Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ψευδαίσθηση από το ότι στα νησιά χαλαρώνεις. Αργά ή γρήγορα, θα έρθει ο Αύγουστος να σε ταράξει. Άνθρωποι κρέμονταν από καταστρώματα πλοίων, στοιβάζονταν σε παραλίες, μάλωναν στο δρόμο με άλλους οδηγούς, πάθαιναν υστερίες και χώριζαν στη μέση του δρόμου, («ένα λάθος κάναμε» έλεγε κλαίγοντας μια Ιταλιδούλα, που απ΄ό,τι κατάλαβα έκλεισε απ' το ίντερνετ χάλια δωμάτιο, «το λάθος ήταν όταν σε παντρεύτηκα» ούρλιαζε εκείνος). Έπιναν μπόμπες κι έπαιζαν ξύλο για γκόμενες -που το επόμενο πρωί συνειδητοποιούσαν ότι δεν τους άρεσαν καν- κάθονταν κατά λάθος πάνω στις μέλισσες του Αυγούστου, φώναζαν ότι γαμήθηκε το καλοκαίρι τους, έπεφταν σωρηδόν από μηχανάκια στους χωματόδρομους. Έκαναν δηλαδή αυτό που ονομάζουμε «διακοπές». Από εκεί που οι επιχειρηματίες βαρούσαν μύγες και κολούσαν επιγραφή-ταμπέλα «Ενοικιάζεται» έξω απ΄το κατάστημά τους, είχαν ξαφνικά ορδές κόσμου να εξυπηρετήσουν και να βγάλουν μέσα σε ένα μήνα όλα τα σπασμένα. Και οι τιμές ανέβαιναν.

Ακόμη και οι φίλοι μου, ήρθαν κι αυτοί ξαφνικά στην Κέρκυρα. Όλοι. Οπότε μετακόμισα Αλβανία. Βρήκα ένα ωραιότατο στουντιάκι έξω από τους Άγιους Σαράντα, όπου θα μπορούσα να κοιμηθώ σαν άνθρωπος. Και για να μη χωρίσουμε με τον Ροντρίγκο το έκανα, γιατί έτσι και μπαίνει ο Αύγουστος σε νησί, να τα χαρτάκια με τηλέφωνα, να οι προτάσεις, να τα κυνηγητά, πόσο να αντέξει ένα ζευγάρι και να μην αρχίσει να μαλώνει; Βέβαια, από τη μέρα που τον αποχαιρέτησα με τις βαλίτσες, πάλι όλο μπροστά του με έβλεπε (μια ώρα είναι Αλβανία-Κέρκυρα εν πλω). Εμφανιζόμουν στον Άσπρο Γάτο με χαβανέζικα πουκάμισα, καπέλο και γυαλιά κι έλεγα «εγκό τουρίστα από Αλμπανία, εκντρομή ίρτα» αλλά με κάποιο τρόπο ο αδελφός μου με αναγνώριζε. «Ok, δε μπαίνεις τώρα πίσω απ΄την μπάρα που έχουμε πνιγεί στη δουλειά;». Όχι ότι η Αλβανία δεν είχε κλάμπινγκ. Είχε το «Φοίνιξ» λίγο πιο κάτω στην παραλία. Βαρούσε τέκνο 24 ώρες το 24ωρο. Καμιά σχέση η χώρα με την τελευταία φορά που την επισκέφτηκα (μόλις έπεσε ο Μπερίσα, ύστερα από εκείνο το θεματάκι με τις παρατράπεζες. Mπούκαραν οι πολίτες στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις, άνοιξαν τα κιβώτια με τα Καλάσνικοφ κι αλληλοσκοτώνονταν στους δρόμους, σφαίρες από εδώ, πτώματα από εκεί, τι kite surf και μαλακίες, αυτές ήταν οι μόνες ενδιαφέρουσες διακοπές μου ever). Τώρα, μια απ' τα ίδια κι η Αλβανία, βαρεμάαααρα. Πρότεινα στους φίλους μου, για να μην νομίζουν ότι τους γράφω, αν θέλουν να νοικιάσουν το διπλανό σπιτάκι στα αλβανικά παράλια που είναι οικονομικά και ήσυχα, αλλά αυτοί με τίποτα. Κολλήματα.

Η Α γλίτωσε τον Αύγουστο, θα έρχονταν τον Οκτώβριο με ιστιοπλοϊκό. Μαζί με τον Αύρα του Ήλιου και τον Μοίρη ξανά. «Μα πέρσι σε όλο το ταξίδι ήσουν καθηλωμένη στο κατάστρωμα και ξερνούσες» της υπενθύμισα. «Τώρα θα έχεις κι ένα μωρό να θηλάζεις και να αλλάζεις». «Μην ανησυχείς» έλεγε εκείνη, «πάντα τα καταφέρνω στα δύσκολα». Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν έχουν καθόλου αυτογνωσία;

Ο Noodle ήταν ο μόνος που δεν ήρθε Κέρκυρα. Δηλαδή μου ανακοίνωσε μια μέρα ότι ξεκινά να έρθει μαζί με το πετσετάκι του (σ.σ. το πετσετάκι που κουβαλά πάντα μαζί του από μωρό, τη μεγαλύτερη σχέση της ζωής του) οδικώς από Θεσσαλονίκη - Ηγουμενίτσα, αλλά με κάποιο μυστηριώδη τρόπο βρέθηκε στη Βουλγαρία, οπότε έμεινε εκεί. Όχι ότι ο Noodle είναι άχρηστος, όπως λένε όλοι. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε πολλά. Ως κακό παράδειγμα, ας πούμε.

Ο Φεράρι αποφάσισε να πάει εκδρομή αυγουστιάτικα Παξούς κι Αντίπαξους. Πολύ κακή ιδέα. Τα δελφίνια χαλασμένα, το υδροπλάνο φουλ, ιστιοπλοϊκό και σκάφος ελεύθερο ούτε για δείγμα. Οπότε ο Φεράρι και η παρέα του πήγαν με καραβάκι, από αυτά που νοικιάζουν τα τουριστικά γραφεία, κι αν είσαι από νησί ξέρεις ότι δεν πρέπει ποτέ να μπεις εκεί μέσα. Αλλά ρωτούσαν μήπως τους απέφευγα και αναγκάστηκα να πάω! Ντάλα ήλιος, Βουγιουκλάκη για μουσική υπόκρουση, στοιβαγμένοι τουρίστες που έλιωναν ώρες κάτω απ΄τον ήλιο τα τιρκουάζ νερά τα είδαν από μακριά και σε ένα λιμάνι γεμάτο πετρέλαια ο καπετάνιος τους είπε: «Φάιβ μίνιτς σουίμ. Άφτερ ίτιγκ». Είχε μια σφυρίχτρα και κάθε φορά που σφύριζε έπρεπε να πέφτει κι από ένας επιβάτης. Κρυφτήκαμε μέσα και βλέπαμε ένα ντοκιμαντέρ με πολικές αρκούδες! (Μάλλον ελλείψει air condition στο καράβι έβαζαν πολικές αρκούδες και χιόνια στο DVD του καραβιού για ψυχολογικούς λόγους). Κι ακούγαμε το διπλανό μας-Έλληνα τουρίστα- να αφηγείται την ερωτική ιστορία του στο νησί στο φίλο του. «... Και τση λέω τση έρμης τση γκόμενας: Σίτιτι ντάααααουν!». Δεν μιλήσαμε, αλλά όλοι σκεφτήκαμε το ίδιο. Την έρμη την γκόμενα.

(συνεχίζεται)