1. Αρχή: Δαπανηθήκαμε στις λόχμες, μας άνδρωσε το whiskey sour, γνωρίσαμε την πραγματικότητα (μιαν από τις ελάχιστες λέξεις που έχουν νόημα μόνον εντός εισαγωγικών: «πραγματικότητα» - επέμενε οΝαμπόκοφ) μέσα από θρύλους. Μπορείς να πεις, λοιπόν, ότι οφείλουμε πολλά (τον κοινωνικό μας μετεωρισμό, τη γόνιμη αδιαφορία μας για την κοινωνική μας επιτυχία αλλά και την κοινωνική μας αποτυχία, το σλάλομ μας ανάμεσα στα μεταλλικά στερεότυπα) σε τρεις σπουδαίους παίκτες/ρέκτες της λαϊκής ελίτ: τον Γιώργο Μακρή, τον Επαμεινώνδα Γονατά, τον Νίκο Καχτίτση. Τους συνδέουν πολλά.

Ο Γονατάς, πολύτιμος αναζητητής πολύτιμων ταλέντων, υπήρξε φίλος και εκδότης/επιμελητής του Μακρή και του Καχτίτση. Ξέρουμε πια, ιδίως τώρα που βλακωδώς αμφισβητούνται από μάζες βλακών τα πιο όμορφα αυτονόητα, πόσο συμβάλλει η τυπογραφική φροντίδα στην προσφορά ενός λογοτέχνη. Ο Γονατάς, εκτός από συγγραφέας που θα τον ανακαλύπτουμε

διαρκώς και διηνεκώς, ένας κεραυνός σε slow motion, ένα χαϊκού-βεντάλια που ανοίγει σε άλλα χαϊκού-βεντάλιες, ένας υψηλός στενογράφος του αδιανόητου, ήταν και μέγας καλλιτέχνης της τυπογραφικής φροντίδας. Και, ευτυχώς, ακολουθείται το λαμπρό παράδειγμά του.

Ο Μακρής ήταν το πιο καλοκρυμμένο μυστικό της ελληνικής άλλης πραγματικότητας. Το περιοδικό «SOUTH» επιχείρησε μια πρώτη επανανακάλυψή του, ο Χρήστος Χρυσόπουλος εμπνεύστηκε από τον Μακρή τη νουβέλα του Ο βομβιστής του Παρθενώνος (εκδ. Καστανιώτης), ενώ κάνει μια κρίσιμη, αγέρωχα τσαλακωμένη εμφάνιση στον δικό μου Διασυρμό (εκδ. Εστία). Ο Καχτίτσης είναι ο Καχτίτσης.

 

2. Μέση: Για στόρι και πλοκή, αλλού. Εδώ, ούτε κιχ. Εδώ είναι Bookspotting και όντως είναι παίξε-γέλασε, κυριολεκτικώς. Εδώ λέμε: ο Εξώστης είναι μυθικό αριστούργημα. Όποιος δεν το έχει διαβάσει, χάνει. Όποιος το διαβάσει, κερδίζει. Είναι η τρίτη φορά που εκδίδεται.

Το 1964, η πρώτη, περιπετειώδης φορά, προκάλεσε την έκδοση του βιβλίου Η περιπέτεια ενός βιβλίου, ενδεχομένως μια μπορχεσικού τύπου παγκόσμια πρωτοτυπία: να δώσεις σε βιβλίο, 146 σελίδων, τα ολοένα και πιο εκρηγνυόμενα παράπονά σου για την καθυστέρηση της έκδοσης ενός άλλου βιβλίου. Μάλιστα, το εν λόγω βιβλίο με τα παράπονα συμβαίνει να είναι γραμμένο σε θαυμαστά, λίαν λογοτεχνικά ελληνικά.

Η δεύτερη, είκοσι χρόνια μετά, φροντισμένη από τον Ε.Χ. Γονατά, παρέα με τον θαυμάσιο Αιμίλιο Καλιακάτσο, από τις εκδόσεις Στιγμή.

Η τρίτη, φρεσκότατη, Ιούλιος 2012, το δέκατο όγδοο εγχείρημα των εκδόσεων Κίχλη, μια έκδοση που θα αφήσει εποχή, κοσμημένη με σχέδια λεπταίσθητα της Εύης Τσακνιά, πλουτισμένη με το διεισδυτικό μελέτημα του Γιάννη Δημητρακάκη «Ο αναξιόπιστος εξομολογούμενος. Αφήγηση και ύφος στον Εξώστη του Νίκου Καχτίτση», με το χρονικό των τριών εκδόσεων από την εκδότρια Γιώτα Κριτσέλη, εδώ στον ρόλο της φιλολόγου-ντετέκτιβ, και από τον χάρτη των καχτίτσιων διαδρομών στους τόπους και τις στιγμές που ετοίμασε ο Βίκτωρ Καμχής («Χρονολόγιο σε α’ και γ’ πρόσωπο»). Κομψότατη έκδοση, χρηστικότατη, και μια θαυμάσια επάνοδος του λεπιδοπτερολόγου της αγωνίας, του Νίκου Καχτίτση, στα λογοτεχνικά λιβάδια.

 

3. Τέλος: Ο μινιμαλιστής ποιητής της Ιστορίας της μουσικής, Θάνος Σταθόπουλος, ο εκκεντρικός λόγιος ζωγράφος Λορέντζος Νεβερδελές, ο Ανώνυμος Άλλος που είναι σπαρακτική κοσμολογία η γραφή του και ο ταπεινός εγώ που σας τα ιστορώ εγκαινιάσαμε το τελετουργικό (που το συνεχίζουμε ακόμη) να διαβάζουμε τις σελίδες του Εξώστη πίνοντας πάντα whiskey sour, κάτω από μια ταμπέλα που τη φτιάχνουμε κάθε φορά με χαρτόνια και μαρκαδόρους και που λέει «Atlantic», και να κάνουμε κάθε τόσο προπόσεις με φράσεις από τα έργα του Μακρή, του Γονατά, και, φυσικά, του Καχτίτση, όπως: «Δαπανήθηκα στις λόχμες», «Η πιτυρίδα των δέντρων είναι τα πουλιά», «Μουχλιάζουν οι πέτρες από την πολλή υγρασία». Εμείς οι τέσσερις, λάτρεις του Εξώστη και λάτρεις του Καχτίτση, ω πόσο ταυτιστήκαμε, ξανά και ξανά, με αυτά που θα διαβάσετε στις σελίδες 134-5 της έκδοσης της Κίχλης και παραθέτω πάραυτα: «Περάσαμε μια αξέχαστη νύχτα. Δεν ξέρω γιατί μου είναι αδύνατο να μου φύγει απ’ τη μνήμη αυτή η εικόνα - των τεσσάρων φίλων, αργά τη νύχτα, μπροστά στη φωτιά του παραγωνιού, που τροφοδοτούσαμε με κούτσουρα. Κοιμηθήκαμε εκείνη τη νύχτα τουλάχιστον κατά τις τέσσερες. Είπαμε όλες τις ανοησίες του κόσμου».