Όταν ήμουν μικρή, μάζευα πολλά πράγματα.

Ό,τι μου κινούσε την περιέργεια το έκοβα και το κολλούσα σε τετράδια.

Μετρούσα τις απουσίες και υποσχόμουν να μην παραλείψω τίποτα στα παιδιά μου.

Δεν γνωρίζω πολλά για τα κοινά, αλλά τους ανθρώπους ψηλά στην εξουσία δεν τους είχαμε σε μεγάλη υπόληψη.

Πιέζω το μυαλό μου να θυμηθεί, και ιδρώνω.

Η πίεση μου δημιουργεί μίσος, και ακόμη δεν μπορώ να βάλω σε τάξη όλες τις εικόνες.

Τι μπορεί να έχει συμβεί;

Ευτυχισμένη νιώθω.

Τυχερή πολύ.

Δυνατή και απίστευτα πλήρης, με τη βοήθειά σας.

Αλλά κάτι λείπει από τα υλικά της συνταγής.

Κάποιο συστατικό που δεν μπορώ να «ακούσω» στη γλώσσα μου.

Μυρωδικό πρέπει να είναι, αλλά ουσιαστικό για να με ταλαιπωρεί τόσο πολύ, και να με κάνει θυμωμένη όλο αυτό το διάστημα που παίζουμε μεταξύ μας.

Η ιστορία εξελίσσεται και μεγαλουργεί σαν σαπουνόπερα.

Οι σχέσεις μπορούν να αναπτυχθούν σε κεφάλαια.

Οι χωρισμοί σε βιβλία.

Τα ηλιοβασιλέματα ανέβαιναν και κατέβαιναν στη νότια Κρήτη σαν σταγόνες στο Λιβυκό.

Τα νερά ήταν παγωμένα και ο ερωτάς έκαιγε ό,τι άγγιζε.

Οι νεαρές κόρες των ματιών σφύριζαν στη λαιμαργία του θαλασσινού αλατιού, και τ' αστέρια άναβαν στην κάθε αφορμή.

Τα χείλη ήταν πάντα ανοιχτά και τα μάτια υγραίνονταν μόνο στη σκέψη.

Γυμνοί μάθαμε να κολυμπάμε, και αρχίσαμε να εξερευνούμε το άλλο φύλο αγγίζοντας μεταξένια μαλλιά.

Γυμνοί συνεχίσαμε να κολυμπάμε, με τις ανασφάλειες της αιώνιας εφηβείας.

Ώρες ατέλειωτες ανταλλάσσαμε όλες τις πικάντικες λεπτομέρειες των συντρόφων μας, και έτσι μαθαίναμε τι ακριβώς γίνεται και στον έρωτα.

Αμφισβητούσαμε τις πιο καλές ιστορίες μέχρι να μας συμβούν, και αντικρίζαμε το πάθος σαν αφημένο εφήμερο ζωάκι.

Επιστρέφοντας στο Ρέθυμνο, το σχολείο ήταν πιο βαρετό από ποτέ.

Ειλικρινά... τόσα χρόνια χαμένα μού είναι εξωφρενικά δύσκολο να τα ξεπεράσω.

Κρυώνω.

Περνώ από τις εποχές μέσα από το κρύο.

Βρίσκομαι στη σκηνή πάλι, να περπατάω στη μεγαλούπολη.

Δεν πήγα ποτέ να δω το Μπιγκ Μπεν.

Κάθε βράδυ ξημέρωνε στα μπουζούκια, και την Κυριακή έψαχνα να βρω ανθρώπους.

Όλοι με ρωτούσαν προέλευση, και η απογοήτευση ζωγραφιζόταν πάνω τους που δεν γεννήθηκα στην Πρωτεύουσα.

Προσπαθούσα να διακρίνω τις διαφορές μας και απογοητευόμουν, γιατί όλοι είχαν βγει από το ίδιο καρμπόν, χωρίς να αλλάζει καν το χρώμα.

Πόσο κουραστικό να ακολουθείς τις αντιγραφές.

Ένα σχολείο, ένα παιδί, χίλια παιδιά.

Έρχονται κάποιες περίεργες υστερίες και καταλαμβάνουν το μυαλό μου.

Εμμονές που δεν με αφήνουν.

Αγόραζα περιοδικά και έτρωγα Κιτ Κατ.

Κουράζομαι.

Κουράζομαι.

Κουράζομαι.

Πρέπει να κλείσω.

Η έμπνευση κοιμήθηκε.