Όσο η ελληνική κοινωνία παρακολουθεί τις θλιβερές εξελίξεις στον πανεπιστημιακό χώρο, εκτός Ελλάδας η συζήτηση για τον ρόλο του πανεπιστημίου επικεντρώνεται όλο και περισσότερο στην επίπτωση των διαδικτυακών τεχνολογιών επί των τέως μοναστηριών που εξελίχθηκαν σε οάσεις καλλιέργειας και διάχυσης της δύσκολης γνώσης. Το μέγα θέμα των συζητήσεων περί του μέλλοντος του πανεπιστημίου δεν είναι άλλο από τα λεγόμενα MOOCs (massive open online courses – μαζικά ανοιχτά διαδικτυακά μαθήματα).

 

Εδώ και κάποια χρόνια πανεπιστήμια όπως το Πρίνστον, το Στάνφορντ και το Mίσιγκαν άρχισαν να συνεργάζονται με εταιρείες (π.χ. την Coursera) με σκοπό την επί πληρωμή πρόσβαση σε μαθήματά τους μέσω Διαδικτύου. Προς τιμήν του, το ΜΙΤ αντέδρασε σε αυτή την τάση εμπορικής εκμετάλλευσης προσφέροντας δωρεάν όλο και περισσότερα από τα μαθήματά του σε όποιον ήθελε να τα παρακολουθήσει μέσα από το Διαδίκτυο. Γι' αυτόν το σκοπό ίδρυσε το λεγόμενο ΜΙΤx. Σε αυτή την εξαιρετική προσπάθεια πολύ γρήγορα προσχώρησαν το Μπέρκλεϊ, το Πανεπιστήμιο του Τέξας, το Κολέγιο Wellesley και το Πανεπιστήμιο Georgetown. Είναι συγκινητικό το ότι αυτήν τη στιγμή οποιοσδήποτε θέλει, από το μικρότερο χωριό της Αφρικής ή το πιο απόμακρο νησί του Αιγαίου, δύναται να παρακολουθήσει κορυφαίους καθηγητές να διδάσκουν τις τελευταίες εξελίξεις στις επιστήμες, στη φιλοσοφία, την τεχνολογία κ.λπ. Μάλιστα, μπορούν και να συμμετάσχουν σε διαδικτυακές εξετάσεις ώστε να αποκτήσουν πιστοποιητικό προόδου.

 

Τέτοιου είδους ριζοσπαστικά ανοίγματα του πανεπιστημίου στη διεθνή κοινότητα θέτουν πιεστικά ερωτήματα για το μέλλον αλλά και τη φύση των πανεπιστημίων. Για να είμαι πιο ακριβής, επαναφέρουν στο προσκήνιο παλαιά ερωτήματα τα οποία ποτέ δεν απαντήθηκαν πραγματικά. Π.χ. τι είναι αυτό που προσφέρει ένα πανεπιστήμιο στον φοιτητή; Η «αυτόματη» απάντηση «προσφέρει γνώσεις και δεξιότητες» δεν αρκεί. Η συντριπτική πλειονότητα των αποφοίτων λησμονεί ό,τι έμαθε στα αμφιθέατρα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μετά την αποφοίτηση (για να μην πω μετά τις εξετάσεις). Είναι πολύ πιθανό, μάλιστα, φοιτητής που παρακολουθεί ένα MOOC να συγκρατήσει αυτά που έμαθε πιο εύκολα και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από εκείνους που παρακολουθούν παραδοσιακά πανεπιστήμια εκ του σύνεγγυς. Από αυτή την άποψη, ίσως τα MOOCs να αποτελούν απειλή για τα παραδοσιακά πανεπιστήμια.

 

Το πρόβλημα, όμως, με αυτή την προσέγγιση είναι ότι αγνοεί την πραγματική κοινωνιολογική και οικονομική αξία που προσφέρουν τα πανεπιστήμια στους αποφοίτους τους: το δικαίωμα στον αποκλεισμό των «άλλων»! Το πτυχίο ενός ΜΙΤ, ενός Μετσόβιου Πολυτεχνείου, ενός πανεπιστημίου που έχει κάποια αίγλη, λειτουργεί ως μια λιθογραφία που εκτυπώνεται σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων. Στη γλώσσα των οικονομολόγων το πτυχίο είναι ένα «αγαθό θέσης», δηλαδή ένα αγαθό του οποίου η αξία είναι ανάλογη του πόσοι άνθρωποι δεν μπορούν να το έχουν. Με τη λιθογραφία αυτή η σχέση αξίας και αποκλεισμού είναι εμφανής: όταν αγοράζεις μια λιθογραφία που έχει τυπωθεί μόνο σε δέκα αντίτυπα, ενώ θα μπορούσε να έχει τυπωθεί σε ένα εκατομμύριο αντίτυπα με ακριβώς την ίδια ποιότητα, ουσιαστικά αγοράζεις το δικαίωμα (α) να έχεις τη λιθογραφία και (β) να μην την έχουν πάνω από εννέα άλλα άτομα.

 

Εικονογράφηση: David Shrigley
Εικονογράφηση: David Shrigley

 

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και με την (πραγματική) κοινωνικο-οικονομική αξία ενός πτυχίου από το ΜΙΤ: προκύπτει πολύ λίγο από την αξία των γνώσεων που αντανακλά και, κακά τα ψέματα, ως επί το πλείστον, από το πόσοι χιλιάδες άλλοι δεν μπορούν να έχουν ένα αντίστοιχο χαρτί. Ας το σκεφτούμε στο πλαίσιο υποθετικού σεναρίου το οποίο γίνεται όλο και λιγότερο υποθετικό, λόγω των MOOCs: έστω ότι εκατομμύρια φοιτητές λαμβάνουν, μέσω MOOCs, τις γνώσεις που το ΜΙΤ θεωρεί απαραίτητες για να τους δοθεί πτυχίο. Ξάφνου, η «προσφορά» πτυχίων του ΜΙΤ θα αυξηθεί τόσο πολύ, που η αγοραία και, συνάμα, η κοινωνική τους αξία θα καταβαραθρωθεί. Απόρροια αυτής της «υποτίμησης» θα είναι η αδυναμία του ΜΙΤ να έχει τους πόρους (μέσω υψηλών διδάκτρων και μεγάλων χορηγιών από αποφοίτους που εξαργύρωσαν με το αζημίωτο το σπάνιο πτυχίο του ΜΙΤ) οι οποίοι σήμερα εξασφαλίζουν στο ΜΙΤ τους καλούς καθηγητές που είναι απαραίτητοι για τη συνέχιση της καλής του φήμης και, βεβαίως, της δυνατότητάς του να παρέχει στις μάζες... MOOCs.

 

Εν κατακλείδι, δεδομένης της φύσης των πανεπιστημιακών πτυχίων ως «αγαθών θέσης», στις σημερινές κοινωνίες τα πανεπιστήμια δεν μπορούν να είναι πραγματικά «ανοιχτά», όσο και να μας δίνει η τεχνολογία τη δυνατότητα να τα «ανοίξουμε». Μήπως το πρόβλημα δεν βρίσκεται στα πανεπιστήμια αλλά στον τρόπο που είναι δομημένες οι κοινωνίες μας;

 

 

ΥΓ.: Για να έρθουμε λίγο και στα «δικά μας», θα ήθελα να προσθέσω, για άλλη μια φορά, τη φωνή μου στην καταδίκη της απίστευτης υποκρισίας της ελληνικής κοινωνίας όσον αφορά την «απώλεια» του εξαμήνου. Κάθε φορά που φοιτητές μου δήλωναν έτοιμοι να «καταλάβουν» τη Σχολή, κάθε φορά που συνάδελφοι πρότειναν απεργιακή κινητοποίηση διαρκείας, έλεγα κάτι απλό: «Αν πραγματικά πιστεύετε ότι το διακύβευμα είναι μεγάλο και πως η ελληνική κοινωνία πρέπει να συνταραχθεί με κλείσιμο του πανεπιστημίου, προχωρήστε. Αλλά μην τολμήσετε να αναστείλετε την κατάληψη ή την απεργία την τελευταία στιγμή, για να μη χαθεί το εξάμηνο. Μην τολμήσετε να ζητήσετε να γίνουν κάποια εικονικά μαθήματα και κατόπιν διπλή και τριπλή εξεταστική περίοδος, για να μη χαθεί εξάμηνο. Αν το κάνετε, απλώς θα έχετε διασύρει την πανεπιστημιακή διαδικασία. Το να χαθεί ένα εξάμηνο, και δύο, ίσως είναι απαραίτητο για να αποφασίσουμε ως κοινωνία να αναβαθμίσουμε το πανεπιστήμιο. Το να συμπιέσουμε, όμως, το εξάμηνο, ώστε και να έχουμε κινητοποιήσεις και να μη χαθεί, αποτελεί βαναυσότητα. Δίνει στην ελληνική κοινωνία τη δυνατότητα να συνεχίσει να μη νοιάζεται για τη διδακτική διαδικασία, εφόσον τα τέκνα της περνούν τις εξετάσεις ενός εξεταστικού κέντρου το οποίο όλο και λιγότερο θυμίζει πανεπιστήμιο.