Ο Χρηστος Παπουτσης, αυτό το ακατέργαστο διαμάντι της ελληνικής πολιτικής σκηνής, έχει αναλάβει να πατάξει τη λαθρομετανάστευση στη χώρα μας. Παρά τη χαρμολύπη που μας δημιουργεί το γεγονός, οφείλουμε να αποδεχτούμε καταρχάς την ύπαρξη του προβλήματος και κατά δεύτερον την ύπαρξη του προσώπου. Του υπουργού, δηλαδή, που σε μια στιγμή μεγάλου κεφιού δήλωσε πως μέσα στις πορείες κυκλοφορούν μυστικοί αστυνομικοί (είναι κάποια ασθένεια που τους πιάνει;), και αν τους πετύχετε, να τους κρεμάσετε με τα μανταλάκια. Δεν φτάνει που οι διαδηλωτές δέρνουν όποιον γουστάρουν, τώρα θα δέρνονται και μεταξύ τους και μετά θα απλώνονται μέχρι να στεγνώσουν. Θα χάνει η μάνα το παιδί και ο μπάτσος τον διαδηλωτή.

Η κυβερνηση ξεκινησε τη μεταναστευτική της πολιτική ήπια. Όποιος μετανάστης είναι εδώ και πέντε χρόνια στη χώρα μας, μιλάει τα ελληνικά και έχει ένα εισόδημα μπορεί να αποκτά την κάρτα παραμονής. Μπας και καταφέρουμε και μετρηθούμε και μπας και αυτοί οι άνθρωποι νιώσουν επιτέλους κάποια, υποτυπώδη ασφάλεια. Η ενσωμάτωση φαντάζει και είναι η μοναδική λύση. Μαζί με την απέλαση, πάντα.

Και μετα ηρθε ο φραχτης στη Θρακη. Και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Με τον φράχτη διαφωνώ σε ένα ουτοπικό επίπεδο. Στο ότι είναι όλα υπέροχα. Στο ότι ζούμε σε μια οικονομική ευφορία και θέλουμε να περιδιαβαίνουμε στα σύνορα πιο αλαφροΐσκιωτοι και από τους ποιητές. Ότι δεν υπάρχει θλίψη, ότι δεν υπάρχει μιζέρια, ότι όλοι είμαστε ίσοι. Ότι ο κομμουνισμός ή ο καπιταλισμός έχουν κερδίσει και η αταξική κοινωνία θριαμβεύει. Δεν ζούμε, όμως, σε αυτό τον κόσμο. Δυστυχώς. Στο Μπανγκλαντές πεθαίνουν από την πείνα, στο Πακιστάν μια πλημμύρα διώχνει είκοσι εκατομμύρια ανθρώπους από το σπίτι τους, στο Ιράκ παιδιά πεθαίνουν από βόμβες και στο Ιράν, αν ανήκεις στην αντιπολίτευση, έχεις σοβαρό πρόβλημα. Μην αναφερθούμε στην Αφρική: Αλγερία και Τυνησία είναι οι νέοι παίκτες στο ντόμινο του υποσιτισμού. Στην προηγμένη ήπειρό μας, η εκδίωξη των Ρομά είναι μόνο ένα από τα σημάδια του μεγαλείου του δυτικού πολιτισμού. Ο κόσμος μετακινείται, η Ελλάδα έχει εγκλωβιστεί στις συμφωνίες με την Ε.Ε. και, ναι, ο συντηρητισμός μας και η οικονομική μας θέση οδηγούν στην κατασκευή του φράχτη. Και ας παθαίνουν (άλλη μια) υστερία τα γερμανικά media που έχουν ψυχολογικά προβλήματα από τα δικά τους τείχη. Τα στρατόπεδα υποδοχής ή συγκέντρωσης, από την άλλη, ακούγονται περίεργα, καθώς η πρόσφατη εμπειρία μάς έχει δείξει ότι οι παστές σαρδέλες περνούν πιο ευχάριστα από τους λαθρομετανάστες που συλλαμβάνουν οι διωκτικές Αρχές.

Το καινουργιο ανησυχητικό της υπόθεσης είναι αυτό που διαφήμιζε το πρωτοσέλιδο του «Βήματος» της Κυριακής: η «σκούπα» που είχε σχεδιάσει ο τιτάνας Μαρκογιαννάκης και δείχνει να ενστερνίζεται ο Παπουτσής. Ένα σχέδιο 48 ωρών της ελληνικής αστυνομίας που σκοπεύει να «σκουπίσει» το ιστορικό τρίγωνο από τις συμμορίες και τους παράνομους μετανάστες και να τους μεταφέρει σε ένα στρατόπεδο μέχρι να απελαθούν (διαδικασία που κρατάει μήνες). Όλα αυτά μετά την περίφημη διυπουργική με υπεύθυνο τον Γιάννη Ραγκούση και την κοινή απόφασή τους για τη λήψη απαραίτητων μέτρων (τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου). Κάποια εύλογα ερωτήματα προκύπτουν. Ποιες είναι οι παράνομες συμμορίες και γιατί τόσο καιρό η αστυνομία δεν έχει προχωρήσει στην εξάρθρωσή τους; Εμπιστευόμαστε την ελληνική αστυνομία ότι είναι σε θέση να ξεχωρίσει ποιοι είναι νόμιμοι και ποιοι είναι παράνομοι; Ξεχάσαμε, άραγε, τις περίφημες σφαλιάρες στους δύο Αφγανούς στο Τμήμα Ομονοίας; Ποιο είναι το σχέδιο για τη μετα-«σκούπα» εποχή; Γιατί δεν ακούμε πια για το αθηναϊκό Camden και την πολυπολιτισμική αγορά; Ποιος θα ελέγχει το στρατόπεδο και το τι γίνεται εκεί μέσα; Γιατί, ενώ τόσο καιρό συζητάμε για μια λύση που θα σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, επιστρέφουμε πάλι στη λογική της «σκούπας»; Άραγε, με αυτό τον τρόπο θα εξαλειφθεί η βία ή μήπως θα ενισχυθεί η γκετοποίηση; Με αυτό τον τρόπο σώθηκε η πλατεία Κουμουνδούρου από τους Κούρδους πριν από κάμποσα χρόνια; Το συγκεκριμένο κομμάτι του κέντρου πρέπει να αναβαθμιστεί, αναμφισβήτητα. Όχι μόνο για να αποτραπούν οι παράνομες δραστηριότητες, αλλά γιατί είναι όμορφο. Και τα όμορφα πράγματα θέλουν φροντίδα και πάνω απ' όλα κοστίζουν. Και η κρίση έχει τα καβούρια της.