ΑΥΤΗ ΤΟΝ ΑΚΟΥΣΕ καθώς έκλεινε πίσω της την πόρτα αλλά όχι σε λόγια ανθρώπινα. Τον συριγμό του αέρα άκουσε, ανάμεσα στα δόντια του, όπως θροΐζει φάντασμα σβήνοντας στο τοπίο, φίδι που σέρνεται στο αρχικό πεδίο. Αυτός έχασε τότε εκείνη την πρόσκαιρη αίσθηση της διαύγειας, που του έδινε συγχρόνως η απουσία της μιας και η παρουσία της άλλης.

 

Αίσθηση που αντικαθιστούσε όλους τους δισταγμούς του, όλο το θαμπό σύστημα που του εξασφάλιζε τον τρόπο να μη φοβάται, παρότι ήξερε πως έτσι ο φόβος θα τον καταλάμβανε ξανά από την αρχή, επαναφέροντάς τον στην αρχή του φόβου.

 

ΚΙ EΤΣΙ, ΣΤΗΝ ΠΕΡΊOΔΟ του γενικού αποχωρισμού που ανοίγονταν μπροστά του, τότε που, εγκαταλελειμμένος όχι από άνθρωπο αλλά από αυταπάτες, θα έπρεπε να υποφέρει περισσότερο, αλλά και που, υποφέροντας, δεν θα άφηνε χώρο σε καμιά μεγαλύτερη απειλή, τώρα λοιπόν, που δεν θα ανέμενε τίποτα ελλείψει παρόντος, μια που και το μέλλον θα ήταν εμφανώς πίσω του, τώρα η αίσθηση εκείνη της διαύγειας θα έδινε τη θέση της σε μια βαθύτερη γνώση. Γαληνια ανυπαρξια! Εκεί θα αναδύονταν γι’ αυτόν το μέλλον, όμοιο με το μέλλον όλων των θνητών, όμοιο με το μέλλον του θανάτου όταν συναντά τον θάνατο.

 

Θα ήθελε να μιλήσει και στις δύο, να τις αφήσει να μιλήσουν μεταξύ τους, να τις οδηγήσει εκεί που θα τον έβλεπαν να μη συμπεριφέρεται όπως τις είχε συνηθίσει προκειμένου να προτρέπει και να επιτηρεί. Θα ήθελε να τον συνοδεύσουν σ’ ένα δίκαιο μέρος, εκτός πόλεως, όπου τίποτα δεν θα απειλούσε κανέναν. Ήξερε πως αυτό το μέρος δεν είναι άλλο από τον τόπο όπου, παρευρισκόμενος κάθε φορά με τους ανθρώπους, μπορεί να μην είναι με τους ανθρώπους, και πως εκεί, στο ανυπόστατο αυτό μέρος, εξαφανιζόμενος, θα χάνονταν μαζί του κάθε απειλή. Και σαν μια διπλή ανάληψη, σώματος και φρονήματος, θα χάνονταν κι ο ίδιος.

 

Σκέφτηκε πως αυτός ήταν που τις εμπόδιζε. Αυτός επέτρεπε μια βεβήλωση της ίδιας τους της γύμνιας. Αυτός απέτρεπε την αλληλεγγύη μεταξύ τους, εμποδίζοντας να εισέλθουν στην τροχιά της φύσης τους, στη σπαρακτική μοναδικότητα γυναικών που πάσχουν. Αυτός έδινε ένα όνομα παραπλανητικό σ’ εκείνη την καταφατική γυναικεία φύση, που δεν υπήρχε καν λόγος να προσποιείται πως καταφάσκει, αλλά ούτε και να μην αγαπά την κενή του καρδιά.

 

ΚΙ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ, αποχωρισμένος και από τις δύο, ελπίζοντας και μη ελπίζοντας να είναι και με τις δύο -αλλά χωρίς καμία βεβαιότητα πως θα βρει επιτέλους τον εαυτό του σ’ αυτούς τους ακατανόητους συνδυασμούς-, πίστεψε, παρά τις ανοησίες του ή εξαιτίας αυτών, πως είχε ανυψωθεί, πως εισέρχεται μυσταγωγικά σ’ έναν γνόφο, που δεν χρειάζεται ούτε διαύγεια ούτε συσκότιση ούτε καμία από τις αυταπάτες της έως τώρα ζωής του, προκειμένου να τον διασχίσει με την ακούσια βούληση ενός υπνοβάτη. Ήταν αυτό λοιπόν το συναίσθημα του θανάτου;

 

Δεν μπόρεσε να το χαρεί και πολύ. Ό,τι για λίγο τον είχε απομακρύνει από τον εαυτό του, τώρα σαρώθηκε ξανά από νόημα σ’ αυτή την εκ των προτέρων καταδικασμένη αναζήτηση προορισμού. Πίστεψε ασυναίσθητα πως θυσιάζοντας το πολυτιμότερο, θα το διατηρήσει άθικτο; Αλλά και σ’ αυτή την υποτιθέμενη θυσία, ζήτησε να δώσει νόημα. Περισσότερο από την παράβαση είχε ανάγκη τον Νόμο.