Ώρες μετά την πέμπτη επέτειο της κατάρρευσης της Lehman Brothers κατέρρευσε η υποψηφιότητα για την προεδρία της Αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας (της Fed) ενός ανθρώπου που έπαιξε σημαντικό, και ιδιαίτερα αρνητικό, ρόλο τόσο προ του Κραχ του 2008 όσο και μετά.

 

Πρόκειται για τον Larry Summers. Τον τελευταίο υπουργό Οικονομικών του Προέδρου Κλίντον, που, όσο κανείς άλλος, ευθύνεται για το ξεσάλωμα της Wall Street, το οποίο οδήγησε στην κατάρρευση της Lehman και, φυσικά, στο συνολικό Κραχ του 2008 – τον προπομπό και της δικής μας κρίσης.

 

Αν και παροπλισμένος μετά το 2000 από την κυβέρνηση Μπους (*), o κ. Larry Summers ήταν από τους πρώτους που μετά την καθίζηση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος τον Σεπτέμβρη του 2008 κατηγορήθηκε ότι, με τις πολιτικές απορρύθμισης των χρηματαγορών που είχε προωθήσει τόσο ενθουσιωδώς τη δεκαετία του 1990, ήταν εν πολλοίς ο ηθικός αυτουργός του «εγκλήματος». Όμως, αντί για «τιμωρία», εβδομάδες μετά την καταστροφή, που πολλοί λένε ότι έφερε το όνομά του, ο κ. Summers επέστρεψε στα «πράγματα» ως προσωπικός σύμβουλος για την οικονομία του νεο-εκλεγέντα Προέδρου Ομπάμα, με τον βαρύγδουπο τίτλο μάλιστα του προέδρου του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου.

 

Όταν κάποτε ρώτησα άνθρωπο του περιβάλλοντος του Προέδρου Ομπάμα πώς είναι δυνατόν να εμπιστεύεται την ανάθεση της επίλυσης ενός τεράστιου προβλήματος σε κάποιον που ευθύνεται για τη δημιουργία του, η απάντηση ήταν αποστομωτική: «Σε ποιον άλλο να στραφούμε; Ποιος άλλος κατανοεί το κτήνος που ο Summers δημιούργησε καλύτερα από τον ίδιο τον Summers; Σε ποιον άλλον θα τόλμαγε ο Πρόεδρος να εκχωρήσει την εξουσία που απαιτεί η επίλυση ενός τέτοιου κτηνώδους προβλήματος;».

 

Όσο και να διαφωνεί κανείς, έχει μια λογική η απάντηση αυτή!  Όταν το χρηματοπιστωτικό σύστημα περιπλέκεται τόσο, η αποτυχία ανταμείβει εκείνους που το περιέπλεξαν. Κάθε κρίση αυξάνει την ισχύ εκείνων που την επώασαν, καθώς στα μάτια τόσο της κοινής γνώμης όσο και των πολιτικών φαντάζουν ως οι μοναδικοί υποψήφιοι για να συμμαζέψουν το χάος που οι ίδιοι δημιούργησαν. Κάπως έτσι ο κ. Summers στις ΗΠΑ, αλλά και κάποιοι «δικοί μας» τραπεζίτες στην Ευρώπη, παρουσιάστηκαν ως οι σωτήρες που θα μας σώσουν από τα δικά τους τέρατα. Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι η «σωτηρία» που μας επέβαλαν βασίστηκε σε «λύσεις» που δημιουργούν ακόμα μεγαλύτερο συγκεντρωτισμό και πολυπλοκότητα, τα οποία, με τη σειρά τους, τους καθιστούν ακόμα πιο... «αναντικατάστατους».

 

Επιστρέφοντας στον ταλαντούχο κ. Summers, θυμίζω ότι όσο ήταν υπουργός Οικονομικών του Προέδρου Κλίντον είχε ως υφυπουργό έναν κ. Tim Geithner: τον άνθρωπο που επέλεξε ο Πρόεδρος Ομπάμα ως υπουργό Οικονομικών, τον οποίο βέβαια πλαισίωσε με τον κ. Summers! Το πρώτο μέλημα του διδύμου Summers-Geithner ήταν να σώσει τις τράπεζες για δεύτερη φορά σε μερικούς μήνες (είχε προηγηθεί ο υπουργός Οικονομικών του Προέδρου Μπους, ο κ. Hank Paulson, ο οποίος απέσπασε από το Κογκρέσο $800 δισ. γι' αυτήν τη δουλειά - $800 δισ. που δεν έφταναν ούτε για το «καλημέρα»).

 

Έτσι γεννήθηκε το σχέδιο Geithner-Summers, το οποίο είδε το φως της ημέρας τον Φεβρουάριο του 2009. Στόχος του; Να ξαναδώσει «αξία» στα τοξικά παράγωγα των τραπεζών που: (Α) κανείς δεν ήθελε να αγοράσει και (Β) αν η αξία τους δεν ανέβαινε, οι τράπεζες, που τα υπολόγιζαν ως περιουσιακά στοιχεία, θα έπρεπε (σύμφωνα με το αμερικανικό Δίκαιο) να έκλειναν.

 

Πώς, όμως, μπορεί το κράτος να ανεβάσει την αξία παλιόχαρτων που κανείς δεν θέλει να αγγίξει; Ο μόνος τρόπος είναι να χρησιμοποιηθούν χρήματα των φορολογούμενων για να αγοραστούν. Πόσα χρήματα; Γύρω στα $7 τρισ.! Το θέμα βέβαια ήταν ότι το Κογκρέσο δεν θα πέρναγε ποτέ ένα τέτοιο μέτρο. Σε αυτό το σημείο παρενέβη ο ταλαντούχος φίλος μας, με το ασύλληπτης πολυπλοκότητας και πανουργίας σχέδιο Geithner-Summers.

 

Στο Κογκρέσο οι κ.κ. Geithner και Summers είπαν ότι θα «δημιουργήσουν» εκ του μηδενός μια «τεχνητή» αγορά (σ.σ. μια σειρά δημοπρασιών) για τα τοξικά παράγωγα, την οποία θα επιδοτούσαν οι φορολογούμενοι, χωρίς όμως (τουλάχιστον στα χαρτιά) να επωμιστούν ολόκληρο το κόστος της (καθώς στις δημοπρασίες αυτές θα «χτυπούσαν», υποτίθεται, τα τοξικά και ιδιώτες).

 

Ουσιαστικά, οι Summers και Geithner εφηύραν έναν «μηχανισμό» που φαινόταν καινοτόμος και μπόρεσε (μέσα από ένα νέο τερατούργημα) να περάσει την πιο υπερμεγέθη κρατική επιδότηση της Wall Street ως τη δημιουργία κάποιας νέας κερδοφόρας (και για το κράτος) αγοράς.

 

 

Κεντρικός άξονας του σχεδίου Geithner-Summers ήταν ένα διαβολικό τέχνασμα που επέτρεψε στις τράπεζες να ξεφύγουν από τις δαγκάνες της χρεοκοπίας. Η πεμπτουσία του ήταν πως τους έδινε τη δυνατότητα να ιδρύσουν ανώνυμες θυγατρικές, οι οποίες, με τα χρήματα των φορολογούμενων, θα «χτυπούσαν» σε εικονικές δημοπρασίες τα αζήτητα τοξικά που οι... ίδιες κατείχαν. Έτσι, οι «αξίες» των τοξικών ανέβαιναν όσο χρειαζόταν για να φαίνεται πως η «αγορά» ανατίμησε τα περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών, χωρίς όμως να αγοράζει αυτά τα τοξικά κανείς ιδιώτης – και με τον φορολογούμενο να πληρώνει όλη τη «λυπητερή».

 

Το κόστος του εν λόγω σχεδίου για τον Αμερικανό πολίτη έφτανε, επισήμως, το $1 τρισ. Ανεπίσημα, το τελικό κόστος ανήλθε στα $7 τρισ., όπως απαιτούσε η διάσωση των τραπεζιτών φίλων του κ. Summers.

 

Κάπως έτσι ο πανέξυπνος κύριος που είχε απελευθερώσει τη Wall Street από τα δεσμά των περιορισμών από την Κεντρική Τράπεζα και τις ρυθμιστικές Αρχές, αφήνοντάς τες ελεύθερες να πορευτούν προς την καταστροφή του 2008, ήρθε το 2009 να τις διασώσει εκ μέρους του Προέδρου Ομπάμα, παραπλανώντας αδίστακτα το Κογκρέσο.

 

Είναι περίεργο που ο Πρόεδρος Ομπάμα θέλησε να τον χρίσει διάδοχο του κ. Ben Bernanke στην Κεντρική Τράπεζα (Fed);

 

Είναι περίεργο που οι Δημοκρατικοί γερουσιαστές ξεσηκώθηκαν απειλώντας ότι θα τον εξευτελίσουν, αν τολμήσει να παρουσιαστεί μπροστά τους ως υποψήφιος πρόεδρος της Fed;

 

Προφανώς, δεν είναι καθόλου περίεργο. Το περίεργο είναι ότι πιστεύω, παρά τα πιο πάνω γραφόμενα, πως ο κ. Summers θα ήταν ο ιδανικός πρόεδρος της Fed σήμερα. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία...

 

 

(*) Την εποχή που οι Δημοκρατικοί βρίσκονταν στην αντιπολίτευση (2000-2008), ο κ. Larry Summers χρημάτισε πρόεδρος του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ. H προεδρία του εκείνη σημαδεύτηκε από μια σειρά διαξιφισμών και δυσκολιών – η χειρότερη εκ των οποίων προέκυψε όταν, μετά το Κραχ του 2008, μαθεύτηκε πως ο κ. Summers είχε «τζογάρει» μεγάλο μέρος του αποθεματικού του Χάρβαρντ σε τοξικά παράγωγα και αμοιβαία κεφάλαια, τα οποία, φυσικά, εξανεμίστηκαν...