Ο Νίκος Δήμου, συγκάτοικός μου εδώ, αυστηρός (αλλά και δίκαιος κριτής) των καθημερινών ραδιοφωνικών μου περιπετειών στο Τρίτο, είναι ο δημιουργός μιας από τις πιο δυνατές «εικόνες-μηνύματα» που βγήκαν ποτέ από διαφημιστικό μυαλό - ίσως επειδή δεν ήταν μόνο τέτοιο! Είναι ο ματωμένος χάρτης της Κύπρου, κομμένος στα δυο, συνοδευόμενος από τη φράση «Δεν Ξεχνώ». Μαθητούδι ήμουν τότε και στις σάκες μας, θυμάμαι, βρήκαμε όλοι χώρο (ανάμεσα σε αυτοσχέδια... γκράφιτι για τους Doors, τους Emerson Lake and Palmer και τη μεγάλη Janis Joplin) για να κολλήσουμε ή και να σχεδιάσουμε μόνοι μας αυτό το «σημα-μήνυμα».

Με τα χρόνια ξέφτισε, αλλά δεν έσβησε. Εκεί που κόλλησε τώρα, στα πολύτιμα ενδότερα της ψυχής, δεν φεύγει ποτέ. Πονάει όμως ακόμα - ίσως και πιο πολύ απ' ό,τι εκείνα τα πρώτα χρόνια, που πιστεύαμε στ' αλήθεια ότι κάτι θα γίνει, ότι «θα φυσήξει ένας αγέρας σ' τουν' τον τόπον πον καμένος», να φύγει ο κατακτητής, να γυρίσουν οι ανθρώποι στα σπίτια τους, και αυτός ο αγέρας «να φέρει στον καθέναν τσιαί δροσιάν τσιαί ποσπασιάν». Τούτες τις μέρες μετρήσαμε 35 καλοκαίρια «αφόρητης αναφοράς». Πόσα τραγούδια δεν έλιωσαν μέσα μας; Πόσα ποιήματα δεν αποστηθίσαμε; (Τελευταίο, αλλά όχι ύστατο, ο «Αντιρωμηός» του Λουκή Παπαφιλίππου. «Δώσε μου», λέει, «δυο κορμιά, να φτιάξω ανθρωπους. Δωσε μου δυο ελληνικά κορμιά, να φτιάξω τον κόσμο». Ή, συμπληρώνω, και να τον καταστρέψω...) Πόσες δηλώσεις άνυδρες; Πόσες επικλήσεις του «εθνικού μας προβλήματος», του Κυπριακού, είτε για να πάμε σε πρόωρες εκλογές, είτε για να ξοφλήσουμε μια τυπική υποχρέωση λόγου;

Έγινε μια συζήτηση, όμως, στη Βουλή την περασμένη εβδομάδα. Και υπηρχε εκει μια «στιγμή» που πέρασε από τους πολλούς απαρατήρητη. Από τα μίντια, μάλιστα, ουτε το καθιερωμένο πια, για τη Κύπρο, μονόστηλο. Ο εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Παναγιώτης Λαφαζάνης έκανε ένα διόλου τυπικό ερώτημα προς τον υπουργό Άμυνας, τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη. Μήπως ήρθε ο καιρός, του είπε, να ανοίξει επιτέλους ο Φάκελος της Κύπρου, που ειναι εδώ, καταχωνιασμένος σε κάποια συρτάρια της Βουλής, με υλικό πλούσιο μα και «ακατέργαστο» ακόμα. Απάντηση σοβαρή δεν δόθηκε. Και τα ερωτήματα παραμένουν. Τι έγινε, τότε, πραγματικά; Τα γνωρίζουμε όλα και δεν χρειάζεται να μάθουμε άλλα; Ξέραμε ότι θα μπουν οι Τούρκοι; Ποιοι και γιατί καθησύχαζαν τους πάντες μια δυο μέρες πριν, «μην ανησυχείτε, δεν θα τολμήσουν οι Τούρκοι;». Από πού έρχονταν αυτές οι εντολές; Γιατί κοιμούνταν οι διοικητές των μονάδων της πρώτης γραμμής, όταν φάνηκαν στο βάθος του ορίζοντα, στη Κερύνεια, τα πρώτα τουρκικά πολεμικά πλοία; Τα όπλα, τα απαρχαιωμένα όπλα των φαντάρων γιατί δεν είχαν σφαίρες; Γιατί δεν δούλευαν ούτε τα μπαζούκας;

Διαβάστε το βιβλίο Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια (εκδόσεις Κέδρος) του Ελληνοκύπριου Γιώργου Χαριτωνίδη. Ηταν φαντάρος τότε. Την ημερα της εισβολής θα απολυόταν από το στρατό. Ηταν στη πρωτη μοναδα «υποδοχής» των εισβολέων στη Κερύνεια. Και αυτός, και όλοι οι συνάδελφοί του εκεί, πολέμησαν με άδεια χέρια. Ο Χαριτωνίδης δεν είχε δικό του όπλο. Απέκτησε ένα παλιό Στεν όταν τραυματίστηκε συμπολεμιστής του και του 'πε «πάρ' το και συνέχισε εσύ».

«Στοιχειώδη οπλισμό και συντονισμό αν είχαμε», λέει, «δεν θα αποβιβαζόταν ούτε ένας Τουρκος στρατιώτης». Είδε ένα φαντάρο της μονάδας του με ένα μόνο όπλο, ένα παλιό Μαρτίνι, να αποτρέπει μια ομάδα Τούρκων στρατιωτών να αποβιβαστεί στις ακτές της Κερύνειας με τις φουσκωτές λέμβους. «Φαντάσου τι θα μπορούσαμε να κάνουμε αν είχαμε εξοπλισμό, σχέδιο και καθοδήγηση...». Πολέμησε όσο μπόρεσε. Οπως και τα άλλα παιδιά, της πρώτης γραμμής. Πόσο όμως; Οι Τούρκοι ήταν «αστακοί». «Γελούσαν μαζί μας. Ως και ο ελληνόφωνος ραδιοφωνικός σταθμός των Τουρκοκυπρίων, ο Μπαϊράκ, μας έκανε πλάκα. Η δική μας μαμά -έλεγε ο εκφωνητής, γελώντας ειρωνικά- ήρθε να μας σώσει. Η δικιά σας, μπρέ, πού είναι;».

Ο Χαριτωνίδης συνελήφθη. Τον φόρτωσαν μαζί με εκατοντάδες άλλους σε φορτηγά πλοία και τον έστειλαν σε φυλακές της Τουρκίας. Εκεί επέζησε τρώγοντας τα κουκούτσια που έφτυναν οι άλλοι από τα καρπούζια, και περιμένοντας «πότε θα 'ρθει εκείνη η μέρα που θα μάθω την αλήθεια, να ησυχάσω μεσα μου». Αυτόν το «μέσα μας ησυχασμό» είναι ανάγκη να τακτοποιήσει το άνοιγμα του «φακέλου». Όχι για να τιμωρήσουμε, αλλά για να μάθουμε. Και να μην ξεχάσουμε ποτέ.