρόνια από το Μεγάλο Φευγιό), ίσως πρώτη φορά γίνεται εξώφυλλο αυτός ο υπέροχα χαμηλότονος συγγραφέας και ποιητής / Μεγαλειώδες το Αφιέρωμα Αλητεία / Σελίδες 39-43: Λίαν διαφωτιστική έρευνα (ενίοτε και ξεκαρδιστική!) των Μπάμπη Κοσοβίτσα και Διαμαντή Καράβολα περί της αλητείας ως λήμματος στις ελληνικές εγκυκλοπαίδειες. Στο Κοινωνιολογικόν και Πολιτικόν Λεξικόν (Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Εκλαϊκεύσεως των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών επιστημών) της καθημερινής εφημερίδας «Ανεξάρτητος» (1938) διαβάζουμε το εξής νόστιμο: «Αλητείας και Αλητισμός: Το ομαδικόν φαινόμενον ανθρώπων εξαθλιωμένων. Έλαβε τρομακτικάς διαστάσεις εις την αρχαίαν Ρώμην, τον μεσαίωνα μέχρι προ των αρχών του βιομηχανισμού και είναι γνωστόν με την λέξιν παουπερίσμους (pauperismus) και με τας λέξεις μιζεραμπιλίσμ και λουμπενπρολεταριάτ εις την νεωτέραν εποχήν [...] Οικονομικώς, ο αλητισμός περιλαμβάνει τας ακαθορίστους και πάντοτε αβεβαίας οικονομικής υποστάσεως ομάδας πληθυσμού, αι οποίαι δεν αποζούν από ωρισμένην και σταθεράν τινά πρόσοδον. Αύται, λόγω της διαρκούς των παραζάλης μέσα εις την κατάστασιν την προϊούσης εξαθλιώσεως, ευρίσκονται πάντοτε και εις ψυχολογικήν έντασιν που γεμίζει αγωνίαν και παραισθήσεις τα πάντα [...] Δι' αυτό ο αλητισμός θεωρείται κοινωνική πληγή και μάλιστα επικίνδυνος [...] Ο αλητισμός είναι πάνθεον διά την ατομικήν και κοινωνικήν ψυχολογίαν, δεδομένου ότι είναι πνευματικώς και ψυχικώς αθεμελίωτος ή ξεριζωμένος και δεν έχει ή δεν αναγνωρίζει προορισμόν εις τον εαυτόν του, ή έννοιαν εις τη ζωήν του, ζη μοιραίως και τυχαίως εκ των προσευχόντων ή επαιτών και συνεπώς δεν παραδέχεται ιδανικά ή τακτοποιημένην ζωήν» / Εύγε, και πάλι εύγε, στους εκδότες του «Φαρφουλά» τον οποίο βρίσκετε στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων, Μαυρομιχάλη 18, στο κέντρο της Αθήνας, και επίσης στο www.farfoulas.gr.

 

radiobookspotting.blogspot.gr/