Οι επικοινωνιακές πιρουέτες της κυβέρνησης και οι τσιρίδες του Αδώνιδος έβαλαν σε δεύτερη μοίρα, τις μέρες που πέρασαν, μια πολύ σημαντική είδηση: τον σχηματισμό του «μεγάλου συνασπισμού» Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών στη Γερμανία. Για μια χώρα της οποίας ο προϋπολογισμός και η οικονομική πολιτική αποφασίζονται στις Βρυξέλλες και στο Βερολίνο, ειδικά αυτός ο «μεγάλος συνασπισμός» θα έπρεπε να είναι πρώτη είδηση και πηγή μεγάλης ανησυχίας.

 

Τους μήνες πριν από τις γερμανικές εκλογές στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες κυκλοφορούσε ένα αισιόδοξο σενάριο: αν τα αποτελέσματα των εκλογών οδηγούσαν σε μια συγκυβέρνηση των δύο μεγάλων γερμανικών κομμάτων, η συντηρητική Μέρκελ θα αναγκαζόταν να βάλει λίγο σοσιαλδημοκρατικό νερό στο κρασί της, ειδικά στο θέμα της οικονομικής κρίσης στην Ε.Ε. Αυτό με τη σειρά του θα οδηγούσε σε κάποια ανακούφιση των χωρών του Νότου με μέτρα που θα περιόριζαν τις ανισότητες στο πλαίσιο της ευρωζώνης, την έκδοση ευρωομολόγων και γενικώς όλα αυτά που δεν κουράζονται να επαναλαμβάνουν όσοι οικονομολόγοι δεν είναι παράφορα ερωτευμένοι με την Άνγκελα.

 

Πράγματι, τα δύο κόμματα αποφάσισαν να συγκυβερνήσουν, αλλά με πλήρη κυριαρχία της Μέρκελ και στο θέμα των επαχθών πολιτικών λιτότητας που έχει επιβάλει στην υπόλοιπη ευρωζώνη. Τα προηγούμενα χρόνια, έστω για λόγους αντιπολιτευτικούς, οι Σοσιαλδημοκράτες ψέλλιζαν κάποιες διαφωνίες. Τώρα στην αντιπολίτευση απομένουν μόνο κόμματα με μικρή επιρροή και ακόμα πιο λίγους βουλευτές, όπως οι Πράσινοι και η Αριστερά. Την έχουμε πατήσει για τα καλά.

 

Δύο είναι οι βασικές αιτίες της σχεδόν άνευ όρων σοσιαλδημοκρατικής παράδοσης. Η πρώτη έχει να κάνει με την «προδοσία» της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας και των Σοσιαλιστών, που τα προηγούμενα χρόνια παράτησαν την κοινωνική τους βάση και ασπάστηκαν τις αγορές και τον νεοφιλελευθερισμό. (Το ίδιο έγινε και στην Ελλάδα, και μάλιστα με τον ακραίο τρόπο των μνημονίων, και γι' αυτό οι 58 ούτε 59 δεν θα γίνουν, αν η κίνησή τους δεν πάρει αποστάσεις από την ανάλογη προδοσία του ΠΑΣΟΚ.)

 

Διεθνώς, πάντως, είναι τόσο μεγάλη η διάβρωση των Σοσιαλιστών από το χρήμα, ώστε συνεχίζουν την ίδια πολιτική, παρότι έχουν χάσει την κυβερνητική εξουσία σε όλες τις χώρες της Ευρώπης: οι «πελάτες» προτιμούν πάντα το αυθεντικό προϊόν, δηλαδή τα δεξιά κόμματα, από τις κωμικοτραγικές σοσιαλιστικές απομιμήσεις. Το ίδιο συνέβη και με τους Γερμανούς Σοσιαλδημοκράτες, που στις πρόσφατες εκλογές σημείωσαν ένα από τα χειρότερα εκλογικά τους αποτελέσματα μεταπολεμικώς.

 

 

Όμως, η δεύτερη αιτία που εξηγεί τη φαινομενικά ακατανόητη στάση τους είναι ότι η Γερμανία ως χώρα επωφελείται οικονομικά από την πολιτική που έχει επιβάλει στην υπόλοιπη Ευρώπη. Όταν ακόμα και η τόσο συνεργάσιμη με το Βερολίνο ευρωπαϊκή Κομισιόν απείλησε τελευταία με μέτρα κατά της Γερμανίας λόγω του υπερβολικού εμπορικού της πλεονάσματος, που βλάπτει σοβαρά τις χώρες του Νότου, οι Γερμανοί πολιτικοί και επιχειρηματίες απάντησαν εν χορώ ότι δεν πρόκειται να μοιραστούν την επιτυχία τους με κανέναν άλλο, να πάρουν διορθωτικά μέτρα ή να αλλάξουν πολιτική.

 

Ήδη, και στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων η Γερμανία συμπεριφέρεται σαν ηγεμονική δύναμη στην Ευρώπη, με την καγκελάριο να παίρνει θέση με δηλώσεις της υπέρ των διαδηλωτών στην Ουκρανία, την οποία διεκδικεί και η Ρωσία, στο πλαίσιο του γνωστού γεωπολιτικού ανταγωνισμού Βερολίνου-Μόσχας. Σε αυτό το παιχνίδι χώρες όπως η Ελλάδα ή η Πορτογαλία θυμίζουν όλο και περισσότερο αποικίες χρέους, «μπανανίες», στις οποίες η απεσταλμένη Τρόικα των δανειστών αποφασίζει ακόμα και για φαινομενικά άσχετα με την επιστροφή των δανεικών θέματα, όπως οι πλειστηριασμοί των σπιτιών.

 

Oι Γερμανοί κάνουν για μια ακόμα φορά το ίδιο λάθος: επιλέγουν τα στενά εθνικά τους συμφέροντα από την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Η υπερίσχυση των εθνικών εγωισμών, παράλληλα με την οικονομική κρίση και την ανεργία, αποδίδει ήδη δηλητηριασμένους καρπούς, και όχι μόνο στην Ελλάδα με την άνοδο της Χρυσής Αυγής. Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα στη Σλοβακία εκλέχθηκε κυβερνήτης ένας πατενταρισμένος νεοναζί και στις ευρωεκλογές του Μαΐου η κ. Μέρκελ θα δει να διαπρέπουν δημιουργήματά της, ακροδεξιά και ευρωσκεπτικιστικά κόμματα. Τότε μόνο θα φανεί πόσο καταστροφικός είναι και τι μας επιφυλάσσει ο «μεγάλος συνασπισμός» με τους όρους που έγινε.