Η Σάρα Κέιν (1971-1999) πρωτοεμφανίστηκε στη σκηνή με το Blasted το 1995 και έως το 1998 είχε γράψει το Phaedra’s Love, το Cleansed, το Crave και το 4,48 Psychosis (που παρουσιάστηκε στο θέατρο το 2000 – μετά την αυτοκτονία της). Σε αυτό το μικρό σώμα κειμένων έχει «γράψει» τη ζωή της και μέσα απ’ αυτό υπερέβη τα όρια της ζωής της: έγινε η πρώτη «κλασική» του 21ου αι. Γιατί με τα έργα της Κέιν θα ασχολούμαστε ξανά και ξανά, όπως συμβαίνει μόνο με τους μεγάλους συγγραφείς και το σημαντικό θέατρο, προσπαθώντας να φωτίσουμε το μυστήριο που αποτελούν – αν τα καταφέρουμε, θα μπορέσουμε να πούμε ότι λύσαμε το αίνιγμα της ύπαρξης, θα έχουμε βρει την απάντηση στο μείζον ερώτημα: γιατί αξίζει να ζει κανείς, προσπαθώντας μάταια να ισορροπήσει τον ανεξάντλητο πόθο της ζωής με τη φρίκη του να υπάρχεις.

 

Στα έργα της αίρεται η συμβατική σχέση μεταξύ θέματος, πλοκής, δομής. Η ίδια έδωσε κάποιες «ερμηνευτικές» κατευθύνσεις, που όμως περιπλέκουν ακόμα περισσότερο την ερμηνευτική τους προσέγγιση – είναι το Βlasted ένα έργο για την ελπίδα, το Phaedra’s Love για την πίστη και το Cleansed για την αγάπη; Μα, τότε, πώς, πάλι η ίδια, συνέδεσε το Blasted με τον πόλεμο στη Βοσνία, με τις χιλιάδες γυναίκες που βιάστηκαν κατά τη διάρκειά του και με τον παραλογισμό οι τερατωδίες που διαπράττουν οι άνδρες να είναι αποδεκτές «εν καιρώ πολέμου»;

H βία που κυριαρχεί στο Phaedra’s Love τρομοκράτησε ακόμη και τον Χάρολντ Πίντερ. Κι όμως, πραγματευόμενη τον αρχαίο μύθο και το έργο του Σενέκα, προχώρησε σε καίρια σχόλια για το ψυχικό κενό και τη συναισθηματική αναπηρία από την οποία υποφέρει ο σύγχρονος άνθρωπος. Τα πάθη κι οι διαστροφές της βασιλικής οικογένειας στο έργο της αποτελούν εκφάνσεις της απάθειας, μιας εσωτερικής ερήμωσης που μοιραία οδηγεί στην καταστροφή και στον θάνατο.

 

Kι αν θέλεις να πλησιάσεις το Cleansed δεν μπορείς να παραβλέψεις αυτό που η ίδια η Κέιν είπε, ότι μέσα της «δούλευε» επίμονα μια φράση του Ρολάν Μπαρτ, ότι το να είσαι ερωτευμένος χωρίς ανταπόκριση συγκρίνεται με την κατάσταση ενός έγκλειστου στο Νταχάου. Επιπλέον, πρέπει να βρεις απάντηση για τη σκηνική οδηγία που τοποθετεί τη δράση του Cleansed στον «περίβολο ενός πανεπιστημίου». Προφανώς, η υπόδειξη έχει να κάνει με τη λειτουργία της ψυχιατρικής ως μηχανισμού κοινωνικού ελέγχου και «κανονικοποίησης», όπως έδειξε ο Μισέλ Φουκώ και η ίδια καταδίκασε με τον τρόπο της στο 4,48 Psychosis, αναφερόμενη στις προσωπικές της εμπειρίες από το ψυχιατρικό νοσοκομείο Μaudsley ή το πανεπιστημιακό King’s College Hospital στο Λονδίνο. «Σε παρακαλώ. Μην κλείνεις τον διακόπτη του μυαλού μου προσπαθώντας να με κάνεις κανονική» γράφει σπαρακτικά, και πιο κάτω: «Οk, let’s do it, ας μπούμε στα φάρμακα, ας κάνουμε τη χημική λοβοτομή, ας διακόψουμε τις ανώτερες λειτουργίες του εγκεφάλου μου και –ποιος ξέρει, γαμώτο– ίσως τότε γίνω λίγο πιο ικανή να ζήσω». Βίωσε την έσχατη αντίφαση, εκείνη που είδε τα πάντα, «άρρωστη» σ’ έναν κόσμο όπου τα πάντα ρυθμίζει «η χρόνια παράνοια των λογικών».

 

Kατά όχι και τόσο περίεργο τρόπο το θέατρο της Κέιν παραπέμπει ευθέως στον Αντόρνο και στις εισαγωγικές προτάσεις της Διαλεκτικής του Διαφωτισμού του, όπου επισημαίνει ότι στον διαφωτισμένο κόσμο μας «ακτινοβολεί ο θρίαμβος της καταστροφής». Και σε ’κείνη τη σκέψη του ότι «Το να γράψεις έστω και ένα ποίημα μετά το Άουσβιτς είναι βάρβαρο», που πάντως αργότερα ο ίδιος διόρθωσε, λέγοντας ότι το δικαίωμα της έκφρασης παραμένει όσο δεν τελειώνει ο άνθρωπος με τον πόνο, κι όσο υπάρχουν άνθρωποι που βασανίζονται. Δεν είναι τυχαίο που αγάπησαν τη Σάρα Κέιν πιο πολύ στην Γερμανία παρά στη χώρα της.

 

Στα έργα της το πολιτικό και το υπαρξιακό δένουν αξεδιάλυτα, και μάλιστα σε δομές που ακυρώνουν τα ασφαλή δραματουργικά πλαίσια. Η Κέιν θέλησε να ταρακουνήσει τη βαθιά εμπορευματοποιημένη αγγλική σκηνή και το «πολιτισμένο» θεατρόφιλο κοινό της με έργα ακραίας βίας, που όμως ανακαλούν ευθέως την περήφανη παράδοση του αγγλικού θεάτρου (τις αγριότητες του σαιξπηρικού Τίτου Ανδρόνικου, φερ’ ειπείν, ή τις αιμοσταγείς τραγωδίες της ιακωβίνικης περιόδου). Μπόρεσε να το κάνει όχι μόνο λόγω του μοναδικού συγγραφικού της δαιμόνιου αλλά και γιατί ήταν η πιο διαβασμένη συγγραφέας της γενιάς της και η διακειμενικότητα, οι αναφορές σε πλήθος κειμένων και συγγραφέων, είναι ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει τη δραματουργία της (χαρακτηριστικό παράδειγμα το Crave).

 

Επιπλέον, είχε την τόλμη να προτείνει και να αντιπαρατεθεί. Κάθε έργο της είναι ένα πείραμα σε μια καινούργια δομική κατεύθυνση, αλλά με μια γλώσσα υψηλής ποιητικής αξίας. Το restless που έκαιγε το είναι της εκφράστηκε μέσα από την πίστη της ότι στο θέατρο τίποτα δεν απαγορευμένο και ότι καμιά καλλιτεχνική έκφραση δεν είναι τόσο ομιλητική, γι’ αυτό πολύτιμη, όσο η σκηνική. Ας πούμε τα ανείπωτα, λοιπόν, κι όποιος αντέξει. Εκείνη δεν άντεξε. Αλλά πριν βάλει τέρμα στη ζωή της, έγραψε ένα συγκλονιστικό κείμενο που εξηγεί γιατί δεν μπορούσε να ζήσει άλλο, διαυγής αποτύπωση του σχίσματος του μυαλού και της ψυχής και ταυτόχρονα απελπισμένη κραυγή για την αγάπη που δεν ήρθε ποτέ, τη μόνη δύναμη που θα μπορούσε να τη σώσει.

 

Νιώθω ότι είναι κάτι σαν ιεροσυλία να αποπειραθεί κανείς να αναλύσει δραματουργικά το αυτοβιογραφικό 4.48 Psychosis που παρουσιάζει η Άντζελα Μπρούσκου στο Bios. Πολλά θα μπορούσα να γράψω για γλώσσα και ύφος, διακειμενικές αναφορές, πρόσωπα και δομή. Θα το αποφύγω . Έχω διαβάσει ουκ ολίγες θεατρολογικές και ψυχαναλυτικές/ψυχιατρικές προσεγγίσεις και ειλικρινά αγανακτώ με όλη αυτήν τη φλυαρία, με όλο αυτό το περισπούδαστο ύφος, με «λόγια, λόγια, λόγια», που τι κάνουν στην ουσία; Προσπαθούν να καλύψουν την κραυγή της Σάρας Κέιν, να σβήσουν το καταυγαστικό φως της Αποκάλυψής της, να δικαιολογήσουν όλα αυτά που η ίδια αρνήθηκε με τον πιο απόλυτο τρόπο. Το 4,48 Psychosis έχει εκδοθεί, όποιος θέλει μπορεί να το διαβάσει και να καταλάβει ή να μην καταλάβει.

 

Ούτε για την παράσταση της Μπρούσκου θέλω να πω πολλά. Ακολούθησε με πίστη και προσοχή τις λέξεις της Κέιν, χρησιμοποιώντας αυτοσχέδιους φωτισμούς που πολύ ταιριάζουν στο κείμενο – γιατί ανακαλούν τον σκληρό, «άτεχνο» τρόπο που η διαύγεια διαδεχόταν το σκοτάδι στο μυαλό της Κέιν. Η manual χρήση των καμερών που προβάλλουν γκρο-πλαν τα δύο πρόσωπα της συγγραφέως (Παρθενόπη Μπουζούρη και Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου) λειτουργεί στον αντίποδα της μοδάτης, high-tech σκηνικής λαγνείας και αναδεικνύει το βάσανο του Εγώ που διχάζεται μεταξύ της κατανόησης των πραγμάτων στον απόλυτο βαθμό και της ψυχοδιανοητικής κατάρρευσης, ενόσω η ελπίδα της ίασης σταθερά απομακρύνεται. Ουσιαστική η συμβολή της μουσικής που έγραψε η Nalyssa Green γιατί φωτίζει και ισορροπεί με τον λιτό λυρισμό της το σκοτάδι του έργου. Όπως πράγματι εξαιρετική είναι η ερμηνεία της Παρθενόπης Μπουζούρη – πραγματική κατάθεση ψυχής. Σπαρακτική, και με μια αλήθεια που δεν συναντάς συχνά στη σκηνή.