Σάββατο, 6:30 το απόγευμα

Mετράω ξανά και ξανά λογαριασμούς και έξοδα - ξέρω ότι αν δεν το κάνω, στις 29 Δεκεμβρίου θα αναρωτιέμαι πού πήγαν τα χρήματά μου. Προσθέτω αριθμούς σε ένα μπλοκάκι και φτάνω γρήγορα στο συμπέρασμα ότι είναι μάλλον δραματικά τα πράγματα φέτος - οι μόνοι που θα πάρουν χρήματα από μένα είναι η ΔΕΗ και ο ΟΤΕ (μου έχουν, άλλωστε, χαρίσει το δώρο του ηλεκτρισμού και της επικοινωνίας). Λεφτά για δώρα δεν έχω, εκτός κι αν αγοράσω σε όλες μου τις φίλες καλτσάκια και στην οικογένειά μου φρούτα («Χρόνια πολλά, μανούλα. Σου έφερα μανταρίνια»). Παρ' όλα αυτά, τα Χριστούγεννα ήταν πάντα η αγαπημένη μου γιορτή. Πέρσι, σε μια σπάνια αναλαμπή χαρούμενης ενηλικίωσης, στόλισα δέντρο, έκανα φοβερές χειροτεχνίες προκειμένου να φτιάξω μια γιρλάντα από χριστουγεννιάτικες κάρτες, έβαλα μια γαβάθα με μανταρίνια στο σαλόνι και σκέφτηκα σοβαρά να φτιάξω μέχρι και eggnog. Στενοχωριέμαι όταν σκέφτομαι ότι φέτος δεν θα είναι η χρονιά των δώρων.

Δευτέρα, 12:30 μ.μ.

Διαβάζω ένα από αυτά τα άρθρα που διαβάζει πάντα κανείς λίγο πριν τα Χριστούγεννα για το πώς η συγκεκριμένη γιορτή είναι ένα χυδαίο όργιο καταναλωτισμού, μια καπιταλιστική φιέστα με επικάλυψη φιλανθρωπίας, μπλα, μπλα, μπλα. Δεν διαφωνώ. Μεγαλώνοντας, βέβαια, έχω αρχίσει να πιστεύω πως όλα αυτά τα επιχειρήματα λειτουργούν κυρίως ως δικαιολογίες - πιθανόν να ισχύουν, αλλά ο πραγματικός λόγος που τόσο πολλοί άνθρωποι μισούν τα Χριστούγεννα δεν είναι ούτε ο καταναλωτισμός ούτε η κακογουστιά τους και σίγουρα όχι η ψεύτικη φιλανθρωπία τους. Η αλήθεια είναι ότι οποιοσδήποτε νιώθει μόνος ή παράταιρος, τα Χριστούγεννα νιώθει ακόμα χειρότερα. Σε ένα από τα διασημότερα χριστουγεννιάτικα διηγήματα όλων των εποχών, το Δώρο των Μάγων του Ο'Χένρυ, ένα νιόπαντρο ερωτευμένο ζευγάρι, ο Τζιμ και η Ντέλα, ζει σε ένα φτωχικό διαμέρισμα (στην ελληνική εκδοχή φαντάζομαι ότι ο Τζιμ και η Ντέλα θα έμεναν με όλο το σόι του Τζιμ και η Ντέλα θα τσακωνόταν με την πεθερά της) μόλις με 20 δολάρια τη βδομάδα. «Η ζωή φτιάχνεται με αναφιλητά και μυξοκλάματα, με τα μυξοκλάματα να έχουν το πάνω χέρι», παρατηρεί ο συγγραφέας. Η Ντέλα είναι μια νεαρή πραγματίστρια-νοικοκυρά («Ίσως οι τρίχες των μαλλιών μου να 'ναι μετρημένες, αλλά κανείς δεν θα μπορούσε ποτέ να μετρήσει την αγάπη μου για σένα. Να βάλω τις μπριζόλες να γίνονται Tζιμ;»), ενώ ο Τζιμ είναι μια όαση πρακτικότητας, ένας στιβαρός σιωπηλός Αμερικανός («Δεν νομίζω ότι υπάρχει ένα κούρεμα, ένα ξύρισμα ή ένα σαμπουάν που θα μπορούσε να κάνει το κορίτσι μου να μου αρέσει λιγότερο») που δεν θα άφηνε ποτέ την Ντέλα να ανάψει μόνη της τη φουφού. Στα όνειρά μου ο Τζιμ περνάει τα Σαββατοκύριακά του κατασκευάζοντας μικροέπιπλα από καρυδιά στην αυλή πριν κάνει έρωτα στην Ντέλα για έκτη φορά.

Την παραμονή των Χριστουγέννων η Ντέλα διαπιστώνει ότι έχει μόνο ένα δολάριο και ογδόντα δύο σεντς για διαθέσει για το χριστουγεννιάτικο δώρο του Τζιμ. Προκειμένου να αγοράσει το δώρο, μια αλυσίδα για ένα ρολόι που είναι, εξάλλου, και το μοναδικό ακριβό πράγμα που έχει ο Τζιμ, πουλάει το πιο όμορφο πράγμα που έχει: τα μακριά καστανά μαλλιά της. (Η πώληση μαλλιών με ανατριχιάζει - όπως έλεγε και μια φίλη μου για τα μπουζουξίδικα εξτένσιον της, «τα αληθινά μαλλιά έχουν πάντα μια μυρωδιά»). Το ίδιο απόγευμα τον περιμένει να έρθει στο σπίτι με ένα κεφάλι γεμάτο μπουκλάκια, ενώ προσεύχεται τρέμοντας: «Σε παρακαλώ, Θεέ μου, κάν' τον να νομίζει ότι είμαι ακόμα όμορφη» (μερικά πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ τελικά). Όταν καταφτάνει ο Τζιμ, όμως, μαθαίνουμε ότι κι αυτός με τη σειρά του έχει πουλήσει το πολυτιμότερο πράγμα που έχει -το ρολόι του δηλαδή- για να της αγοράσει μια σειρά από χτενάκια από ταρταρούγα (φαντάζομαι ότι το αντίστοιχο σημερινό δώρο θα ήταν μια στέκα με σβαρόφσκι - μανούλα, ανατρίχιασα). Τα δώρα τους δεν έχουν πια κανένα απολύτως νόημα.

«Οι μάγοι, όπως ξέρετε, ήταν σοφοί άντρες -υπέροχα σοφοί άντρες- που έφεραν δώρα στον Ιησού, στη φάτνη. Εφηύραν την τέχνη του να δίνουμε χριστουγεννιάτικα δώρα. Όντας σοφοί, τα δώρα τους ήταν αναμφίβολα σοφά, πιθανόν βέβαια με τo προνόμιο να υπάρχει δυνατότητα αλλαγής. Και εδώ σας έχω διηγηθεί αδέξια την ήσυχη ιστορία δυο ανόητων παιδιών σε ένα διαμέρισμα, που καθόλου σοφά θυσίασαν ο ένας για τον άλλον τους μεγαλύτερους θησαυρούς του σπιτιού τους. Αλλά, σε μια τελευταία φράση για τους σοφούς των ημερών μας, ας ειπωθεί ότι από όλους όσοι αντάλλαξαν δώρα, αυτοί οι δύο ήταν οι πιο σοφοί», γράφει ο συγγραφέας. Καλό είναι βέβαια για να μην πέσει κανείς στο μελό και να παραμένει πρακτικός, όπως ο Τζιμ. «"Ντελ", είπε εκείνος, "ας βάλουμε τα χριστουγεννιάτικα δώρα μας στην άκρη κι ας τα κρατήσουμε για λίγο. Παραείναι ωραία για να τα χρησιμοποιήσουμε τώρα. Πούλησα το ρολόι για να σου αγοράσω τα χτενάκια σου. Και τώρα βάλε τις μπριζόλες να γίνονται"».